«Non» για τη Γαλλια, ναι για την Ευρωπη
Ο Επίκουρος Καθηγητής στον Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Κώστας Αντωνόπουλος, ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Σταύρος Λαμπρινίδης από την Εσθονία και ο ευρωβουλευτής της ΝΔ Γιάννης Γκλαβάκης από το Στρασβούργο όπου βρίσκονται σχολίασαν στον ΠτΘ το «όχι» των γάλλων στο Ευρωσύνταγμα.
«Άλωση» αλά γαλλικά
Το 54,87% των γάλλων, ήτοι 15.422.642 πολίτες, είπαν «όχι» στο Ευρωσύνταγμα ψηφίζοντας σ’ ένα κλίμα ανησυχίας που δημιουργήθηκε, κύρια από το ποσοστό ανεργίας και την ανασφάλειά τους για τις επιδράσεις της Ε.Ε. στην ποιότητα ζωής τους, εκφράζοντας παράλληλα τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στη γαλλική κυβέρνηση. Ο γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ όρισε ως πρωθυπουργό το συνεργάτη του Ντομινίκ ντε Βιλπέν μετά την παραίτηση του Ζαν Πιερ Ραφαρέν, ο οποίος θεωρείται υπεύθυνος για τα υψηλά ποσοστά ανεργίας.
Η επόμενη μέρα δημιουργεί κατ’ άλλους τριγμούς και κατ’ άλλους προβληματισμό στην Ευρώπη. Υπάρχουν ακραίες περιπτώσεις όπως αυτή του τσέχου προέδρου Βάτσλαβ Χάβελ που κάνει λόγο για παύση της διαδικασίας επικύρωσης του Ευρωσυντάγματος, ενώ «ασφαλέστερη» είναι η θέση του εκ του μακρόθεν παρατηρητή των εξελίξεων από τη θέση του αμερικανού προέδρου, ο οποίος πρέπει να αισθάνεται ότι τίποτε δεν απειλεί την παντοδυναμία του σε πολιτικό επίπεδο αλλά ούτε και την εκτιμώμενη ενίσχυση του δολαρίου.
Κ. Αντωνόπουλος: «Αντίδραση προς τη συνεχιζόμενη διεύρυνση»
Ο κ. Αντωνόπουλος σχολιάζει το «όχι» των γάλλων από νομικής και πολιτικής απόψεως. «Νομικά επανερχόμαστε στην προηγούμενη κατάσταση που είναι η συνεχιζόμενη εφαρμογή της Συνθήκης της Νίκαιας, αλλά πολιτικά θεωρώ ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί το «όχι» προήλθε από ένα ιδρυτικό μέλος, ένα κράτος που έχει βαρύνοντα πολιτικό ρόλο μέσα στην Ε.Ε.»
Ο λόγος της άρνησης για τον κ. Αντωνόπουλο έχει διπλή σημασία. «Νομίζω πως ήταν μια αντίδραση προς τη συνεχιζόμενη διεύρυνση και κυρίως το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας επιτέλεσε ένα μεγάλο θέμα συζήτησης.
Πιστεύω ότι αφορά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, η οποία λαμβάνει χώρα κατά κύριο λόγο στις Βρυξέλλες, εκτός εθνικών οργάνων, κι εφαρμόζεται στα κράτη – μέλη. Για παράδειγμα, οι περικοπές στην κοινωνική πολιτική είναι ένα ζήτημα που αποτέλεσε κεντρικό αντικείμενο συζήτησης στη Γαλλία.
Κεκτημένα του γαλλικού λαού αμφισβητούνται ή υπάρχει πιθανότητα να μεταρρυθμιστούν ή να ανατραπούν εντελώς μέσω μιας διαδικασίας λήψης αποφάσεων η οποία παρουσιάζει έλλειμμα».
Υπάρχουν κάποια ζητήματα για τα οποία λαμβάνονται αποφάσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης επισημαίνει ο κ. Αντωνόπουλος, όπως είναι τα θέματα αλιείας. «Θεωρήθηκε πολύ πιθανό η υιοθέτηση της συνταγματικής συνθήκης να ενίσχυε στην πράξη αυτή την υπερεθνικότητα, γιατί στο κείμενο της συνθήκης φαίνεται να υπάρχει μια πολύ λεπτή ισορροπία μεταξύ στοιχείων ομοσπονδίας και κρατικής κυριαρχίας».
Ο Κώστας Αντωνόπουλος θεωρεί πιθανόν να εκφράσουν παρόμοια καχυποψία και οι ολλανδοί αλλά και οι υπόλοιποι ευρωπαίοι που θα κληθούν να ψηφίσουν. Για το κατά πόσο οι έλληνες είναι ενήμεροι ή όχι για το ρόλο του Ευρωσυντάγματος ο κ. Αντωνόπουλος εκτιμά ότι σε μια περίπτωση δημοψηφίσματος θα είχε προηγηθεί και η σχετική ενημέρωση και ο απαραίτητος διάλογος, ώστε να φτάσουν οι πληροφορίες και στον τελευταίο έλληνα. Σχολιάζοντας το γεγονός ότι η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε το Ευρωσύνταγμα στις 19 Απριλίου και δεν κλήθηκαν ν’ αποφασίσουν οι πολίτες σημειώνει πως επρόκειτο για μία πολιτική επιλογή κι επισημαίνει ότι «στην Ελλάδα υπάρχει μία δυσπιστία ως προς τα δημοψηφίσματα μετά το 1974. Πρέπει να περιμένουμε τις εξελίξεις και να δούμε εάν τα κράτη – μέλη ολοκληρώσουν τη διαδικασία επικυρώσεων και στη συνέχεια θα γίνει συνολικά εκτίμηση της κατάστασης».
Σ. Λαμπρινίδης:
«Το «όχι» των γάλλων είναι σημαντικό αλλά δεν είναι το τελικό»
Ο κ. Λαμπρινίδης σημειώνει αρχικά ότι η Ευρώπη συνεχίζει και μετά το «όχι» την πορεία της όπως συνεχίζονται και οι διαδικασίες επικύρωσης της συνταγματικής συνθήκης και στις άλλες χώρες. «Το «όχι» των γάλλων είναι σημαντικό αλλά δεν είναι το τελικό. Το κάθε κράτος – μέλος στην Ευρώπη είναι ανεξάρτητο, αυτόνομο κι έχει το δικαίωμα να αποφασίζει και να ψηφίζει επί της συνθήκης». Προσθέτει ότι παρά το ότι η Γαλλία είναι ιστορικό μέλος της Ένωσης η ψήφος των πολιτών δεν έχει διαφορετικό ειδικό βάρος καθότι το δικαίωμα της γνώμης είναι κοινό και ισοβαρές. «Η ψήφος των γάλλων δεν είχε να κάνει με την απόρριψη του ίδιου του συντάγματος αλλά είναι μια ψήφος ευρύτερης ανησυχίας για τον τρόπο που η κυβέρνηση η γαλλική αντιμετωπίζει τα προβλήματα της ανεργίας στη χώρα, ενδεχομένως και για τη διεύρυνση της Ευρώπης με την Τουρκία, ίσως, εντός των μελών. Θα ήταν ευτυχέστερο, εφόσον οι γάλλοι ήταν δυσαρεστημένοι με τον τρόπο διακυβέρνησης, να καταψηφίσουν την κυβέρνησή τους και να ψήφιζαν το Σύνταγμα το οποίο θέτει τις σαφείς βάσεις για τη διεκδίκηση μίας πιο κοινωνικής Ευρώπης. Κάποιοι από τους γάλλους που ψήφισαν «όχι» είναι οι εθνικιστές όπως ο Λεπέν, γάλλοι που δε θέλουν την ενωμένη Ευρώπη, που δεν θέλουν ξένους, άλλους λαούς».
Ο κ. Λαμπρινίδης προσθέτει ότι στα «όχι» συμπεριλαμβάνονται αυτά των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γαλλίας που είναι αρνητικό σε όλο το ευρωπαϊκό εγχείρημα, αλλά κι ένα μεγάλο κομμάτι του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, γιατί ήθελε μία πιο προοδευτική συνταγματική συνθήκη. «Το πρόβλημα είναι ότι η συνταγματική συνθήκη είναι πολύ πιο προοδευτική από τη Συνθήκη της Νίκαιας με την οποία λειτουργούμε σήμερα». Θεωρεί προφανές ότι οι γάλλοι αμφισβητούν την κυβέρνηση Σιράκ και θέλουν μια προοδευτικότερη διακυβέρνηση.
Οι ολλανδοί πληρώνουν την υψηλότερη κατά κεφαλή εισφορά στην Ευρώπη επομένως υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες να ψηφίσουν σήμερα κατά του Ευρωσυντάγματος, για λόγους όμως διαφορετικούς.
Ο κ. Λαμπρινίδης θεωρεί πιθανό το «όχι» των ολλανδών, όπως και ότι σ’ αυτήν την περίπτωση θα είναι ένα επιπλέον ζήτημα. «Ας έχουμε υπόψη ότι χρειάζεται, υπό τις παρούσες συνθήκες, ομόφωνη έγκριση της συνταγματικής συνθήκης. Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Ευρώπης που μία συνθήκη έχει απορριφθεί από ένα κράτος – μέλος και κατόπιν συζητήσεων η ψήφος μετατρέπεται σε θετική». Ο κ. Λαμπρινίδης εκτιμά ότι ενδεχομένως να γίνουν κάποιες μικρές αλλαγές στη συνθήκη και θυμίζει ότι στη Γαλλία ενδέχεται να γίνει αλλαγή κυβέρνησης στις επόμενες εκλογές. Πιστεύει ότι προς το παρόν απαιτείται ψυχραιμία για τις επόμενες επικυρώσεις του Ευρωσυντάγματος. «Αφού κατασταλάξει η σκόνη να δούμε μαζί με τους γάλλους ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσουμε, γιατί στην πράξη η νέα συνθήκη δεν καθόριζε τι θα κάνει η Ευρώπη του μέλλοντος αλλά πώς θα το κάνει. Με την καταψήφιση της συνταγματικής συνθήκης θα έχουμε μια Ευρώπη ανίκανη για ένα διάστημα να παίρνει αποφάσεις, επομένως στη δυνατότητα να είναι μια ανεξάρτητη παγκόσμια δύναμη τόσο οικονομική όσο και στον εξωτερικό τομέα.
Εφόσον συνεχίσουμε να λειτουργούμε με τη Συνθήκη της Νίκαιας με 25 κράτη – μέλη οποιεσδήποτε πολιτικές ευρωπαϊκές – ιδιαίτερα οι προοδευτικές – δε θα μπορούν να περάσουν εύκολα γιατί δεν θα υπάρχει ομοφωνία».
Τουρκία κι ελληνική διπλωματία
Η έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών με την Τουρκία στις 3 Οκτωβρίου έχει το πράσινο φως της Μεγάλης Βρετανίας αλλά δημιουργεί κλίμα ανησυχίας και άρνησης σε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γερμανία, όπου ο εκπρόσωπος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Πέτερ Χίντσε κάνει λόγο για επανεξέταση του τουρκικού ζητήματος. Ο κ. Λαμπρινίδης ανιχνεύει τη στάση της Τουρκίας. «Στο βαθμό που η Τουρκία θ’ αρχίσει να διαισθάνεται ότι η Ευρώπη δεν την θέλει πραγματικά ως μέλος και υπάρχει ο κίνδυνος να μην την υπερψηφίσει στο τέλος θα μειωθεί το κίνητρο που δημιουργείται από την ευρωπαϊκή πίεση επί της Τουρκίας για ν’ αλλάξει προς το ειρηνικότερο και το δημοκρατικότερο.
Ως ελληνική διπλωματία θα πρέπει να είμαστε σ’ αυτό το σημείο πολύ καλά προετοιμασμένοι γιατί δεν χωράνε άλλοι ερασιτεχνισμοί από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης. Εδώ και πολύ καιρό όλα τα μεγάλα ελληνικά κόμματα έχουμε θέσει ως στρατηγικό στόχο της χώρας μας τη σταδιακή ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. εφόσον πληροί όλες τις προϋποθέσεις. Το επιχείρημα είναι η προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων. Μία Τουρκία υπό ευρωπαϊκή επιτήρηση για ν’ αλλάξει προς το δημοκρατικότερο, το οικονομικά ανεπτυγμένο και το ειρηνικότερο είναι μια Τουρκία που δε θα προκαλεί άγχος στα ανατολικά μας σύνορα.
Εφόσον περάσει στην Τουρκία το μήνυμα ότι η πιθανότητα της ένταξής της μειώνεται από τα διάφορα «όχι» τότε πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για να στηρίξουμε διπλωματικά τα δικά μας εθνικά συμφέροντα».
Για τις πιθανές επιπτώσεις στον οικονομικό τομέα ο κ. Λαμπρινίδης σχολίασε ότι δε θα είναι άμεσες. «Στο βαθμό που θα δημιουργηθεί μία ανασφάλεια στην Ευρώπη για το πόσο ενωμένοι θα μπορέσουμε να είμαστε τα επόμενα τρία ή τέσσερα χρόνια και στο μέτρο που μπορεί να επηρεαστεί το ευρώ σ’ ένα βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα υπάρχει μία επιπλέον πιθανότητα να σφίξουν τα ευρωπαϊκά οικονομικά «λουριά»».
Σε σχέση με το Δ΄ ΚΠΣ εκφράζει μια συγκεκριμένη ανησυχία για τον τρόπο διαχείρισής του. «Το 2003 σε πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το τι πρέπει να πάρει η κάθε χώρα από το Δ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης η Ε.Ε. έβγαλε πρόταση να πάρει η Ελλάδα 24 – 25 δις ευρώ. Έγινε κατόπιν σκληρής διαπραγμάτευσης της προηγούμενης ελληνικής κυβέρνησης γιατί ήταν περίπου τα ίδια χρήματα που είχαμε πάρει από το Γ΄ ΚΠΣ όταν τότε υπήρχαν 10 λιγότερα κράτη – μέλη και η ευρωπαϊκή πίτα ήταν μεγαλύτερη. Εναπόκειται πλέον στην ελληνική κυβέρνηση να εξασφαλίσει αυτά τα κονδύλια χωρίς να χαμηλώνει τον πήχη και να ψάχνει να βρει δικαιολογίες.
Για το Δ΄ ΚΠΣ, η έκθεσή μου στην ελληνική κυβέρνηση είναι ν’ αφήσει τις πολλές κουβέντες να διαπραγματευτεί τα 24 δις και να τα πετύχει».
Γ. Γκλαβάκης:
«Το «όχι» να παίξει ρόλο καθοδήγησης στους κυβερνώντες»
Ο κ. Γκλαβάκης εκφράζει αρχικά τη δυσαρέσκειά του για το αναμενόμενο πλην αρνητικό αποτέλεσμα της Γαλλίας. «Η Γαλλία είναι μια χώρα βαθιά δημοκρατική η οποία πρωτοστατεί στην Ευρώπη γι’ αυτό και το αποτέλεσμα ήταν δυσάρεστο. Από την άλλη, δε θα πρέπει να κάνουμε λόγο για δυσμενείς επιπτώσεις στην Ελλάδα γιατί το Ευρωσύνταγμα είναι μια συγκέντρωση όλων των συνθηκών που είχαν γίνει μέχρι τώρα, με τις οποίες και θα συνεχίσει η Ευρώπη να προχωρά. Δεν πρόκειται να υποστεί τίποτε καμία χώρα, αλλά το Ευρωσύνταγμα είναι το επόμενο βήμα που πρέπει να γίνει. Το «όχι» των γάλλων δυσκολεύει τα πράγματα αλλά σε βάθος χρόνου θα επιτευχθεί συμφωνία».
Θεωρεί λανθασμένη την εκτίμηση, ειδικά κάποιων στην Ελλάδα, ότι το «όχι» είναι η καταστροφή και πιστεύει ότι ίσως έχει και χρήσιμα συμπεράσματα. «Εάν οι κυβερνώντες αποφασίσουν ν’ αναλύσουν το «όχι» που έδωσε ένας βαθιά δημοκρατικός λαός, όπως ο γαλλικός, τότε μπορεί να παίξει ρόλο καθοδήγησης, ώστε να είμαστε πιο συνετοί στο μέλλον».
Απέναντι σ’ ένα ενδεχόμενο σημερινό «όχι» των ολλανδών, με βάση τις δημοσκοπήσεις, ο κ. Γκλαβάκης επισημαίνει ότι υπάρχει διαφορά μ’ αυτό των γάλλων. «Το «όχι» των γάλλων ήταν μια δημοσκόπηση και είναι το τελικό αποτέλεσμα, ενώ το «όχι» των ολλανδών έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα, δηλαδή καθοδήγησης στις κοινοβουλευτικές ομάδες στην Ολλανδική Βουλή. Έχουν πει ότι εάν η συμμετοχή είναι υψηλότερη από κάποιο όριο η απάντηση θα είναι δεσμευτική.
Κάθε φορά που εκφράζεται ο λαός η γνώμη του έχει πολύ μεγάλη βαρύτητα».
Η ανησυχία της Ευρώπης εν μέρει για την πιθανή είσοδο της Τουρκίας, αλλά και για την παρούσα διεύρυνση μεταφράζεται σε προβληματισμό ακόμη και για το Ευρωσύνταγμα. Ο κ. Γκλαβάκης ερμηνεύει την ανήσυχη στάση του μέσου πολίτη της Ε.Ε. απέναντι στον ανταγωνισμό που προκαλούν τα φθηνότερα χέρια εργασίας.
«Ο απλός κόσμος ανησυχεί με τη διεύρυνση της Ε.Ε. σε 25 χώρες διότι στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο πολλές χώρες της Ε.Ε., με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Γαλλίας, έχουν υψηλό δείκτη ανεργίας επομένως ο μέσος εργαζόμενος ανησυχεί, για παράδειγμα, με τους πολωνούς που έχουν πολύ πιο φθηνό μεροκάματο. Επί παραδείγματι ένας γάλλος υδραυλικός προβληματίζεται απέναντι σ’ ένα πιθανό συνεταιρισμό πέντε πολωνών που μπορούν να έρθουν στο Παρίσι και να δημιουργήσουν μια επιχείρηση». Ο κ. Γκλαβάκης θεωρεί δικαιολογημένες τις όποιες ανησυχίες σχολιάζοντας ότι πολλές φορές οι κυβερνώντες αποφασίζουν χωρίς να γνωρίζουν τη γνώμη του λαού. «Είναι γεγονός ότι η γεωγραφική και πληθυσμιακή διεύρυνση έγινε χωρίς να κάνουμε τη βάθυνση της Ένωσης. Ίσως θα πρέπει η Ευρώπη να βαδίζει πιο αργά, να «ταιριάξουν πρώτα τα χνώτα» των χωρών – μελών και στη συνέχεια να φροντίσουμε να εισαχθούν νέες χώρες».
Από την εμπειρία του στην τρέχουσα περίοδο με τα 25 κράτη – μέλη ο κ. Γκλαβάκης θεωρεί ότι με το χρόνο θα δέσουν σαν ομάδα ευρωβουλευτών. «Μία ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας δημιουργεί μεγάλη ανησυχία στους γάλλους, και όχι μόνο, πολίτες της Ε.Ε. γιατί πρόκειται για μία μεγάλη χώρα, έντονα θρησκευόμενη μουσουλμανική η οποία κατά 99% δεν ανήκει στο γεωγραφικό χώρο της Ευρώπης, η οποία οφείλει να κάνει προσπάθειες όπως και οι ευρωπαίοι από την πλευρά τους για να ενοποιηθούμε. Η ελληνική κυβέρνηση και γενικότερα η Ελλάδα επιθυμούν την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, οι ευρωπαίοι όμως είναι ανήσυχοι».
Προγραμματισμός στα αγροτικά
Εξοικειωμένος κι ενήμερος πάνω στα αγροτικά θέματα ο Γιάννης Γκλαβάκης έχει ασχοληθεί με το μέλλον των επιδοτήσεων, σ’ ένα βαθμό επομένως και της ελληνικής γεωργίας. «Οι διαπραγματεύσεις για την κοινή αγροτική πολιτική έγιναν το 2000, το 2001, το 2002 και το 2003 και υπεγράφη σαν το 2004. Επομένως οι συμφωνίες για τη νέα ΚΑΠ, δηλαδή η νέα μοίρα των ελληνικών προϊόντων έγιναν από το 2000 μέχρι το 2003. Στη νέα ΚΑΠ όλα σχεδόν τα προϊόντα έχουν δυσμενέστερη θέση από ό,τι είχαν στην προηγούμενη ΚΑΠ. Οι κυβερνώντες της Ε.Ε. αποφάσισαν ότι τα ίδια χρήματα θα δίνονται για τη γεωργία στην Ευρώπη των 25 όπως δινόταν και στην Ευρώπη των 15. Ένεκα τούτου η πίτα θα μοιράζεται σε περισσότερες χώρες και μάλιστα οι 10 νέες χώρες είναι πιο φτωχές, άρα τους αναλογεί μεγαλύτερο μερίδιο. Όλα αυτά τα γνωρίζαμε, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και πολλά χρόνια κάνει λόγο για διεύρυνση και για άνοιγμα των συνόρων στα αγροτικά προϊόντα των τρίτων χωρών για λόγους συνεργασίας μέσα στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Όλα αυτά τα χρόνια αντιμετωπίσαμε την Ε.Ε. εισπρακτικά κι αυτό ήταν το μεγάλο μας λάθος, διότι άλλες χώρες όπως η Πορτογαλία και η Ισπανία ακολούθησαν άλλη πολιτική. Η Πορτογαλία όταν μπήκε ήταν η φτωχότερη χώρα και μετά προηγήθηκε της Ελλάδας. Είχε το χαμηλότερο ανταγωνισμό στα αγροτικά της προϊόντα και τώρα πέρασε μπροστά από την Ελλάδα που είναι τελευταία.
Εμείς δεν αξιοποιήσαμε τα χρήματα που πήραμε με επενδυτικό σκοπό αλλά με εισπρακτικό. Το σημαντικότερο έργο που έχει να κάνει η τωρινή κυβέρνηση είναι να νοικοκυρέψει την Ελλάδα».
Λύση για τον κ. Γκλαβάκη είναι ο προγραμματισμός ειδικά σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο που οι εισροές από την Ε.Ε. λιγοστεύουν. «Κάθε χρόνο από την Ε.Ε. εισέρχονταν στην Ελλάδα υπό τη μορφή επιδοτήσεων περίπου 2 τρις δρχ, εκ των οποίων το 1 τρις δρχ. πήγαινε στη γεωργία. Για να γίνει αντιληπτό το ποσό ν’ αναφέρω ότι η Εγνατία Οδός – όταν ολοκληρωθεί – από την Αλεξανδρούπολη μέχρι την Ηγουμενίτσα θα στοιχίσει 1 τρις δρχ, δηλαδή τις επιδοτήσεις που λαμβάναμε από τη γεωργία σ’ ένα χρόνο».
Εάν επομένως κάποιος θελήσει να συνδέσει το «όχι» με οικονομικές παραμέτρους μάλλον δεν θα πέσει έξω, άλλο αν σ’ ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης συνδέεται με την υψηλή διπλωματία.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
