Ο γλυκυρ μου εαρ…

Eπιτέλους έαρ! Η γη και η φύση τινάζουν ανέμελα την κάθυγρη κόμη τους στον ήλιο και στήνουν το σώμα τους προκλητικά απέναντί του να στεγνώσει. Οι βροχές πήραν των ομματιών τους, επιτέλους, αφήνοντας πίσω την πρωινή αχλή και την υγρασία του απόβραδου. Μαζί κι εγώ η τρελή, που δεν χορταίνω τον καιρό, τον φαύλο, εδώ στην άγρια Δύση. Άνοιξη, λοιπόν, μια γυναίκα που προετοιμάζει την πλάση για τον νέο της κύκλο…

Όλα τα φυτά «βγάζουν τη σκούφια τους» στον καιρό που περίμεναν επί τρεις συναπτούς κρύους μήνες χειμώνος, κι εμείς απολαμβάνουμε το φούντωμά τους, τα παρακολουθούμε να σείονται και να λυγίζονται και τα προσφωνούμε τρυφερά με τα υποκοριστικά τους. Η «λεμονίτσα», η «μανταρινίτσα», η «πορτοκαλίτσα», το «πλατανάκι», η «καρυδίτσα», η «μουσμουλίτσα», οι «τριανταφυλλίτσες», η «αροκαριούλα»… Είναι η τρυφερότης που εγείρει εντός μας ο καιρός, όσα φορτία κι αν κουβαλάμε. Είναι η «αλλαγή», είναι η ένταση της Ανατολής πια που λούζει το σπίτι, την πόλη, και η λαγνεία της Δύσης τα δειλινά, που κλείνει το μάτι πονηρά στους θιασώτες της.

Μαζί και η έναρξη της Μεγάλης Εβδομάδας. Ό,τι πιο τρυφερό κρατώ από την άνοιξη στη μνήμη είναι η ακολουθία των Εσπερινών της. Με ελαφρά πανωφόρια και την Ιερά Σύνοψη στο χέρι, πηγαίναμε όλοι στην εκκλησία. Στα πρώτα που έχω να θυμάμαι από τους Εσπερινούς και μια γυναικεία μορφή, «της κόρης του Ρώσου», που έψελνε χωρίς μικρόφωνο μπροστά στην Ωραία Πύλη, στη διάρκεια των Χαιρετισμών το «Άσπιλε αμόλυντε, άφθορε, άχραντε…» κι ύστερα, τη Μεγάλη Παρασκευή, το «Ω γλυκύ μου Έαρ!».

Μια γυναίκα κοντά 25-30 χρόνων, κόρη του Ρώσου που κατοικούσε «στο σπίτι πάνω στον μικρό λόφο» με το ηρώον. Ένα ηρώο μαρμάρινο, αφιερωμένο στη μνήμη Ρώσων στρατιωτών που χάθηκαν από τύφο πολεμώντας στις μάχες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Ρώσος, βαριά αλκοολικός, ανήκε στον λόχο εκείνων των συμπατριωτών του, χάθηκε αύτανδρος από την αρρώστια. Έμεινε μόνον αυτός από τους συντρόφους του και δεν γύρισε ποτέ πίσω. Εγκαταστάθηκε στο Δεδέαγατς λοιπόν -αργότερα Αλεξανδρούπολη- και έφτιαξε το μνημείο μέσα στην αυλή του. Η κόρη του Ρώσου σταμάτησε να ψέλνει πολύ νωρίς στον ναό. Η εκκοσμίκευση της εκκλησίας έβαλε χορωδίες στους ναούς, μπροστά σε μικρόφωνα και μακρόθεν της Ωραίας Πύλης, προστατεύοντας έτσι την οντότητα του Ιερού και το Άδυτον.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη Ρωσίδα και τον πατέρα της, φιγούρες που έχω συνδέσει με την άνοιξη. Ο Ρώσος έμπαινε στο ναό με κατάνυξη, ακόμα κι αν ήταν μεθυσμένος. Έβγαζε τη μαύρη σκούφια και την έβαζε κάτω από τη δεξιά του αμασχάλη, σταυρώνοντας τα χέρια και με ελαφρά σκυφτό το κεφάλι… Στεκόταν στη μεριά των αντρών. Και μόλις η θυγατέρα του άρχιζε να ψέλνει, αναλυόταν σε λυγμούς. Έβγαινε πρώτος από τον ναό τρεκλίζοντας. Κάποιο βράδυ επιστρέφοντας από τον ναό στο σπίτι τον βρήκαμε ξαπλωμένο ανάσκελα στην άκρη του δρόμου. Ο πατέρας τον σήκωσε να καθίσει και τον ρώτησε στοργικά: «Γιατί πίνεις βρε παιδάκι μου; Θα καταστραφείς…».

Κι εκείνος τον κοίταξε με απορία. Ύστερα γύρισε το βλέμμα στο μνημείο που φαινόταν στεφανωμένο από μακριά και του ’δειξε κάτι με το δάκτυλο του δεξιού χεριού. Ο Ρώσος πέθανε χρόνια μετά. Το καλύβι του έγινε πολυκατοικία και το μνημείο ξεριζώθηκε από τη θέση του.

Όταν πηγαίνω στην εκκλησία, που έψελνε η Ρωσίδα, περνώ από το δρομάκι όπου είχαμε βρει σωριασμένο τον πατέρα της. Και θυμάμαι την άνοιξη εκείνου του καιρού με νοσταλγία, που αποτελεί το ημέτερο αλκοόλ: αλκοόλ που με σωριάζει κι εμένα κι ας περπατώ, αλκοόλ που χωράει σε συσκευασία μιας εικόνας. Τον Ρώσο ασκεπή και σκυφτό να κλαίει μπροστά στη θυγατέρα του με το κόκκινο μπλουζόν την ώρα που έψελνε: «η των απελπισμένων μόνη ελπίς… και καταφύγιον…».

Ελένη Σκάβδη

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.