«Μονη διεξοδος διαφυγης η συλλογικη συνειδηση, βουληση και δραση»
Με τον Πρόεδρο του Ενιαίου Συλλόγου Εργαζομένων Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και Οργανωτικό Γραμματέα του Νομαρχιακού Τμήματος ΑΔΕΔΥ Ροδόπης, τοπογράφο – μηχανικό, κ. Γιώργο Τριανταφυλλόπουλο, συζητά σήμερα ο ΠτΘ ξεκινώντας από το Σύλλογο και την προσπάθεια που γίνεται για την ενημέρωση αλλά και για την καλύτερη εξυπηρέτηση των μελών του, ο λόγος γυρίζει στο συνδικαλισμό και στο ρόλο του. Ο κ. Τριανταφυλλόπουλος τονίζει ότι δεν είναι μόνο θέμα συνδικαλιστικής ηγεσίας αλλά και συνειδητοποίησης των πολιτών ότι κάτι μπορεί να αλλάξει, ώστε με συλλογική συνείδηση και βούληση να αγωνισθούν από κοινού για το αύριο.
ΠτΘ: κ. Τριανταφυλλόπουλε, πείτε μας δυο λόγια για τον Ενιαίο Σύλλογο Εργαζομένων Περιφέρειας ΑΜ-Θ, του οποίου είστε πρόεδρος…
Γ.Τ.: Ο σύλλογος ιδρύθηκε το 2000 και έχει περίπου 872 μέλη από τους 1100 εργαζόμενους. Λόγω ύπαρξης κάποιων ιδιομορφιών δεν είναι γραμμένοι όλοι οι συνάδελφοι. Αποτελείται από συναδέλφους που υπηρετούν στις υπηρεσίες της Περιφέρειας, είτε μόνιμους είτε αορίστου χρόνου και στους πέντε νομούς της Περιφέρειας, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες. Επίσης, δυσκολίες στη λειτουργία του συλλόγου δημιουργεί το γεγονός ότι αφορά σε πολλές ειδικότητες. Αυτή τη στιγμή το Δ.Σ. αποτελείται από 2 μέλη από τον Έβρο, δύο από Κομοτηνή, ένα από Ξάνθη και δύο από Δράμα. Το να συνεδριάζει το Δ.Σ. δεν δημιουργεί πρόβλημα, το μεγάλο πρόβλημα εντοπίζεται στην ενημέρωση των συναδέλφων, στο να αφουγκραστούμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, αλλά και στην ανάπτυξη της συνοχής μεταξύ μας. Αποτελούμε έναν φορέα όλοι αλλά ένα βασικό πρόβλημα είναι δεν γνωριζόμαστε μεταξύ μας και συνεπώς δεν έχουν αναπτυχθεί σχέσεις συναδελφικότητας. Ακόμη και μέσα στους νομούς εντοπίζεται το πρόβλημα. Για παράδειγμα, στο Νομό Ροδόπης είμαστε διασκορπισμένοι σε 13 σημεία, οπότε ο ένας δεν γνωρίζει τι συμβαίνει στην άλλη υπηρεσία και υπάρχει μία τυπική σχέση κι όχι η συναδελφική που θα έπρεπε να υπάρχει. Συνέπεια όλων αυτών είναι να δημιουργούνται παρενέργειες στη λειτουργία του συλλόγου, στην οντότητά του, στην επίλυση των προβλημάτων των μελών του. Όταν οι συνάδελφοι βλέπουν ότι δεν υπάρχει ανταπόκριση επί των προβλημάτων τους, αισθάνονται ότι ο σύλλογος είναι άλλος ένας τυπικός σύλλογος που πρέπει να υπάρχει.
ΠτΘ: Τα προβλήματά σας είναι κοινά;
Γ.Τ.: Υπάρχουν ιδιομορφίες μεταξύ των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, γιατί, όπως προείπα, υπάρχουν πολλές ειδικότητες. Επειδή ο καθένας έχει πάνω απ’ όλα τον κλάδο του, υπάρχει μια δυσκολία στη βάση, στο να ξεπεραστούν αυτά που ονομάζονται κλαδικά συμφέροντα. Ο κάθε κλάδος εκτιμά ότι έχει μεγαλύτερη αξία από τον άλλο.
ΠτΘ: Είναι θέμα συντεχνιών δηλαδή;
Γ.Τ.: Θα έλεγα κλαδικών συμφερόντων. Η κατεύθυνση πάντα είναι ότι μέσα από τον κλάδο σου μπορείς να διεκδικήσεις καλύτερα κάποια πράγματα, για να κατοχυρώσεις τα συμφέροντά σου. Παράλληλα, είμαστε και ένας θεσμός που υπηρετεί την περιφερειακή ανάπτυξη, νέος θεσμός, που όμως θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην ανασυγκρότηση του κράτους, κατά την άποψή μας, αλλά και στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Αυτό και μόνο δίνει μια άλλη διάσταση. Είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι, όπως όλοι, είμαστε όμως παράλληλα οι μονάδες ενός θεσμού που θα παίξει σημαντικό ρόλο. Οπότε μέσα από αυτό πρέπει να βρούμε ένα συνολικό όραμα που θα αφορά όλους μέσα από το οποίο θα πορευθούν όλοι οι συνάδελφοι και από εκεί να βρούμε τα κοινά συμφέροντα, τα οποία θα επιστρέψουν και στους αντίστοιχους κλάδους την προστιθέμενη αξία.
ΠτΘ: Ακόμη δεν έχει ξεκινήσει η περιφερειακή ανάπτυξη;
Γ.Τ.: Τυπικά έχει ξεκινήσει, αλλά αυτό που απομένει είναι να δοθούν ουσιαστικά εξουσίες και πόροι στις τοπικές κοινωνίες. Αυτό πιστεύω ότι είναι το πιο κρίσιμο ζήτημα για την περιφερειακή ανάπτυξη της Ελλάδας. Αν τολμήσει η εκάστοτε κυβέρνηση να σπάσει το πυρηνοκεντρικό κράτος και επιτέλους να δώσει αυτά που αναλογούν στις περιφέρειες. Κατά την άποψή μου, αυτό θα είναι το εναρκτήριο λάκτισμα της περιφερειακής ανάπτυξης. Εξάλλου, έχει αποδειχθεί ότι και στην Ευρώπη το περιφερειακό μοντέλο δεν το ακολουθούν τυχαία, αλλά γιατί πιστεύουν ότι η ενεργοποίηση των τοπικών κοινωνιών γίνεται μόνο αν τους παρασχεθούν οι εξουσίες και οι πόροι που τους αναλογούν. Αυτό θα είναι καταλυτικό.
ΠτΘ: Λέγεται ότι από τη Δ΄ Προγραμματική Σύμβαση ένα μεγάλο μέρος των πόρων θα δοθεί στην περιφέρεια…
Γ.Τ.: Έτσι διακηρύσσει η παρούσα κυβέρνηση. Το θέμα όμως είναι με ποια κριτήρια. Αν οι πόροι δίνονται στην κεντρική κυβέρνηση και αυτή τους μοιράζει στις περιφέρειες, σίγουρα θα υπάρξουν φαινόμενα όμοια με τα προηγούμενα, κατά τα οποία πολλοί από αυτούς τους πόρους κατέληγαν πάλι στο κέντρο, ειδικότερα στην Αθήνα, και πιθανόν τώρα και στη Θεσσαλονίκη.
ΠτΘ: Ποιοι είναι οι στόχοι σας ως Σύλλογος;
Γ.Τ.: Από εδώ και πέρα, έχοντας εντοπίσει τις δυσλειτουργίες του συλλόγου, στόχος μας είναι η ενημέρωση των συναδέλφων και η γνώση των προβλημάτων τους. Η πρώτη απόφαση του νέου διοικητικού συμβουλίου, που προέκυψε από τις εκλογές του Μάη του 2006, ήταν η δημιουργία ιστοσελίδας ώστε να δοθεί βήμα στους συναδέλφους, να ενημερώνονται, έτσι ώστε να υπάρχει αμφίδρομη επικοινωνία. Δεύτερος άξονας είναι η ανάπτυξη της συνοχής των συναδέλφων. Εξ όσων γνωρίζω, υπάρχει ένα σχέδιο σε κάποια χρόνια οι υπηρεσίες διοίκησης της περιφέρειας ανά νομό να συστεγάζονται. Μέχρι τότε όμως είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε επαφές και συναντήσεις ανά νομό μεταξύ όλων των υπηρεσιών της Περιφέρειας, για να μπορεί ο κάθε συνάδελφος και να παρουσιάζει τα προβλήματά του, αλλά και να αντιλαμβάνεται τα προβλήματα που υπάρχουν σε άλλες υπηρεσίες, έτσι ώστε να υπάρχει μία αμφίδρομη επικοινωνία, όχι μόνο μεταξύ Δ.Σ. και συναδέλφων, αλλά και μεταξύ των ίδιων και όλο αυτό να αποκτήσει ένα δίκτυο, ώστε σιγά – σιγά να αναπτύσσεται η συνοχή και η συναδελφικότητα του συλλόγου. Το τρίτο μέλημά μας είναι η βελτίωση της λειτουργίας του συλλόγου μέσα και από διάφορες θεσμικές αλλαγές, δηλαδή τροποποίηση καταστατικού με αύξηση μελών Δ.Σ. με τοπικά παραρτήματα ανά νομό καθώς και με γενικές συνελεύσεις ανά νομό, έτσι ώστε να είναι θεσμικά κατοχυρωμένα ότι αυτά θα λειτουργούν και θα εκλέγονται κάποια μέλη που θα λειτουργούν ως πυρήνες ανά νομό όπου θα έχουν και κάποιες αρμοδιότητες, για να μπορούν να συνδράμουν στη λειτουργία του συλλόγου και έτσι το Δ.Σ. θα έχει περισσότερο επιτελικό ρόλο, γιατί αναλωνόμενοι με τα προβλήματα όλων των νομών δεν μπορείς ουσιαστικά να στραφείς στις γενικές κατευθύνσεις και θα πρέπει προς τα εκεί να είναι προσανατολισμένο το Διοικητικό Συμβούλιο. Σε αυτούς τους άξονες κινούμαστε. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Προσπαθούμε να υλοποιήσουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα κάποια από αυτά που έχουμε δρομολογήσει και έχουμε υποσχεθεί στους συναδέλφους. Εκείνο όμως που λείπει, όχι μόνο από το συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά γενικότερα από την κοινωνία, είναι η πίστη ότι μπορεί κάτι να αλλάξει.
ΠτΘ: Οι συνδικαλιστές δεν πείθουν δηλαδή;
Γ.Τ.: Δεν είναι μόνο θέμα συνδικαλιστών, έχει επικρατήσει γενικότερα μία τέτοια πεποίθηση ή, για να το πω σωστότερα, μας την έχουν επιβάλλει. Δεν υπάρχει πίστη ότι θα αλλάξει κάτι. Δεν είναι μόνο θέμα προσώπων. Όλοι πρέπει να πιστέψουμε ότι μπορούν κάποια πράγματα να αλλάξουν, αρκεί πρώτα να το πιστέψουμε και δεύτερον να το αποφασίσουμε όλοι. Είναι λοιπόν μία συλλογική υπόθεση και όχι μόνο θέμα κάποιων συγκεκριμένων προσώπων. Ως Δ.Σ. λοιπόν οφείλουμε να διαδραματίσουμε καταλυτικό ρόλο για να αλλάξουν τα πράγματα.
ΠτΘ: Έχουν όμως ευθύνες κάποιοι για την παρούσα κατάσταση…
Γ.Τ.: Σίγουρα οι αιτίες είναι πολλές και οι αναλύσεις και οι προσεγγίσεις είναι διαφορετικές. Σίγουρα όλοι, σε παγκόσμιο επίπεδο, έχουμε παρασυρθεί από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και τις αλλαγές της Σοβιετικής Ένωσης, ακολούθησαν κάποιες «φιλοσοφίες», τέλος ιδεολογιών, τέλος ιστορίας. Το μοναδικό μοντέλο που υπήρχε οδηγούσε τη σκέψη των κοινωνιών ότι η μόνη παρέμβαση που μπορούν να κάνουν οι τοπικές κοινωνίες ή οι χώρες είναι προς την κατεύθυνση του τεχνοκρατισμού, οργανωτικές διοικητικές αλλαγές, με συνέπεια να ατονήσει η πολιτική σκέψη η οποία οδηγεί ουσιαστικά στη ζύμωση της κοινωνίας, των χωρών και των υφιστάμενων πολιτισμών προς την εξέλιξή τους. Η καθίζηση που επήλθε είναι απότοκος του ότι δεν δίνουμε σημασία στην πολιτική σκέψη, σε άυλα πράγματα, επειδή και το μοντέλο που επεκράτησε δίνει νόημα σε ό,τι έχει αποτέλεσμα, σε ό,τι έχει υλική σημασία. Ό,τι δεν έχει υλική σημασία είναι μη ορατό, είναι εκτός του οπτικού μας πεδίου. Προσωπικά εκτιμώ ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που δεν πάει παραπέρα. Οι άνθρωποι βέβαια αναρωτιούνται για την κατάσταση που έχει επικρατήσει και αυτό είναι ελπιδοφόρο, το ότι αρχίζει και αναρωτιέται ο καθένας γιατί δεν έχει χρόνο, γιατί δεν έχει οικονομικές απολαβές. Ακόμη και αυτό πιθανόν να οδηγήσει σε μία μελλοντική σύγκρουση. Δεν μπορώ να προσδιορίσω χρονικά πότε θα γίνει, αλλά παρόλα αυτά δρομολογείται μία διαδικασία αναστροφής της καθίζησης που έχουμε υποστεί.
Έχουμε πραγματικά υποστεί, με διάφορες ρυθμίσεις, μείωση της αξίας του εργαζόμενου και κατ’ επέκταση του ανθρώπου στοιχείου. Όλα αυτά όμως έχουν τη βάση τους στο ότι η απάθεια είναι αποτέλεσμα της μη ύπαρξης διεξόδου. Και όταν ο άνθρωπος δεν βλέπει διέξοδο, θέλοντας και μη υποκύπτει στο πλαίσιο που υπάρχει. Παρόλα αυτά, το πλαίσιο είναι ήδη πολύ ασφυκτικό.
ΠτΘ: Θα επιμείνω επί του θέματος λέγοντας ότι, όταν ασχολούμαστε με θέματα όπως για παράδειγμα αυτό της Οδηγίας Μπολγκεστάιν, κάποιοι λένε ότι είναι θέματα με τα οποία ασχολείται μόνο η εφημερίδα και κανένας άλλος. Και όμως, πρόκειται για θέμα σημαντικό, που κάποια στιγμή θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε…
Γ.Τ.: Είναι και η εποχή της υπερπληροφόρησης, δηλαδή το μοντέλο του ανταγωνισμού και της παραγωγικότητας είναι το αντίστοιχο της πληροφορίας με συνέπεια να οδηγούμαστε σε μια υπερπληθώρα αγαθών, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να μη μπορεί να διακρίνει τι είναι σημαντικό και τι όχι. Μέσα σε έναν τέτοιο κυκεώνα πληροφοριών ο καθημερινός άνθρωπος χάνει τη σημαντική πληροφορία και ουσιαστικά το όπλο να αντιδράσει. Αυτό είναι ένα άλλο παιχνίδι του υπάρχοντος πλαισίου, ότι αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ποσότητα και τίποτα άλλο.
ΠτΘ: Πώς εξηγείτε το μικρό ποσοστό συμμετοχής στις απεργίες που κηρύσσονται;
Γ.Τ.: Υπάρχει ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης στο συνδικαλιστικό κίνημα. Σίγουρα οι συνδικαλιστές έχουμε πρώτιστα το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης. Πρώτιστα θα πρέπει να έχουμε έγκαιρη ενημέρωση. Πολλές φορές έχουμε ενημέρωση από τα κεντρικά λίγες μόνο ώρες πριν λήξει το ωράριο της προηγούμενης ημέρας. Ως πρωτοβάθμιο όργανο δεν προλαβαίνουμε σε εκείνο το χρονικό διάστημα να βγάλουμε ανακοίνωση και να ενημερώσουμε. Επιπλέον ενώ η ΑΔΕΔΥ έχει διακηρύξει ότι θα πρέπει η βούληση για απεργίες να διαμορφώνεται από τα «κάτω» (δηλ. από τους εργαζόμενους και τα πρωτοβάθμια σωματεία) προς τα «πάνω» (ομοσπονδίες και τέλος ΑΔΕΔΥ), μέχρι σήμερα δεν έχει ουσιαστικά υλοποιηθεί. Δεύτερον, επειδή πιέζεται ο κόσμος οικονομικά τα τελευταία χρόνια, οι εργαζόμενοι στο δημόσιο, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα (που ίσως είναι σε χειρότερη θέση από εμάς), όλοι έχουν ως πρόχειρη δικαιολογία την οικονομική επιβάρυνση, η οποία είναι σημαντική βέβαια. Εκτιμώ όμως ότι το ζήτημα δεν είναι εκεί. Το οικονομικό ζήτημα που τίθεται από τους περισσότερους συναδέλφους θεωρώ ότι είναι προσχηματικό, γιατί, αν οι άνθρωποι πίστευαν ότι πρέπει να απεργήσουν είτε γιατί υπάρχει κάποιο όραμα είτε κάποιος σχεδιασμός είτε γιατί υπάρχει μία στρατηγική είτε γιατί πραγματικά πίστευαν στην αξία της υπηρεσίας που παρέχουν, θα το τολμούσαν χωρίς ιδιαίτερη παρότρυνση και χωρίς να υπολογίζουν την οικονομική επιβάρυνση. Λέω συνεχώς ότι με την απεργία, για παράδειγμα αυτές που έγιναν με αφορμή την παιδεία, ουσιαστικά δεν παλεύουμε μόνο για το σήμερα, παλεύουμε και για τις συνθήκες εργασίας στο μέλλον, τις δικές μας αλλά και των επόμενων γενεών. Αν τεθεί σε κάποιον συνάδελφο το ερώτημα «κάνεις απεργία για το παιδί σου που αύριο θα είναι στο δημόσιο και δεν θα έχει ασφάλιση και δεν θα έχει τις ίδιες συνθήκες εργασίας;» θα απαντούσε καταφατικά. Άρα το οικονομικό είναι πρόφαση. Είναι καθαρά αποτέλεσμα του γενικότερου ελλείμματος που υπάρχει, το έλλειμμα πίστης ότι μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε, που όμως έχει ως κρίσιμο κλειδί τη συλλογική βούληση. Μπορεί να παίξουν κινητήριο ρόλο κάποια άτομα, αλλά δεν θα είναι καθοριστικά αν η κοινωνία δεν προετοιμαστεί και δεν έχει ζυμώσει μέσα της τη σκέψη ότι πρέπει επιτέλους να αλλάξει κάτι. Γιατί όλοι μαζί με μαθηματική ακρίβεια οδεύουμε στο ναδίρ και δεν θα γίνει τίποτα, όσα άτομα δραστήρια και εμπνευσμένα να υπάρχουν. Απλά θα είναι οι ουτοπιστές και οι ρομαντικοί της όλης υπόθεσης.
ΠτΘ: Ποια η άποψή σας για τις αυξήσεις που ανακοινώθηκαν για τους δημόσιους υπαλλήλους;
Γ.Τ.: Κατ’ αρχήν υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα στις αμοιβές του δημόσιου τομέα. Είναι η εισοδηματική πολιτική που ασκείται εδώ και χρόνια. Αυτό έχει ως συνέπεια η αύξηση να δίνεται επί του βασικού μισθού επί του οποίου ένα ποσοστό 4% αντιστοιχεί σε ένα 2,5% με συνέπεια να οδηγούμαστε κάθε φορά σε διεκδίκηση επιδομάτων ή αύξηση υφιστάμενων επιδομάτων, με αποτέλεσμα οι αποδοχές να είναι πάντοτε μειωμένες και πάντα να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είχε διακηρυχθεί από την παρούσα κυβέρνηση ότι θα ψηφισθεί το ενιαίο μισθολόγιο και θα αρθούν αυτές οι ανισότητες και θα ενσωματωθούν τα επιδόματα. Είχαν πει ότι αυτό θα ξεκινήσει από το 2006. Είμαστε στο 2007, έχουμε ήδη μπει μάλλον σε προεκλογική περίοδο και απ’ ό,τι φαίνεται στον ορίζοντα δεν θα υπάρξει καμία αλλαγή μέχρι τις επόμενες εκλογές.
ΠτΘ: Και όσον αφορά στις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ;
Γ.Τ.: Καταρχήν για το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δεν έχω ακόμη ενημερωθεί λεπτομερώς. Εκτιμώ όμως ότι οι αρχές που θέτει είναι στη σωστή κατεύθυνση. Επίσης προσωπικά θα ήθελα να επισημάνω κάποιες γενικές κατευθύνσεις που αφορούν στο δημόσιο. Πρώτον πρέπει να διασφαλίζει τα συμφέροντα του κράτους έναντι αντικρουόμενων ιδιωτικών συμφερόντων, αλλά και να διευκολύνει τον πολίτη στις υπηρεσίες που πρέπει να του παρέχει το κράτος. Παράλληλα το δημόσιο επίσης θα πρέπει να αποτελεί την πλατφόρμα για την ανάπτυξη του υγιούς ιδιωτικού τομέα. Του ιδιωτικού τομέα δηλ. που δεν αποβλέπει στην καιροσκοπική αφαίμαξη κερδών, αλλά στην παροχή προϊόντων και υπηρεσιών, με κέρδη ανάλογα της αξίας που τελικά αναγνωρίζει η ίδια η κοινωνία. Αυτά δεν γίνονται όπως θα θέλαμε. Η Δημόσια Διοίκηση λειτουργεί «πνιγμένη» στη γραφειοκρατία και σε ένα πολυδαίδαλο νομοθετικό πλαίσιο. Αυτό γίνεται επειδή η πολιτική εξουσία θέλει τη δημόσια διοίκηση έρμαιο ρουσφετολογικών αναγκών του κάθε πολιτικού. Εάν υπήρχε μια δημόσια διοίκηση ακέραια, διαφανής και πραγματικά ανεξάρτητη από την εκάστοτε πολιτική εξουσία δεν θα υπήρχε τρόπος παρέμβασης κανενός πολιτικού, με συνέπεια να υπήρχε διοίκηση, που θα αναδείκνυε την πραγματική της αξία και ουσιαστικά έτσι μόνο θα υπηρετούσε τον πολίτη και το λαό. Αυτός είναι και ο στόχος της δημόσιας διοίκησης. Επειδή η αλλαγή της δημόσιας διοίκησης είναι θέμα πολιτικής βούλησης, προσωπικά πιστεύω ότι μέχρι σήμερα ουσιαστικά δεν έχει υπάρξει. Θεωρώ λοιπόν ότι, για να γίνει αυτό, θα πρέπει να καταρχήν να αντιληφθούμε όλοι τη σημασία και την αναγκαιότητα του Δημοσίου, σε ένα κράτος που η συλλογική βούληση θα πρέπει να προηγείται του ατομικού συμφέροντος, μιας Δημόσιας Διοίκησης απελευθερωμένης από κομματικές εξαρτήσεις και τις επακόλουθες στρεβλώσεις, μιας Δημόσιας Διοίκησης που θα προσφέρει στον πολίτη, στην ανάπτυξη της χώρας μας. Έτσι εκτιμώ ότι θα πείσουμε την εκάστοτε πολιτική εξουσία πως μια Δημόσια Διοίκηση με τα σημερινά προβλήματα και δυσλειτουργίες δεν ωφελεί κανέναν, παρά μόνον όσους καιροσκοπικά θέλουν να καρπωθούν απ’ αυτή. Παρόλα αυτά εκτιμώ πως η σημερινή κυβέρνηση, έχοντας «θεοποιήσει», ιδεολογικά, τη διάσταση της αγοράς και του ιδιωτικού τομέα, είναι πολύ δύσκολο να αποκτήσει αυτή τη βούληση, διότι η βούληση αλλαγής προϋποθέτει πίστη σ’ αυτό που θέλεις να αλλάξεις.
ΠτΘ: κ. Τριανταφυλλόπουλε σας ευχαριστώ πολύ.
Γ.Τ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
