«Μειονοτικα ζητηματα εκπαιδευσης, θρησκευτικης ετεροτητας, γλωσσας»
Πρόεδρος της Νομικής Σχολής Θράκης, Καθηγητής Ιωάννης Σχινάς:
«Η Θράκη μας σήμερα, ασφαλής όσο ποτέ, είναι το νοτιοανατολικό άκρο της Ε.Ε. και της ζώνης του Ευρώ»
Την εκδήλωση άνοιξε η ανάγνωση του χαιρετισμού του Προέδρου της Νομικής Σχολής, κ. Ιωάννη Σχινά, ο οποίος είχε αποδεχτεί πρόσκληση να συντονίσει τη συζήτηση, αλλά, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων παρέμεινε στην Αθήνα.
![]() |
Στο καλωσόρισμα της εκδήλωσης αναφέρθηκε στην πολυμορφία της Θράκης και ανέτρεξε στο ιστορικό της παρελθόν: «Το 1931, ο Ελεύθεριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός της Ελλάδας, περιόδευσε την ελληνική Θράκη συντροφιά με τον τούρκο ομόλογό του, πρώην εχθρό και ήδη φίλο του, Ισμέτ πασά Ινονού. Ο Ισμέτ πασάς παρατήρησε πόσο πολλά ήταν τα τζάμια. «Γιατί δεν τους τα κλείνεις;» ρώτησε τον Έλληνα πρωθυπουργό. Και ο Βενιζέλος απήντησε: «Γιατί στην Ελλάδα έχουμε πλήρη θρησκευτική ελευθερία». Ο διάλογος αποδίδει το πολιτικό κλίμα της εποχής, όχι μόνο της νεοπαγούς και εξαιρετικά φιλόδοξης ελληνοτουρκικής φιλίας.
Ο Ινονού μιλούσε ως συνθεμελιωτής του κεμαλικού τουρκικού κράτους, εθνικού, καθαρά λαϊκού, με λατινικό αλφάβητο και δυτικά πρότυπα.
Ο Βενιζέλος αισθανόταν ασφαλής όσο οι μειονοτικοί της Θράκης παρέμειναν παλαιότουρκοι, βαθιά ριζωμένοι στο ισλάμ, με αραβικό αλφάβητο και σε αντιπαλότητα προς το λαϊκό χαρακτήρα του νέου τουρκικού κράτους».
Ο κ. Σχινάς, μέσα από την επιστολή του, ταξίδεψε στην αγροτική, προπολεμική Θράκη, με τους προσφυγικούς πληθυσμούς, την καχυποψία μεταξύ χριστιανικού και μουσουλμανικού στοιχείου, αλλά και τις δραματικές εξελίξεις με τη βουλγαρική κατοχή. «Τώρα, στο στόχαστρο της εθνικής καχυποψίας βρέθηκαν οι Πομάκοι. Ως δυνάμει Βούλγαροι σε ελληνικό έδαφος και μάλιστα παραμεθόριο, τέθηκαν υπό στενή στρατιωτική επιτήρηση».
Στις ιστορικές εξελίξεις κατέγραψε τη συμμαχία Ελλάδας – Τουρκίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, το Κυπριακό, την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το ΄74.
Ο κ.Σχινάς δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις τωρινές συνθήκες, σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, αλλά και στα «εσωτερικά» της γείτονος χώρας. «Η Θράκη μας σήμερα, ασφαλής όσο ποτέ, είναι το νοτιοανατολικό άκρο της Ε.Ε. και της ζώνης του ευρώ.
Έχοντας κατακτήσει ζηλευτό επίπεδο ευμάρειας, είναι ήδη με τον κορυφαίο της θεσμό, το Δ.Π.Θ., τόπος έρευνας, παραγωγής και μετάδοσης επιστημονικής γνώσης και, άρα, ελευθερίας και ανάπτυξης».
Δημήτρης Χριστόπουλος:
«Η αυτοϋπονόμευση της Ελλάδος στην Ε.Ε. προερχόταν από την απάντηση ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μειονότητες»
Στην εισήγησή του ο κ. Χρι-στόπουλος, πρώτος εκ των εισηγητών αναφέρθηκε στο πώς τίθεται σήμερα στην Ελλάδα το ζήτημα των μειονοτήτων σε συνδυασμό με τις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Σύμφωνα με τον κ. Χριστόπουλο, «υπήρξε συνειδητή πολιτική επιλογή της Ελλάδας, ζητήματα που σχετίζονται με την θρησκευτική γλωσσική ή εθνοτική ετερότητα των ελλήνων πολιτών, να τεθούν στο περιθώριο της επιστημονικής έρευνας για πολλές δεκαετίες». Το τέλος του ψυχρού πολέμου έφερε επειγόντως στην κορυφή της πολιτικής ευρωπαϊκής ατζέντας τις εθνοτικές διεκδικήσεις εντάσσοντάς τα σε τρεις στρατηγικές προσέγγισης και προοπτικές. «Η πρώτη είναι αυτή της διαφύλαξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η δεύτερη είναι αυτή που αντιλαμβάνεται την προστασία των μειονοτήτων ως προϋπόθεση, για την ασφάλεια και την ειρήνη στην Ευρώπη. Η τρίτη, κατά την άποψη μου εξαιρετικά σημαντική, είναι η προσέγγιση που ακολουθείται από συγκεκριμένους ευρωπαϊκούς θεσμούς, που αντιλαμβάνεται την προστασία της γλωσσικής ετερότητας ως βασικό στοιχείο της διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης, που ακολουθήθηκε από τον σύμβουλο της Ευρώπης με την υιοθέτηση του Χάρτη των Μειονοτικών και Περιφερειακών Γλωσσών». Ο μειονοτικός λόγος, κατά τον κ. Χριστόπουλο, γίνεται το επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων την δεκαετία του 1990, οπότε αρχίζει να ηθικοποιείται και από λόγος εθνικής αποσταθεροποίησης, καθίσταται λόγος προϋπόθεσης ασφάλειας, συνεργασίας, ειρήνης και από λόγος διακρίσεων καθίσταται λόγος των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Έτσι ξεκινά από τους θεσμούς της Ευρώπης νέα φιλομειονοτική πολιτική στην οποία, όπως τόνισε ο κ. Χριστόπουλος «η χώρα μας δεν έπεσε θύμα αυτής της φιλομειονοτικής μόδας που κυρίεψε την Ευρώπη και μάλιστα αντιστάθηκε σθεναρά ώστε να μην βρει ερείσματα για να κυριαρχήσει σε επίπεδο ευρωπαϊκών θεσμών, σθεναρά, πλην όμως μάταια διότι οι περισσότερες ισχυρές κυβερνήσεις, με την λαμπερή ή σκοτεινή εξαίρεση της γαλλικής κυβέρνησης, δεν φαινόταν διατεθειμένες να απεμπολήσουν το πραγματικό όσο και συμβολικό όπλο της Ευρωπαϊκής ενοποίησης για χάρη των λιγοστών ομολόγων τους που δεν ήταν διατεθειμένες να συζητήσουν τα μειονοτικά τους, με μια σχετική δόση ειλικρίνειας. Κατά την περίοδο αυτή σταδιακά απαξιώνεται ο ελληνικός λόγος για τα μειονοτικά στο διεθνές περιβάλλον, με αποτέλεσμα το στιγματισμό της για τη συμπεριφορά της προς τους μειονοτικούς, ενώ επιπρόσθετα η Ελλάδα, σε σύγκριση με άλλες χώρες, δεν μπόρεσε να σταθεί ικανή να αρθρώσει θεωρητικό επιχειρηματολογικό υπόβαθρο που θα ενίσχυε την διεθνή της θέση και απλά σιωπούσε. Η αυτοϋπονόμευση της Ελλάδας προερχόταν από την απάντηση ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μειονότητες και άρα δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν λόγοι για τους οποίους η αντιμετώπιση αυτών των μειονοτήτων θα μπορούσε να κριθεί ως και προβληματική. Έτσι, η Ελλάδα, όχι μόνο δεν έπεισε το διεθνές ακροατήριο για τα μειονοτικά της, αλλά και ενίσχυσε τα ήδη οξυμένα φιλομειονοτικά αντανακλαστικά δίνοντας την ευκαιρία σε κάποιους να εμφανιστούν ως οι θεματοφύλακες αυτών των ζητημάτων με τρόπο που ενίοτε εύλογα ερέθιζε τα ήδη οξυμένα αντιμειονοτικά αντανακλαστικά του ελληνικού κράτους». Και αυτό έγινε αντιληπτό στην ελληνική κυβέρνηση στα τέλη του 1990 οπότε παρατηρείται μια στροφή, όπου δειλά και σταθερά γίνονται επίσημες πλέον αναφορές των τριών εθνοτικών ομάδων της μειονότητας όπως και οι αναφορές σε Σλαβομακεδόνες, ντόπιους κλπ.
Γιώργος Μαυρομάτης:
«Η ταυτότητα δεν είναι μονοδιάστατη»
Ο κ. Μαυρομάτης στη συ-νέχεια παρουσίασε το βιβλίο της Σεβαστής Τρουμπέτα «Κατασκευάζοντας ταυτότητες για τους μουσουλμάνους της Θράκης. Το παράδειγμα των Πομάκων και των Τσιγγάνων», τίτλος όπως τον χαρακτήρισε προκλητικός που γεννά δύο ερωτήματα. Τι είναι ταυτότητα και τι είναι η κατασκευή της: «Η έννοια της ταυτότητας έχει κατ’ αρχήν μία αντίφαση. Ταυτίζομαι με κάτι σημαίνει ότι έχω απόλυτη ομοιότητα με κάτι. Όμως το δελτίο ταυτότητάς μας υποδηλώνει την διαφορετικότητά μας από τους άλλους. Το ζήτημα της ταυτότητας είναι ένα ζήτημα αναζήτησης ορίων ανάμεσα στο όμοιο και διαφορετικό, στο οικείο και στο ξένο, δηλαδή το άγνωστο και για αυτό απειλητικό. Ουσιαστικά η αναζήτηση της ταυτότητας είναι αναζήτηση της σχέσης περικλείω και αποκλείω. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι υπάρχουν πολλαπλές ταυτότητες σε μία. Η ταυτότητα δεν είναι μονοδιάστατη». Με αυτές τις σκέψεις, κατά τον κ. Μαυρομάτη, η κ. Τρουμπέτα ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο της, και είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι οι ταυτότητες έχουν μία αρχή και ένα τέλος. Ακολούθως τόνισε: «Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι η ταυτότητα των μελών της μειονότητας δομείται μέσα σε ένα πολύπλοκο σύστημα, σημαντικά στοιχεία του οποίου είναι η κοινωνική διαστρωμάτωση, τα αξιακά συστήματα, η ιστορική, οικονομική και πολιτική συγκυρία, οι πολιτικές επιλογές του ατόμου και βέβαια η σχέση με την μειονότητα και με τους κυρίαρχους εθνικισμούς της περιοχής, ελληνικός, τουρκικός, βουλγαρικός. Οι παραστάσεις των Πομάκων και Τσιγγάνων κινούνται τόσο στο χώρο του ετεροπροσδιορισμού, όσο και του αυτοπροσδιορισμού. Έτσι στο χώρο του ετεροπροσδιορισμού οι Πομάκοι στην ελληνική κοινωνία προσδιορίζονται με δύο διαφορετικές εικόνες, που αντιστοιχούν δύο διαφορετικά επίπεδα ιδεολογικής κατασκευής, εκ των οποίων η μία είναι θετική, αλλά ιδεατή και συντίθεται από διανοούμενους και δεν έχει καμία σχέση με την κατάσταση των Πομάκων στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η δεύτερη εικόνα σχετίζεται από την σχέση της με την ελληνική πλειονοτική κοινωνία. Από τότε που κατέβηκαν από τα ορεινά οι Πομάκοι είναι ανειδίκευτο, αναλφάβητο και χαμηλά αμειβόμενο προσωπικό, γεγονός που δημιουργεί μία αρνητική εικόνα, η οποία όμως δεν μπορεί να υποσκελισθεί από τη θετική εικόνα που έχουμε για αυτούς. Στο χώρο του αυτοπροσδιορισμού οι Πομάκοι δεν φαίνεται να προβάλλουν κάποια ιδιαίτερα πολιτική ταυτότητα και από την αρχή της πολιτικής συγκρότησης της μειονότητας εντάχθηκαν οι περισσότεροι στους παλαιομουσουλμάνους. Από το 1950 παρατηρείται όμως μια αλλαγή, έτσι ώστε τη δεκαετία του 1980 πολλοί Πομάκοι, να προσδιορίζονται Τούρκοι. Κάποιοι προσδιορίζονται Πομάκοι εκδηλώνοντας την άρνηση να ταυτισθούν με τους μειονοτικούς Τούρκους και παράλληλα υποδηλώνοντας την επιθυμία ένταξής τους στην ελληνική κοινωνία».
Στη συνέχεια, ο κ. Μαυρομάτης έδωσε την εικόνα των Τσιγγάνων, τους οποίους ο εθνικός τουρκικός λόγος χαρακτηρίζει ως Τούρκους, γεγονός που δεν συμβαίνει στην καθημερινή πρακτική. Από την άλλη, ο ελληνικός εθνικισμός τους διαχωρίζει από τους Τούρκους. Ο αυτοπροσδιορισμός τους κινείται σε δύο άξονες και έτσι ορισμένοι αυτοπροσδιορίζονται ως αθίγγανοι και ορισμένοι αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι και τρίτος προσδιορισμός είναι Έλληνες μουσουλμάνοι.
Ο κ. Μαυρομάτης, ολοκλήρωσε επισημαίνοντας: «Η διαμόρφωση της ταυτότητας των Τσιγγάνων και Πομάκων γίνεται στα πλαίσια δύο ανταγωνισμών. Πλειονοτικός, μειονοτικός, στη Θράκη, ελληνοτουρκικός σε επίπεδο εθνικισμών, ανταγωνισμοί που παλαιότερα επέβαλλαν και ταυτότητες μοναδικές. Θα είναι ή μόνο Τούρκος ή μόνο Έλληνας.
Όσο όμως υποχωρούν αυτοί οι εθνικισμοί αρχίζει να μένει χώρος και για επιμέρους ατομικούς προσδιορισμούς. Έτσι κάποιος μπορεί να θέλει να είναι και Τούρκος και Έλληνας και Πομάκος ή μόνο Τούρκος και Τσιγγάνος».
Ιμπράμ Ονσούνογλου:
Ο κ. Ονσούνογλου παρουσίασε με τη σειρά του το βιβλίο «Η μειονοτική εκπαίδευση της Θράκης – Συλλογή νομοθεσίας – Σχόλια» των Μπαλτσιώτη Λάμπρου και Τσιτσελίκη Κωνσταντίνου, όπου παρατίθενται εβδομήντα κείμενα, περιλαμβάνει σχεδόν όλη τη σχετική νομοθεσία μιας και το βιβλίο, κατά τον κ. Ονσούνογλου «δεν μπορούσε να περιλάβει όλες τις απόρρητες εγκυκλίους και εντολές, οι οποίες δεν θα δουν ποτέ τα φώτα της δημοσιότητας».
Το βιβλίο δίνει τη δυνατότητα στο μελετητή να παρακολουθεί την ιστορική διαδρομή της μειονοτικής εκπαιδευτικής πολιτικής της Ελλάδας. «Από την ανάγνωση των νομοθετημάτων προκύπτουν σαφείς ενδείξεις για την πορεία υποβάθμισης της μειονοτικής εκπαίδευσης, όχι όμως τόσες ώστε να μπορεί να εξηγηθεί με μία ανάγνωση η σημερινή κατάντια της. Η μειονοτική εκπαίδευση είναι ένας μηχανισμός που έχει στηθεί για να παράγει την αμορφωσιά».
Οι βολές του κ. Ονσούνογλου στράφηκαν κατά της ΕΠΑΘ, «αγκάθι που πρέπει να θεραπευτεί», αφού όμως σημείωσε ότι τρέφει απεριόριστη συμπάθεια προς τους ΕΠΑθίτες: «Όπως λειτουργεί η Σχολή είναι απαράδεκτη και υπάρχει επείγουσα ανάγκη να διορθωθεί». Σχολίασε με έμφαση προφορική καταγγελίαότι «η ΕΠΑΘ ανήκει στο υπουργείο Εσωτερικών και την ΕΥΠ» και αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό απαγόρευσης, από πλευράς της ΕΠΑΘ, υποβολής ερωτηματολογίου στους σπουδαστές της, σχετικού με το ρατσισμό.
Vemund Aarbakke:
Ο Νορβηγός ερευνητής – ιστορικός, κ. Vemund Aarbakke με ιδιαίτερο χιούμορ προσέγγισε τους φόβους των ανθρώπων απέναντι σε όρους που δηλώνουν εθνοτική καταγωγή, «Τούρκος», «μουσουλμάνος», σχολιάζοντας ότι παρόμοια συμπεριφορά εμφανίζεται και στην Ευρώπη. «Είναι σημαντικό το πώς χειρίζονται αυτά τα προβλήματα εδώ μέσα». Ανατρέχοντας σε έκθεση του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι σε σχέση με την περιοχή, επεσήμανε ότι «υπάρχουν σωστά πράγματα αλλά και ανακρίβειες».
Μετά τον κ. Aarbakke, ο κ. Τσιτσελίκης ανέτρεξε στα 80 χρόνια της συνύπαρξης του ελληνικού κράτους με τη μειονότητα παραπέμποντας σε άρθρο του για «τη θέση του μουφτή στην ελληνική έννομη τάξη». Σχολίασε ότι γίνεται διαστρέβλωση των αρμοδιοτήτων του μουφτή, κι έκανε λόγο για τους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες που ζουν μόνιμα σε εκτός της Θράκης περιοχή, (περίπου 25% της μειονότητας διαβιεί σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Δωδεκάνησα) και δεν έχουν τη δυνατότητα ν’ αποτανθούν σε οικείο μουφτή.
Ο κ. Τσιτσελίκης δε παρέλειψε να αναφερθεί στην ΕΠΑΘ, κάνοντας λόγο για «απερίγραπτο θεσμικό οργανισμό της εκπαίδευσης».
![]() |
Με το κλείσιμο των εισηγήσεων, η κ. Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη έδωσε το λόγο στο κοινό για τοποθετήσεις και ερωτήσεις.
Ο προϊστάμενος της Α/θμιας Εκπαίδευσης Ν. Ροδόπης, κ. Βασίλης Βασιλειάδης χαιρέτισε την εκδήλωση ως σημαντικό γεγονός και τόνισε: «Το σύνολο των μουσουλμάνων είναι πολίτες του ελλαδικού χώρου. Πρέπει να διευκολύνονται εκπαιδευτικά, οικονομικά, κοινωνικά».
Το θέμα της ΕΠΑΘ φάνηκε να ελκύει σε μεγάλο βαθμό το κοινό, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν πολλοί ΕΠΑΘίτες δάσκαλοι, οι οποίοι βέβαια δεν φέρουν ευθύνη για την κατάσταση της παρεχόμενης στη μειονότητα εκπαίδευσης.
Από τον κ. Μαυρομάτη ζητήθηκε διευκρίνηση τι σημαίνει ο όρος «αρχαίοι Τούρκοι» και απάντησε ότι «όπως κάθε ιστορία έτσι και η Τουρκία έχει αρχαίους, τίποτα περισσότερο».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.


