Ο Μοραλιαν Γκαραμπετ, επιζων της Γενοκτονιας των Αρμενιων, θυμαται και περιγραφει…
Ο Μοραλιάν Γκαραμπέτ γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Αδριανούπολη. Αρχές του περασμένου αιώνα… Τον ρωτάω πώς ήταν η ζωή εκεί, τι θυμάται από εκείνη την εποχή…Αλλά, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό του είναι από την ηλικία των δεκατριών χρονών…
«…το 1915, πήγα εξορία», απαντά και μοιάζει έτοιμος να συνεχίσει την αφήγηση της ζωής του, που κίνησε σκληρά κι απότομα πάνω στην εφηβεία… Αλλά τον διακόπτω… Πριν από αυτό, πώς ήταν η ζωή στην Αδριανούπολη, θυμάσαι παππού; «Εγώ πήγαινα στην εκκλησία. Είχα γειτονιά τέσσερις Έλληνες. Σαν αδέρφια ήμασταν… Μιλούσα εγώ ελληνικά και εκείνοι αρμενικά…Επίσημη όμως ήταν η τουρκική γλώσσα», απαντάει.
Στο σχολείο, μού λέει, ήμασταν κάπου οχτακόσια παιδιά! Όλα μαζί. Τότε ήταν αλλιώς: Πρώτη, Δευτέρα, Τρίτη, ήταν μαζί, Τετάρτη, Πέμπτη, Έκτη ήταν πάλι όλα μαζί τα παιδιά. Ελληνικό, είχε Γυμνάσιο… Ζάππειο… Δίπλα δίπλα ήμασταν το ελληνικό με το αρμενικό. Τότε, Έλληνες και Αρμεναίοι ήξεραν όλοι γράμματα. Οι Τούρκοι πήγαιναν στρατό για να πάρουν μισθό. Υπάλληλοι στο κράτος γίνονταν οι Έλληνες και οι Αρμεναίοι. Αφού θυμάμαι εγώ τεσσάρω χρονών το ποίημα που μού είχαν δώσει! Όταν πήγαινα νηπιαγωγείο». Στα ελληνικά σήμαινε:
«Είναι Δευτέρα
Ξύπνα με μητέρα
Για να μην αργήσω
Στο σχολείο
Οι μαθητές σου
Ήρθαν στο σχολείο
Άνοιξε και σήμερα
Σχολείο, σ’ αγαπάμε πολύ»
Και …σχολιάζει, «Μωρουδίστικο πράγμα… Αυτό θυμάμαι μόνο…»
1876. Στη Φιλιππούπολη σφαγιάζεται δεκαπέντε χιλιάδες κόσμος και έτσι καταπνίγεται η εξέγερση κατά τού οθωμανικού ζυγού. Μεταξύ αυτών και Αρμένιοι τής τοπικής κοινότητας…
Παλιοί κάτοικοι τής Θράκης, από τη βυζαντινή ακόμη εποχή, είναι οι Αρμένιοι. Ως μεμονωμένοι έμποροι και τεχνίτες στην αρχή, εγκαθίσταντο στην περιοχή. Άλλωστε το ανεξάρτητο Αρμενικό Βασίλειο «πέφτει» το 1375. Και οι πόλεμοι που σπαράσσουν την περιοχή τής Μαύρης Θάλασσας και τής Κασπίας έχουν οδηγήσει στο διαμελισμό τής Αρμενίας σε Ρωσική και Τουρκική.
Με τους αγώνες των βαλκανικών λαών για χειραφέτηση κατά το πρώτο μισό τού 19ου αιώνα και με τις συνεχείς επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, η θέση τού αρμενικού λαού επιδεινώνεται. Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος τού 1877-78 οδηγεί, στη δολοφονία έξι χιλιάδων Αρμενίων κατά την προέλαση τού οθωμανικού στρατού, αλλά και στην υπογραφή Συνθηκών που δεσμεύουν τη Μεγάλη Πύλη να εγγυηθεί την ασφάλεια των επαρχιών που κατοικούνται από Αρμενίους. Άντ’ αυτού το 1894 μέχρι το 1896 προβαίνει σε σφαγές που στοιχίζουν τη ζωή σε περισσότερες από 300 χιλιάδες πληθυσμό σ’ όλη τη χώρα. Σασούν, Βαν, Κωνσταντινούπολη… Ο Σουλτάν Χαμίτ εφαρμόζει την τακτική τής γενοκτονίας τους ήδη από τον 19ο αιώνα. Πολιτική η οποία συνεχίζεται και από τη Συνταγματική Τουρκία μετά το 1908.
Στις 8 Φεβρουαρίου τού 1914 η Ρωσία και η Τουρκία υπογράφουν συμφωνία κατά την οποία οι επτά αρμενικές επαρχίες θα χωρίζονταν σε δύο διοικητικές ενότητες και η κάθε μία από αυτές θα είχε τον γενικό επιθεωρητή της, διορισμένο από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος που ξεσπά τον Οκτώβρη τού ίδιου έτους ανατρέπει την εφαρμογή τής Συμφωνίας. Στο μεταξύ έχουν προηγηθεί ή βρίσκονται σε εφαρμογή στο εσωτερικό τής Ανατολίας διωγμοί κατά Ελλήνων και Ασσυρίων. Με διάταγμα τής τουρκικής κυβέρνησης πολλά χωριά τής ανατολικής Θράκης όπου πλειοψηφεί το ελληνικό στοιχείο εκκενώνονται και 200 χιλιάδες περίπου κόσμος εξορίζονται. Τέσσερις μήνες μετά «η καμπάνα θα χτυπήσει» για τους Αρμενίους…
Τον Απρίλιο τού 1915 το τουρκικό καθεστώς προχωρεί σε οργανωμένες συλλήψεις ενός μεγάλου αριθμού Αρμενίων διανοουμένων και ηγετών στην Κωνσταντινούπολη και τού λαού στις επαρχίες. Οι Αρμένιοι στρατιώτες που υπηρετούν στον τουρκικό στρατό αφοπλίζονται και ή κατατάσσονται υποχρεωτικά σε τάγματα εργασίας ή εκτελούνται με συνοπτικές διαδικασίες. Ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Leo Kuper στη μελέτη του «Γενοκτονία», περιγράφει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως εξής: «Ο ακρωτηριασμός του αρμενικού πληθυσμού ολοκληρώθηκε με τη διαλογή των Αρμενίων προυχόντων. Σ’ όλη τη χώρα, η κυβέρνηση συνέλαβε και εξόρισε την ελίτ, τους μορφωμένους, τους βουλευτές, τους εκδότες, τους συγγραφείς, τους ποιητές, τους δικαστικούς, τους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους, τους δημόσιους λειτουργούς, τους γιατρούς, τους εμπόρους, τους τραπεζίτες, και γενικά όλους όσους είχαν σεβαστές περιουσίες ή επιρροή. Το μέτρο αυτό είχε καθώς φαίνεται σχεδιαστεί για να στερήσει τους Αρμένιους από την ηγεσία και τους αντιπροσώπους τους, ώστε οι διωγμοί να ολοκληρωθούν χωρίς την κοινωνική κατακραυγή και χωρίς αντίσταση».
Ο ανυπεράσπιστος αρμενικός πληθυσμός εκτοπίζεται στις ερήμους τής Συρίας και της Μεσοποταμίας. Χωρίζονται σε καραβάνια και υποχρεώνονται να περπατούν ασταμάτητα σε προκαθορισμένους δρόμους. Η δίψα, η πείνα, οι κακουχίες, η εξάντληση, οι επιθέσεις ανεξέλεγκτων φανατικών στοιχείων, οδηγούν στο θάνατο τους περισσότερους απ’ αυτούς…
Μέχρι το 1916, ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εξαλειφθεί από προσώπου γης…
Στο βιβλίο του «Η Παγκόσμια Κρίση» το 1929 ο Winston Churchill περιγράφει ως εξής τα γεγονότα: «Το 1915 η τουρκική κυβέρνηση άρχισε και χωρίς οίκτο εκτέλεσε τις επονείδιστες ομαδικές σφαγές και τους διωγμούς των Αρμενίων από τη Μικρά Ασία. Η εκκαθάριση της φυλής αυτής από τη Μικρά Ασία ήταν τόσο ολοσχερής όσο θα μπορούσε να είναι ένα σχέδιο τόσο μεγάλης έκτασης. Υπολογίζεται πως πρόκειται για ένα εκατομμύριο διακόσιες πενήντα χιλιάδες Αρμενίους. Δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία για το ότι το έγκλημα αυτό είχε σχεδιαστεί και εκτελεστεί για πολιτικούς λόγους».
Στις 28 Μαΐου τού 1918 συστήνεται η ανεξάρτητη Δημοκρατία τής Αρμενίας για να προσαρτηθεί κατά το 50%, δύο χρόνια μετά, στην κεμαλική Τουρκία μετά από πόλεμο που κράτησε τρεις μήνες. Από το 1920 έως και το 1921 πενήντα χιλιάδες Αρμένιοι εκτελούνται από τους κεμαλικούς. Η Αρμενική Δημοκρατία ακολουθεί τη μοίρα της μικρασιατικής καταστροφής με τις ευλογίες των μεγάλων δυνάμεων… Το σύμφωνο αλληλοϋποστήριξης που υπογράφουν ο Κεμάλ Ατατούρκ με το Λένιν οδηγεί στη σοβιετοποίηση της Αρμενίας και στον τραγικό επίλογο των όποιων προσπαθειών της εποχής εκείνης ν’ αποκτήσει υπόσταση ανεξάρτητου κράτους.
Το αρμενικό ζήτημα που είχε μπει στη Διεθνή Διπλωματική σκηνή ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες τού 19ου αιώνα, βρήκε τη λύση του στα τέλη του 20ου… Ωστόσο η πλήρης δικαίωση δεν έχει έλθει ακόμη…
Η αναγνώριση από την Τουρκία – και όχι μόνο – της Γενοκτονίας τού λαού αυτού, εκκρεμεί έως τις μέρες μας αν και πολλές είναι οι δημοκρατικές χώρες ανά τον κόσμο (όπως άλλωστε και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ) που έχουν αναγνωρίσει το μαζικό αυτό έγκλημα, ως την πρώτη γενοκτονία τού 20ου αιώνα, η οποία και διαπράχθηκε από την Τουρκία. Η 24η τού Απρίλη έχει καθιερωθεί ως Ημέρα Μνήμης των ανθρώπων που χάθηκαν. Ιστορική μνήμη, που επιτρέπει στους λαούς να διεκδικούν ένα ειρηνικό «αύριο» συμφιλίωσης και συνεργασίας, απαλλαγμένο από εθνικιστικά πάθη και συγκρούσεις. Ένα «αύριο» που θα αντλεί την ειρηνοποιό δύναμή του από τη γνώση του απεχθούς παρελθόντος… Και που δεν θα επιτρέπει την ανάδυση και επικράτηση της παραφροσύνης εις βάρος της βούλησης των λαών για ειρηνική συμβίωση, ούτε την επανάληψη τέτοιων μαζικών εγκλημάτων… Ο αιώνας που αφήσαμε πίσω μας, είχε δυστυχώς να επιδείξει τραγικά παραδείγματα των συνεπειών του ιστορικού λήθαργου… Ας μην ξεχνούμε πως τέτοιες συνθήκες εξέθρεψαν και νομιμοποίησαν τον Χίτλερ να λέει «ποιος θυμάται σήμερα τη γενοκτονία των Αρμενίων!» και τον Στάλιν «όταν σκοτώσεις έναν άνθρωπο πρόκειται για δολοφονία, αλλά όταν σκοτώσεις πολλούς τότε πρόκειται για στατιστική»…
Μ’ αφορμή τη συμπλήρωση 88 χρόνων από τη γενοκτονία των Αρμενίων, εμείς θα κάνουμε μιά αναδρομή στην σκληρή εκείνη εποχή, στο 1915 με τη βοήθεια ενός γέροντα. Προσωπικές μαρτυρίες συγκλονιστικές που ξαναζωντανεύουν το φάντασμα τού εγκλήματος που συντελέστηκε εις βάρος τού ιδίου, τής οικογέννειάς του, τού λαού του…
Ο εκατονταετής Αρμένιος Μοραλιάν Γκαραπέτ από την Αδριανούπολη τής Θράκης που ζει σήμερα στην Ξάνθη, είναι ένα από τα πλέον αξιοσέβαστα μέλη τής αρμενικής παροικίας στην Ελλάδα. Στα δεκατρία του χρόνια σύρθηκε με την οικογένειά του στην εξορία και πέρασε όλα τα δεινά και τις κακουχίες τού λαού του από το 1915 μέχρι το 1919. Θυμάται και καταθέτει ως ένας από τους επιζώντες τής Γενοκτονίας, την προσωπική του μαρτυρία… Από τη στιγμή τής σύλληψής τους στο σπίτι τους στην Αδριανούπολη μέχρι και την επιστροφή τους από τη Δαμασκό όπου τους είχαν περιορίσει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης… Δακρύζει και ταράζεται σε κάθε ανάμνηση που εισβάλλει βίαια στη μνήμη του… Είναι οι παραστάσεις που αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στο μυαλό ενός δεκατριών ετών παιδιού που «έφταιξε» γιατί γεννήθηκε Αρμένιος… Η εξιστόρηση περιλαμβάνει και γεγονότα από τη μετέπειτα ζωή του σεβάσμιου γέροντα… Την επιστροφή του στην Αδριανούπολη, το φευγιό από τη Σμύρνη λίγο πριν από την καταστροφή, την εγκατάσταση στην Ξάνθη, περιπέτειες από την εποχή της κατοχής… Απόπειρα σύνθεσης από δραματικές αναμνήσεις, της εικόνας μιας ζωής που η ιστορία την ήθελε να βρίσκεται στη δίνη των δραματικότερων γεγονότων του περασμένου αιώνα…
ΠτΘ: Είχατε σχέσεις με τους Τούρκους στην Αδριανούπολη; Πώς ήταν; Τα παιδιά, παίζατε μαζί;
«Αν είχα εγώ γνωριμία με σένα (σ.σ.: τον Τούρκο), καλημέρα σ’ έλεγα. Κι εσύ μ’ έλεγες καλημέρα. Αυτό».
Δεν εύκολο να συγκρατήσω τις άσχημες αναμνήσεις του… Όσο και να επιμένω, δεν μπορώ να φέρω στην επιφάνεια, έστω και κάποιες από, τις ευτυχισμένες στιγμές που σίγουρα θα είχε ζήσει μέχρι τα δεκατρία του χρόνια στην Αδριανούπολη… Κι έτσι, αφήνομαι ν’ ακολουθήσω τον ειρμό που του επιβάλλει η μνήμη του…
Αδριανούπολη, 1915:
«Τη νύχτα μάς ήρθαν… Πήραν τον μπαμπάμ… Τον αρχηγό του σπιτιού»
ΠτΘ: Πιο πριν δεν είχε δημιουργηθεί κάποια αναταραχή; Κάτι που να σας ανησυχήσει…
«Τίποτα, τίποτα, τίποτα! Όλα ξαφνικά γίναν! Αφού εκκλησία πήγα τη μέρα…
Τα πάθη μεταξύ ανθρώπων και λαών, φαίνεται πως ήταν έντονα, ίσως κρυμμένα μα έντονα… «αφού όταν ήρθαν οι χωροφυλάκοι τότε να μας πάρουν, τους έδειξαν (σ.σ.: Τούρκοι ή Εβραίοι πάντως όχι Έλληνες μού λέει κατηγορηματικά) το σχολείο και τους είπανε να κι αυτό είναι αρμενικό. Είναι σχολείο. Πολύ καλό… Μας πρόδωσαν πρώτα κι ’παν μετά να, αυτοί είναι πολύ καλοί ανθρώποι. Αρμένοι. Κατάλαβες…»
ΠτΘ: Όταν σκέφτεσαι τη ζωή σου, τι θυμάσαι πιο έντονα;
«Όλα τα θυμάμαι… Όλα! Απ’ την αρχή, δεκατρία χρονώ που πήγα στην εξορία μέχρι τώρα θυμάμαι όλα όσα πέρασα»
ΠτΘ: Τι σε πλήγωσε πιο πολύ;
«Ήταν το 1915… Μια μέρα, θυμάμαι, έβρεχε, κι εμείς ήμασταν με τα πόδια στο βουνό… Τεσσεράμισι μήνες κάναμε να φθάσουμε στη Δαμασκό… Δεν ξέραμε και τα κατατόπια… Σ΄ ένα βαθουλό μέρος κάτσαμε για τη νύχτα… Τα πράματά μας – τι πράματα δηλαδή! Ένας μπόγος ήταν. Όταν μας πήραν από τα σπίτια, μας είπαν μην παίρνετε πολλά πράγματα, θα γυρίσετε γρήγορα πίσω – τα φύλαγαν οι άντρες. Δεκαεφτά άτομα ήταν το αντίσκηνό μας. Κοιμόμασταν. Της θείας μου ο γιος, 31 χρονώ παλικάρι, κάθονταν μπροστά, στο άνοιγμα. Κι εγώ δίπλα του. Με αγαπούσε. Κι εγώ το ίδιο. Το δικό μας το αντίσκηνο ήταν λίγο πιο μακριά από τα άλλα. Εκατόν τριάντα, εκατόν πενήντα θα ήταν όλα… Από κει που καθόμασταν, ακούω ένα «χρατς»… Έσκισαν το αντίσκηνο. Βλέπω ένα μαύρο πράγμα στο σκίσιμο να βγάζει φως… Και έγινε κρότος. Αυτός, ο ξάδερφός μου, μόλις ακούει το περίστροφο σηκώνεται απάνω… Τότε τον χτυπάει ο δεύτερος πυροβολισμός… Μπαίνει η σφαίρα στο στήθος, βγαίνει από τη ράχη… Πάει πέφτει μπροστά στις γυναίκες εκεί… Γέμισε κάτω αίματα… Η θεία μου, λέει, δεν έχει πεθάνει. Κοιτάζουν οι άλλοι, βλέπουν ότι έχει πεθάνει. Τελείωσε… Η θεία μου επέμενε, να φέρουμε γιατρό! Πού να βρούμε γιατρό απάνω στο βουνό, εξορισμένοι ανθρώποι! Τέλος πάντων, ο μπαμπάς μου και ένας ακόμα πήγαν βρήκαν έναν, ήταν απ’ τη Ραιδεστό. Φορούσε φέσι στο κεφάλι κι ήταν καλοντυμένος. Τον έφεραν για γιατρό. Η θεία μου γιατρό ήθελε για! Πάει αυτός στον ξάδερφό μου, τον κοιτάζει δήθεν, λέει κρίμα, ζωή σε λόγου σας… Ξημέρωνε να φύγουμε, άιντε, λέει η θειά μου, σεις φύγετε. Εγώ θα μείνω εδώ με το γιο μου. Μα πώς θα μείνεις την έλεγαν οι μεγάλοι… Με τα πολλά, βρήκαμε ανθρώπους, μας βοήθησαν. Με χίλια ζόρια, θάψαμε τον ξάδερφό μου για να πάρουμε τα κόκαλά του στο γυρισμό…
Μετά από τέσσερα χρόνια, όταν φύγαμε από τη Δαμασκό, πήραμε το τρένο για να πάμε να βρούμε το μέρος που τον θάψαμε. Ήταν τζάμπα για μας τους εξορισμένους. Βρήκαμε έναν που μάλλον χωροφύλακας ήταν – τσαρούχια φορούσε – του λέμε τι θέλουμε και τον ρωτήσαμε αν μπορεί κάποιος να μας βοηθήσει να βρούμε το μέρος που ψάχναμε… Μας ρωτάει τι είστε σεις; Αρμένιοι, του απαντάμε. Εδώ Αρμενία είναι μας λέει, όπου θες μπορείς να πας. Μη φοβάσαι. Άιντε, χαρήκαμε εμείς! Το βρήκαμε και το μέρος… Εκεί που τον είχαμε θάψει είχε κάτι δεντράκια… Πέρασαν τέσσερα χρόνια, αυτά μεγάλωσαν… πώς να ξεχωρίσεις ποια ήταν… Παίρνουν εμένα γιατί σαν πιο μικρός μπορούσα να θυμηθώ καλύτερα. Και το βρήκα το μέρος. Θυμόμουν ότι εκεί ήταν λίγο πιο βαθιά από αλλού… Αλλά φαίνονταν σαν τρεις τάφοι… Σκάψαμε τον έναν, βρήκαμε μια γυναίκα… μόνο κόκαλα είχαν μείνει αλλά από τα μαλλιά την καταλάβαμε… Ανοίξαμε τον άλλο τάφο, βρήκαμε ένα κεφάλι… Δεν είχε τσεμπέρι, δεν είχε μακριά μαλλιά, φαίνονταν ότι ήταν αντρικό… Λέει τώρα ο μπαμπάς μου στην αδερφή του τι σημάδια έχεις, πώς μπορούμε να καταλάβουμε ότι είναι ο γιος σου; Πίσω είχε δυο χρυσά δόντια, λέει η θειάμ. Βλέπουμε, ναι, αυτό το κεφάλι είχε δυο χρυσά δόντια πίσω. Το βρήκαμε… Άρχισε η θείαμ να τα μαζεύει τα κόκαλα… Και τα μικρά ακόμα… Μπαμπάς μου της λέει, μη τα μαζεύεις τα μικρά, τα μεγάλα πάρε μόνο… Αυτή συνέχισε. Όχι, δεν τον αφήνω το γιο μου εδώ, είπε… Αφού τα μαζέψαμε, ανεβήκαμε στο κάρο και πήγαμε στο πανδοχείο… Πίσω στην Αδριανούπολη, τα κόκαλα τα θάψαμε στο νεκροταφείο. Και ξέρετε τι, το νεκροταφείο ήταν δίπλα στην ελληνική παροικία, και έμεινε άθικτο. Όλα τα άλλα νεκροταφεία τα χάλασαν. Πήραν τα μάρμαρα, έκαναν καταστροφές… Αυτό, δεν ξέρω γιατί, ίσως επειδή ήταν δίπλα στους Έλληνες, δεν το χάλασαν. Τους φοβούνταν τους Έλληνες, κι επί Τουρκοκρατίας τους φοβούνταν…»
«Μια μέρα, μαζί με τον μπαμπάμ περπατάμε… Ανηφοριά ήταν, ο αμαξάς είπε μην ανεβείτε όλοι απάνω γιατί το άλογο δεν τραβάει… Εκεί που πηγαίνουμε, κοιτάζω και τι βλέπω… Σταματάω τον μπαμπάμ, τον λέω κοίτα εκεί πέρα, απέναντι, νομίζω γίνεται σεισμός! Με λέει, μη κοιτάς πολύ εκεί… Περπάτα και θα σε πω ύστερα…
Και με είπε… Ξέρεις, λέει, τι ήταν αυτό εκεί; Άνθρωποι. Μισοπεθαμένοι. Τους σκέπασαν λίγο με χώμα και το χώμα κουνιόνταν… Δεν ήταν σεισμός. Κόσμος ήταν, θαμμένος…»
«Μια μέρα έβρεχε. Απ’ το δρόμο βλέπω δυο παιδιά, μοναχά. Το πιο μικρό φορούσε ένα πουκάμισο… Το λέω στους άλλους να σταματήσει το κάρο. Σταματάει και πάμε κοντά. Ήταν ένα εφτάχρονο παιδί κι ένα πέντε χρονώ. Το μεγάλο μιλούσε αρμενικά. Το μικρό κουρδικά. Αυτά αντάμωσαν στο δρόμο κι έμειναν μαζί παρέα… Τι να κάνεις τώρα; Ούτε παπούτσια είχαν, ούτε παντελόνι… Μόνο μ’ ένα πουκάμισο ήταν, κι έβρεχε… Φθινόπωρο… Τα πήραν κοντά τα παιδιά οι γυναίκες. Δεκαεφτά άτομα ήμασταν όλοι και μικρά παιδιά μέσα, τα ρούχα ταίριαζαν… Παπούτσια δεν είχαμε να δώσουμε μα δώσαμε κάλτσες, φανέλες, ρούχα, καλπάκια, απ’ όλα. Χάρηκαν τα παιδιά! Ρωτήσαμε και τον αμαξά για κανένα μαγαζί που να πουλάει παπούτσια… Μας έδειξε και πήγαμε. Τα πήραν οι μεγάλοι και παπούτσια – παπούτσια λέγοντας, τσαρούχια – αλλά τώρα τα παιδιά δεν ήθελαν να κατέβουν απ’ το κάρο… Και τι μπορούσαμε να κάνουμε; Εμείς δεν ξέραμε ούτε πού πηγαίναμε… Πώς να τα πάρουμε μαζί μας μικρά παιδιά; Λεν οι μεγάλοι, θα μείνετε εδώ, καλύτερα να ζητιανέψετε, ίσως να βρεθεί κανένας πονόψυχος και να σας πάρει στο σπίτι του… Εμείς δεν μπορούμε να σας πάρουμε μαζί μας γιατί δεν ξέρουμε πού είναι να πάμε… Κι όταν τα ’φήσαμε και πήραμε το πάλι δρόμο, όλοι κλαίγαμε…»
«Στη Δαμασκό όταν φθάσαμε, μας μοίρασαν στα χωριά. Εκεί εγώ γκαμήλες βοσκούσα.
Οι μεγάλοι, ο μπαμπάς μου, η αδερφή μου και η μαμά μου κοιμόνταν αλλού, σε μεγάλα τσαντίρια. Η μικρή η αδερφήμ, ήταν ενάμισι χρονώ, κοιμόνταν μαζί μου. Εδώ, απάνω στο χέρι μου ακουμπούσε το κεφάλι της… Αδύναμο παιδάκι ήταν… Σκεπαζόμασταν με το παλτό μου… Το πρωί την έλεγα άντε σήκω να πιούμε το γάλα – περνούσε ο γαλατάς και παίρναμε… Ένα πρωί, βλέπω δεν σηκώνεται… Τραβάω το χέρι μου και ολόκληρο το σώμα της πέφτει… Δίπλα ήταν μια γειτόνισσα, Αδριανοπουλίτισσα, έλα να δεις, λέω, η Σέλμα δεν ξυπνάει… Α, μου λέει, δεν είναι τίποτα, θα το πάρουμε να το πάμε στο νοσοκομείο… Νοσοκομείο λέγοντας, το πήγαν εκεί που μάζευαν τους πεθαμένους… Για να μη στενοχωρηθώ, μού είπε νοσοκομείο, δήθεν… Εκεί στα κουτιά, έβαζαν παιδιά, τρία, τέσσερα το ένα πάνω στο άλλο και τα σκέπαζαν… Όλο περνούσαν οι Άραβες και φώναζαν στα τούρκικα, πεθαμένο έχει; πεθαμένο έχει; Για να πάρουν κάνα δεκάρικο δηλαδή, κουβάλαγαν τους πεθαμένους…»
«Εκεί στην εξορία, στη Δαμασκό, για να γλιτώσουν, κάποιοι Αρμεναίοι γράφονταν Τούρκοι. Μία τέτοια γυναίκα, Αρμένισσα που γράφτηκε Τουρκάλα, πέθανε. Τώρα, πώς να τη θάψουν! Είχε αρμενική εκκλησία εκεί αλλά μόνο για τους πεθαμένους. Άλλη λειτουργία δεν έκανε. Τι να κάνουν… τι να κάνουν… Σπάζουν τα κόκαλα, τη βάζουν μέσα σ’ ένα τσουβάλι. Την πεθαμένη γυναίκα, φαντάσου! Όταν ήρθε η νύχτα, την πήγαν στην εκκλησία και την έθαψαν… Αλλιώς ήταν υποχρεωμένοι να τη θάψουν στο τζαμί… Αν δεν δέχονταν να αλλάξουν τα ονόματα, πολλοί χάνονταν… Έτσι γράφονταν Τούρκοι και γλίτωναν… Ευτυχώς, οι Άραβες ήταν αλλιώς…»
«Το 1919, που μάθαμε ότι έγιναν ελληνικά τα μέρη, γυρίσαμε πίσω στην Αδριανούπολη. Τότε, μας φώναξαν στο στρατό. Εγώ τους παρέδωσα το χαρτί που έλεγε ότι ήμουν 17 χρονών. Το κοιτάζουν μια φορά… Μου λέν, είσαι 19 χρονών! Γιατί τότε το κράτος είχε ανάγκη από στρατό. Ήμασταν μια παρέα, 5 – 6 παιδιά από τη γειτονιά, μας πήραν στρατιώτες έτσι…Και Έλληνες και Αρμεναίοι… Μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ περπατώντας πήγαμε. Όταν φθάσαμε, χάλασε το μέτωπο… Μας φωνάζουν και μας λένε παιδιά εδώ δεν μπορούμε να καθίσουμε… Αν μείνετε, θα γίνετε αιχμάλωτοι… Καλύτερα φύγετε…Κοιτάξτε να γλιτώστε… Δυο Αρμένοι, τρεις Έλληνες ήμασταν παρέα. Πήραμε το δρόμο με τα πόδια…Χωρίς να σταματάμε… Μας έριχναν πέτρες όταν μας έβλεπαν οι Τούρκοι… Φθάσαμε στη Σμύρνη… Νηστικοί. Πείνα μεγάλη. Είχαμε να φάμε τρεις μέρες. Τι να κάνουμε, βγάζουμε τα λεφτά που είχαμε. Ο ένας είχε τούρκικα, ο άλλος ελληνικά, εγώ είχα κι απ’ τα δυο. Θυμάμαι η μυρουδιά από τα κεφτεδάκια και τις σχάρες που έψηναν μας χτυπούσε στη μύτη. Πάμε να πάρουμε να φάμε, μας λένε αυτά δεν περνάν! Αμάν! Ούτε τα ελληνικά μα ούτε και τα τούρκικα! Θυμήθηκα τότε, η συχωρεμένη η θείαμ, όταν ήταν να φύγω στρατιώτης, που είπε εγώ να σε ράψω κάνα δυο λίρες… Γυρνάω κατά κει, βγάζω τη μια, τη δείχνω στον ταβερνιάρη, αυτό λέει μάλιστα! Περνάει! Κάτσαμε και μας έδωσε και φάγαμε. Πώς να σε πω… Χορτάσαμε για δυο μέρες! Μας πήρε μισή λίρα, η άλλη μισή μας έμεινε! Μετά, λέμε, τι κάνουμε τώρα; Ένας λέει, εγώ θα πάω στην Αθήνα. Μα πώς; Ε, θα βρω τρόπο, από δω από κει, λαθραία, θα βρω τρόπο… Ο άλλος λέει εγώ είμαι Κωνσταντινοπουλίτης, κι εγώ στην Πόλη ήθελα να πάω γιατί είχα θείο – του μπαμπάμ τον αδερφό – κι έτσι χωρίσαμε οι στρατιώτες… Αλλά τι κάναμε! Ξέρεις; τη μισή λίρα που περίσσεψε, τη μοιράσαμε γιατί είχε κι άλλα παιδιά, καμιά πέντε ήταν, φευγάτα απ’ το στρατό, να χορτάσει ο καθένας όσο μπορούσε… Άλλος πήρε μισό ψωμί, άλλος ολόκληρο… Κι έτσι, χωριστήκαμε εκεί στη Σμύρνη… Κοιτάζουμε τι να κάνουμε πώς να φύγουμε, αλλά δεν βλέπαμε καμιά ελληνική σημαία στα βαπόρια. Όλες τουρκικές ήταν… Τότε ένας χαμάλης μας λέει πού θέλτε να πάτε; Στην Πόλη, λέμε εμείς. Να! μας λέει αυτό πάει στην Πόλη. Μήπως ξέρεις, τον ρωτάμε, πόσο είναι το εισιτήριο; Πού να ξέρω εγώ παιδίμ; Πάτε μέσα ρωτήστε… Πήγαμε, τακτοποιηθήκαμε, στο δρόμο μας ρώταγαν πού πάτε; Εγώ στη Βουλγαρία λέει ο ένας, εγώ στην Ελλάδα λέει ο άλλος… Δεν μας πείραξε κανένας…»
«Έμαθα στην Πόλη ότι η οικογένειά μου ήρθε στην Ξάνθη. Έβγαλα διαβατήριο, και ήρθα και γω εδώ…Τότε ακόμα είχε και αρμενικό και ελληνικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη. Με τα σιδηρόδρομο ήρθα που πήγαινε Θεσσαλονίκη. Στην Ξάνθη έκανε στάση. Έφτασα μεσάνυχτα. Δεν ήξερα καθόλου την πόλη. Και, θυμάμαι, έβρεχε. Βρήκα ένα αγώγι, του λέω θέλω να πάω στην αγορά. Τώρα, μού λέει, είναι κλειστά. Δε με πειράζει, λέω, πήγαινέ με στην αγορά. Όχι στο μπαρούτ παζάρ (σ.σ. Δημοτική Αγορά), στην πλατεία. Εκεί είχε ένα εστιατόριο. Έκατσα και περίμενα… Όλο και κάποιος γνωστός (σ.σ. Αρμένος) θα περνούσε να μάθω για τους δικούς μου. Είχα μάθει ότι εδώ έκαναν μαγαζί. Περίμενα μέχρι το πρωί… Όταν ήρθε ο κόσμος να ανοίξει τα μαγαζιά του, τι βλέπω! Οι διπλανοί στο εστιατόριο που καθόμουν ήταν οι δικοί μου! Η ταμπέλα έγραφε το όνομα του μπαμπάμ στα ελληνικά… Από τότε, το 1922 μέχρι το 1992, το κράτησα το μαγαζί αυτό στην Ξάνθη. Δυο φορές «χάλασε»! Τη μια φορά ήταν που πήγα στον πόλεμο, το ’40 – ο μπαμπάς μου μόνος του δεν μπορούσε να το κρατήσει. Είχε και δυο παραγιούς, τα είπε τα παιδιά πάτε εσείς τώρα γιατί εγώ θα το κλείσω το μαγαζί. Όταν γύρισα πίσω, πήγα πρώτα από κει, βλέπω τέσσερις Γερμαναίοι μπροστά στην πόρτα κάθονται… Λέω, γιατί να κάθονται αυτοί εδώ… Αλλά ποιόν να ρωτήσεις για; Τον Γερμανό; Τι να του πεις! Με λένε οι γειτόνοι, δεν ξέρεις τώρα τι θα γίνει, κάτσε να δεις, άλλοι δέκα θα βγουν από μέσα. Σηκώνεται το στόρι, βγαίνουν δέκα και μπαίνουν άλλοι μέσα. Να ψωνίσουν! Μάρκα έδιναν… Ξέρεις τι μάρκα; Απ’ αυτά που «έκοβαν» στο δρόμο… Προχωρούσε ο στρατός τους και η μηχανή έβγαζε μάρκα…Μπόλικο – μπόλικο μισθό για τους στρατιώτες του Χίτλερ! Ψεύτικα λεφτά!»
«Μετά, άφησαν οι Γερμανοί την Ξάνθη, επειδή είχαν εμπιστοσύνη στους Βούλγαρους να την κρατήσουν… Όταν ήρθαν αυτοί, μας φωνάζουν μια μέρα – μαγαζί είχαμε για – μας δίνουν διαταγή, 1.500 λίρες να μαζέψουμε για να τους δώσουμε σε τρεις μήνες. Από άλλον ζήτησαν 2.000 χιλιάδες. Από άλλον 1.000 λίρες. Κοίταζαν το σουλούπι του έμπορα κι αναλόγως του έλεγαν το φόρο. Ήταν ένας Βούλγαρος που ήξερε τουρκικά… Του λέω άκου εδώ παιδίμ εσύ έχεις μετρήσει ποτέ 1.500 λίρες; Πώς μετριούνται; Πώς θα τις βγάλουμε τόσες λίρες; Πού θα τις βρούμε; Τέλος πάντων… Είχαμε κι έναν γιατρού γιο, κομουνιστή. Αρμένος ήταν. Αυτός, μετά, το ’46, πήγε στην Αρμενία, χάθηκε, δεν μάθαμε τι απέγινε… Βγαίνει λοιπόν αυτός, και λέει, να συνεννοηθούμε πώς να πληρώσουμε. Τον πιάνω τότε και τον λέω άκου δω παιδίμ εσύ είδες ποτέ μαζεμένες σ’ ένα μέρος 1.500 λίρες; Τόσες μ’ έβαλαν να πληρώσω…. Άσε, με λέει, θείο! 150 λίρες θα πληρώσεις. Μα αυτό μόνο μπορώ να κάμω. Τίποτα παραπάνω… Ανακουφίστηκα! Πού 1.500, πού 150… Και να σε δέρνουν να τις δώσεις και να μην έχεις… Τέλος πάντων. Κάθε μήνα έρχονταν ο χωροφύλακας ο Βούλγαρος, έπαιρνε το μηνιάτικο, έφευγε… Κι ένα πράγμα να σας πω: κι οι Βουλγάροι λέγαν, πρώτη φορά έγινε αυτό, δεν το’ χαν ξαναδεί…
Αυτός ο γιος του γιατρού, σ’ όλους τον κατέβασε το φόρο… Ήταν κομουνιστής για! Κι ο μπαμπάς του αντικομουνιστής! Στο σπίτι του δεν πήγαινε!»
Αποσπασματικά, μού περιγράφει, βιώματα, περιπέτειες, μια ατελείωτη ιστορία ζωής… Η ιστορία τού ίδιου του τού λαού…
Τον ρωτάω αν ελπίζει πως θα γίνει κάποτε αυτό που περιμένει μέχρι τα εκατόν δύο του χρόνια… Η αναγνώριση στη μνήμη αυτών που χάθηκαν…
«Λοιπόν», απαντά, «αυτοί είχαν βασίλειο. Τον βασιλιά τον πέταξαν κάτω και οι νέοι Τούρκοι έκαναν κράτος. Αυτό το κράτος ήθελε να καταστρέψει το αρμενικό έθνος. Κι άρχισαν από μέσα – μέσα… Και μετά όλους τους Αρμένους… Τι ν’ αναγνωρίσει; Αφού η Αμερική δεν αναγνωρίζει ακόμα τη γενοκτονία. Η δουλειά είναι να την αναγνωρίσει το πιο μεγαλύτερο και το πιο δυνατό κράτος… Ποιο είν’ αυτό; Η Αμερική! Ύστερα η Τουρκία, θέλοντας και μη θα την αναγνωρίσει τη γενοκτονία…»
ΠτΘ: Ελπίζεις, παππού, πως θα γίνει αυτό που λες;
«Βέβαια θα γίνει! Μπορεί εγώ να μη ζω, μα θα ζουν οι νέοι. Θα γίνει!» λέει με επίταση «η γενοκτονία δεν σβήνεται. Δεν μπορεί να ξεγραφτεί…»
Μαρία Β. Μπόντη
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
