«ΜΑΗΣ ΤΟΥ ‘68»
Ο επονομαζόμενος «Μάη του 1968» αφορά στην πολιτική και κοινωνική αναταραχή που ξέσπασε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια των μηνών Μαΐου και Ιουνίου, που αρχικά ξεκίνησαν από κινητοποιήσεις μαθητών και φοιτητών, γρήγορα επεκτάθηκαν με γενική απεργία των εργατών και τελικά οδήγησαν σε μια πολιτική και κοινωνική κρίση, που άρχισε να παίρνει διαστάσεις επανάστασης και οδήγησε στη διάλυση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και την προκήρυξη εκλογών από τον τότε πρόεδρο Σαρλ Ντε Γκωλ. Βέβαια, μπορεί η κυβέρνηση να βρέθηκε υπό κατάρρευση, αλλά ο επαναστατικός αναβρασμός έπαψε να υπάρχει σχεδόν τόσο γρήγορα όσο προέκυψε. Οι εργαζόμενοι επέστρεψαν στις εργασίες τους και όταν τελικά πραγματοποιήθηκαν εκλογές, το κόμμα του Ντε Γκωλ προέκυψε ισχυρότερο από πριν.
Τα γεγονότα κατέληξαν σε πολιτική αποτυχία, αλλά οι κοινωνικές τους συνέπειες ήταν τεράστιες. Μπορεί να μη διήρκεσαν μόνο ένα μήνα, αλλά ο όρος Μάης του ‘68 έγινε συνώνυμο με την αλλαγή των κοινωνικών αξιών. Στη Γαλλία, θεωρείται ως σημείο-σταθμός για τη μετάβαση από το συντηρητισμό (θρησκεία, πατριωτισμός, σεβασμός στην εξουσία) στις φιλελεύθερες ιδέες (ισότητα, ανθρώπινα δικαιώματα, σεξουαλική απελευθέρωση). Γι’ αυτό, ίσως, μερικοί φιλόσοφοι και ιστορικοί έχουν υποστηρίξει ότι αυτή «η εξέγερση ήταν το σημαντικότερο επαναστατικό γεγονός του 20ού αιώνα». Άλλωστε, δεν πραγματοποιήθηκε από μεμονωμένο πλήθος, όπως οι εργαζόμενοι ή οι φυλετικές μειονότητες, αλλά ήταν μια παλλαϊκή εξέγερση, άνευ φυλετικών, πολιτιστικών, ηλικιακών και κοινωνικών διακρίσεων.
Στην Ευρώπη, τα γεγονότα του παρισινού Μάη αποτέλεσαν έμπνευση για παρόμοιους κοινωνικούς αγώνες αλλά και αφορμή για ρήξη ορισμένων κομματιών του σοσιαλιστικού κινήματος με τα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα. Το ίδιο και στην Ελλάδα, που τότε βρίσκονταν ακόμα στις αρχές μιας επταετούς παραμονής στον «γύψο» του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Όπως άλλωστε υποστηρίζει και ο κομοτηναίος σκηνοθέτης Ροβήλος Μανθούλης, που έζησε από κοντά τα γεγονότα, «αν δεν είχε γίνει ο Μάης του ‘68, δεν θα είχε γίνει το Πολυτεχνείο με τον τρόπο που έγινε, την αναρχική διάστασή του».
Μια αναλυτική αναφορά των όσων έζησε ο Μανθούλης στο Παρίσι το ‘68 θα διαβάσετε τις επόμενες σελίδες. Όπως και μια γλαφυρή περιγραφή της καθηγήτριας Αννας Φραγουδάκη, που επίσης έζησε από κοντά τα γεγονότα. Ακόμα, μια ανάλυση του κομοτηναίου λογοτέχνη Αναστάση Βιστωνίτη σχετικά με τα συγγραφικά έργα που ενέπνευσαν τους επαναστατημένους νέους της εποχής εκείνης. Και φυσικά, τη μαρτυρία του καβαλιώτη συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού, που και αυτός υποστηρίζει ότι τίποτα δεν χάθηκε από τον Μάη του ’68: «Μπόλιασε αμέσως την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, έφερε φιλελευθεροποίηση των ηθών, και οι πρωτεργάτες του εξελίχθηκαν σε σημαντικούς δημοσιογράφους, διαφημιστές ή οικολόγους, προαναγγέλλοντας την έλευση της ηλεκτρονικής εποχής». Όπως άλλωστε επισημαίνει και ο Μανθούλης, «οι νέοι μεγαλώσανε, εντάχθηκαν στην κοινωνία, παίρνουν τον μισθό τους, πάνε διακοπές, αλλα αυτή είναι μια φυσική συνέπεια: το λουλούδι κάποια στιγμή γερνάει, αλλά οι σπόροι του μένουν και θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν προς τον ουρανό».
Για αυτό, ίσως, τα συνθήματα που γράφτηκαν και οι αφίσες που κολλήθηκαν στους παρισινούς τοίχους τον Μάη του ‘68 εξακολουθούν να διαβάζονται όχι νοσταλγικά αλλά έχοντας διαχρονική αξία. Όπως και τα τέσσερα άρθρα που ακολουθούν στις επόμενες δύο σελίδες…
Γράφει ο Γιάννης Γιαγκίνης
Φόρουμ
Τα συνθήματα των φοιτητών στις αφίσες και τους τοίχους
Του Ροβήρου Μανθούλη*
Δεν μπορώ να πω ότι ήμασταν εξόριστοι, γιατί οι μισοί από τους φίλους μου με είχαν πάρει από πίσω. Απλώς αλλάξαμε καφενείο. Απ’ το Βυζάντιο βρεθήκαμε στο Σεν-Κλοντ. Τι γυρεύαμε τόσοι Λαρισινοί στην Ύδρα; Εμάς μας ακολουθούσε ο Απρίλης ο σκληρός του ‘67 και ξαφνικά βρεθήκαμε στο Μάη τον τρυφερό του ‘68. Τρυφερός, γιατί τα Γαλλόπουλα ξήλωναν το καλντερίμι σαν να ήταν ανθόκηπος. Και πέταγαν τις τετράγωνες πέτρες σαν να ήταν λουλούδια. «Σ’ αγαπώ!!! Ω! Πες μου το μ’ ένα μπουκέτο πέτρες!».
Ήταν ένα από τα συνθήματα που έγραφαν οι φοιτητές στους τοίχους. Κανένα από τα συνθήματα δεν ήταν ανορθόγραφο. Μου έκανε εντύπωση. Οι ανορθόγραφοι είχαν ίσως άλλα καθήκοντα. Οι σπουδαστές της Σχολής Καλών Τεχνών, για παράδειγμα, είχαν κλειστεί στο εργαστήρι της Σχολής (το Λαϊκό Ατελιέ της τέως Σχολής Καλών Τεχνών, όπως το μεταβάφτισαν) και τύπωναν αφίσες. Που όλες σχεδόν έγιναν διάσημες. Και σήμερα αγοράζονται από τους συλλέκτες σε αστρονομικές τιμές. Δεν υπάρχει Έλληνας εξόριστος που να μην έχει αφίσα από τον Μάη του ‘68. Ο Γκούφας, μάλιστα, έχει και συλλογή από πέτρες. Είναι σίγουρα αυτές που λείπουν από το καλντερίμι της οδού Σεν-Ζακ. Εκεί που κόντεψα να στραμπουλίξω το πόδι μου τρέχοντας να δω τον «Καβάφη» του Σμαραγδή.
Τον Μάη του ‘68 κανείς δεν σκεφτότανε γιατί έγινε ο Μάης του ‘68. Όλοι ήθελαν να τον ζήσουνε. Να είναι εκεί. Αριστεροί, δεξιοί και όσοι κεντρώοι μπορεί να υπάρχουν. Η νεολαία των μεγαλοαστικών σπιτιών του Σανς-Ελιζέ έτρεχε να πάρει μέρος στα οδοφράγματα και το βράδυ ξαναγύριζε σπίτι της γεμάτη αναμνήσεις. Οι κάτοικοι του Καρτιέ Λατέν ‘βγαζαν καρέκλες στα μπαλκόνια και χάζευαν τις οδομαχίες. Και χειροκροτούσαν τους νικητές. Ένα ημερήσιο θέαμα, ή μάλλον ψυχόδραμα. Όλα τα σχολεία και φοιτητικά κέντρα είχαν καταληφθεί. (Ο Κούνδουρος με τρεις επαναστατημένους Πορτογάλους κατέλαβε την ελληνική φοιτητική εστία της Πανεπιστημιούπολης). Μεσήλικες και νέοι συνεδρίαζαν και λογομαχούσαν από το πρωί μέχρι το βράδυ στα αμφιθέατρα. Αργότερα κατάλαβα γιατί όσοι κυκλοφορούσαν εκεί ήταν μονίμως βραχνοί. Όλα τα προβλήματα της κοινωνίας είχαν τεθεί επί τάπητος εκείνο τον καιρό. Όπως αποδείχτηκε, στα γαλλικά σχολεία οι δάσκαλοι δεν άφηναν ποτέ τα παιδιά να πάρουν το λόγο. Και ξαφνικά, όλοι σταμάτησαν τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδες, δάσκαλοι και άφησαν τα παιδιά να μιλάνε. Τα οποία σταματημό δεν είχαν.
Κανείς δεν κατάλαβε γιατί ξέσπασε γενική απεργία σ’ όλη τη χώρα λίγο αργότερα. Ο φοιτητικός Μάης θεωρήθηκε σαν κάτι το φυσικό και το θεμιτό. Όλοι βρήκαν την ευκαιρία να απαιτήσουν όσα δεν τολμούσαν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η Γαλλία, σαν ένας άνθρωπος, ελευθερώθηκε από αόρατα δεσμά.Οι πολιτικοί, βλέποντας να έρχεται το τέλος της ντεγκωλικής δυναστείας, έβαζαν υποψηφιότητα για τη θέση του νέου πρωθυπουργού. Τανκς άρχισαν να εμφανίζονται στα περίχωρα. Και ο Ντε Γκωλ έτρεξε με ελικόπτερο στη Γερμανία να εξασφαλίσει την υποστήριξη του στρατηγού Μασί (αρχηγού των εκεί γαλλικών στρατευμάτων κατοχής). Αλλά πλησίαζαν ευτυχώς οι διακοπές και η ζωή ξαναβρήκε τον κανονικό της ρυθμό. Τρόπος του λέγειν, διότι βέβαια τίποτα δεν έμεινε όπως ήταν πριν. Η πολιτιστική επανάσταση άναψε στην Κίνα του Μάο, αλλά έγινε πραγματικότητα στη Γαλλία του Μάη.
Τελικά από τις αφίσες και τα συνθήματα στους τοίχους των σπουδαστών καταλαβαίνει κανείς γιατί ξεσηκώθηκε και τι ήθελε η γαλλική νεολαία: Κάτω η κόλαση των ξέφρενων βιομηχανικών ρυθμών! Η τηλεόραση μάς μολύνει το σπιτικό! Αφήστε το ασανσέρ και πάρτε την εξουσία! Αποφασίζω την εγκαθίδρυση του κράτους της ευτυχίας! Σπάστε το καλντερίμι να βρείτε την πλαζ!! Τρέχα σύντροφε γιατί ο παλιός ο κόσμος σ’ έχει πάρει από πίσω! Βγάλε μια μεγέθυνση του μυαλού σου! Η φαντασία αρπάζει την εξουσία! Σε λίγο τα εξαίσια συντρίμμια! Πηδάτε αλλήλους! Εδώ που τα λέμε, πολλά μωρά συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια αγρύπνιας πίσω από τα οδοφράγματα. Και όχι μόνο. Είδα ένα σύνθημα σε ασανσέρ: Μη κάνετε έρωτα στο ασανσέρ! Το είχε γράψει ένας ασπρομάλλης κύριος, καταγανακτισμένος. Όταν μάλιστα είδαμε την απίθανα τεράστια αντισυγκέντρωση των ντεγκωλικών στο Σανς-Ελιζέ, τότε καταλάβαμε τι σημαίνει συντηρητική Γαλλία. Οι αστοί που διασκέδαζαν στην αρχή με την υπερεαλιστική επανάσταση, τόσο τρόμαξαν στο τέλος με τον κίνδυνο να γίνουν πραγματικότητα όλα αυτά, που όταν με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο αποφασίσαμε να τυπώσουμε καρτ-ποστάλ με αφίσες και συνθήματα του Μάη, δεν βρήκαμε ούτε έναν καταστηματάρχη που δέχτηκε να τα πουλήσει! Και αναγκαστήκαμε να ξανακάνουμε ταινίες…
*Ο Ροβήρος Μανθούλης είναι σκηνοθέτης. Ανήκει στην ιστορική γενιά του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Θεωρείται ο κορυφαίος έλληνας δημιουργός ντοκιμαντέρ. Γεννήθηκε στην Κομοτηνή, μεγάλωσε στην να και πέρασε πολλά από τα χρόνια της ζωής του στην Γαλλία. Το συγκεκριμένο άρθρο έχει δημοσιευτεί στν εφημερίδα τ”Τα Νέα”
Οι συγγραφείς που ενέπνευσαν τους εξεγερμένους νέους
Του Αναστάση Βιστωνίτη*
Είναι τουλάχιστον αξιοπερίεργο που το σημαδιακό έτος 1968 τα περισσότερα βιβλία τα οποία γνώρισαν εμπορική επιτυχία ήταν μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας παραπλανά. Οι συγγραφείς που υπήρξαν ινδάλματα της εξεγερμένης νεολαίας δεν ήταν μυθιστοριογράφοι, ούτε και τα βιβλία που εξέφρασαν το πνεύμα της δεκαετίας του ‘60 ήταν έργα μυθοπλασίας. Κι αν από τους συγγραφείς αυτούς θέλαμε να ξεχωρίσουμε κάποιους, θα καταλήγαμε στον Γκυ Ντεμπόρ, στον Χέρμπερτ Μαρκούζε, στον Βίλχελμ Ράιχ και στον Πολ Γκούντμαν. Οι τρεις πρώτοι είναι πασίγνωστοι και πολυδιαβασμένοι στη χώρα μας. Ο Πολ Γκούντμαν παραμένει ακόμη ένας μεγάλος άγνωστος.
Ο Βίλχελμ Ράιχ υπήρξε ο γκουρού της σεξουαλικής επανάστασης και είναι εντυπωσιακό το ότι τα δύο δημοφιλέστερα βιβλία του τη δεκαετία του ‘60, η «Σεξουαλική επανάσταση» και η «Μαζική ψυχολογία του φασισμού», πρωτοκυκλοφόρησαν στην Ευρώπη το 1930 και το 1933 αντιστοίχως. Είχε κατά τρεις δεκαετίες προηγηθεί της εποχής του και η επίδρασή του θα παρέμενε ισχυρότατη για δύο τουλάχιστον δεκαετίες μετά τον θάνατό του. Οι ιδέες του, λ.χ., περί σεξουαλικότητας επηρέασαν βαθιά τον Νόρμαν Μέιλερ και τον Σολ Μπέλοου. Και η άποψή του ότι ο φασισμός αποτελεί κοινωνική έκφραση της σεξουαλικής καταπίεσης μόνον αποτελεί συστατικό στοιχείο του φροϋδομαρξισμού.
To «Ερως και πολιτισμός» του Μαρκούζε επεκτείνει τις ιδέες του Ράιχ 25 χρόνια αργότερα. Τόσο ο Ράιχ όσο και ο Μαρκούζε αναδεικνύουν το σεξ ως μείζονα παράγοντα κοινωνικής απελευθέρωσης και όπλο εναντίον της αποξένωσης από την εργασία, την κοινωνία και την επιθυμία. Ο συνδυασμός της μαρξιστικής με τη φροϋδική θεωρία έδωσε μια νέα γοητεία στον μαρξισμό και τον απήλλαξε από τα νέφη του βιομηχανικού τοπίου με τα οποία ήταν ως τότε περιβεβλημένος. Αλλά το βιβλίο αυτό πρέπει να το δει κανείς παράλληλα με ένα άλλο εξίσου δημοφιλές έργο του Μαρκούζε, τον «Μονοδιάστατο άνθρωπο» (1964) που ακόμη και σήμερα μας λέει απείρως περισσότερα από τις ποικίλες ακαδημαϊκές τεχνολογήσεις για τον έλεγχο της σκέψης, τις ψευδείς ανάγκες που δημιουργεί η αποκαλούμενη μεταβιομηχανική κοινωνία και φυσικά το τι συνεπάγεται η άλλη επανάσταση, αυτή των ΜΜΕ.
Ο Μαρκούζε θεωρεί πρωτοπορία των αλλαγών τους ριζοσπάστες διανοουμένους, τους περιθωριακούς και τις μειονότητες, ανάγοντας τη χεγκελιανή άρνηση της άρνησης στη μεγάλη άρνηση, την άρνηση της ενσωμάτωσης και άρα την απόρριψη του θετικιστικού πνεύματος, δηλαδή του μονοδιάστατου ανθρώπου.
Αν ο Μαρκούζε και ο Ράιχ ενέπνευσαν τους νέους της Αμερικής, ένας από τους αδιαφιλονίκητους μέντορες των νέων Γάλλων του Μάη του ‘68 ήταν ο Γκυ Ντεμπόρ. Πολλοί θα έλεγαν ότι πίσω από τον παθιασμένο νέο που έγραψε την «Κοινωνία του θεάματος» στα 35 του, έναν χρόνο πριν από τον Γαλλικό Μάη, υψώνεται η σκιά του Καστοριάδη. Οπως ο Ράιχ και ο Μαρκούζε, έτσι και ο Ντεμπόρ απέρριπτε τόσο τον δυτικό καπιταλισμό όσο και τον γραφειοκρατικό σοσιαλισμό. Αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του βασισμένος στη θεωρία της αποξένωσης και του φετιχισμού του εμπορεύματος του Μαρξ, μόνο που τώρα ο παράγοντας που τα ενεργοποιεί είναι ο κόσμος των εικόνων (του θεάματος), κύριου διάμεσου που καθορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ετσι, στη μάχη εναντίον του θεάματος είναι απολύτως αναγκαία η αυτονομία του ατόμου και η πλήρης απελευθέρωση της έκφρασης, που παραπέμπει στους υπερρεαλιστές. Ας θυμίσω ότι δύο από τα γνωστότερα συνθήματα του Γαλλικού Μάη, τα «Απαγορεύεται να απαγορεύεις» και «Η φαντασία στην εξουσία», είναι υπερρεαλιστικά συνθήματα.
«Το κύμα των φοιτητικών διαδηλώσεων στις αναπτυγμένες χώρες ξεπερνά τα εθνικά σύνορα, τις φυλετικές διαφορές, τις διακρίσεις ανάμεσα στον φασισμό, στον κορπορατικό φιλελευθερισμό και στον κομμουνισμό. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι οι ιθύνοντες των καπιταλιστικών χωρών υποστηρίζουν ότι οι αγκιτάτορες είναι κομμουνιστές, και οι κομμουνιστές ότι είναι αστοί ρεβιζιονιστές. Κατά τη γνώμη μου, μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία υπάρχει από κάτω – είναι ο αναρχισμός». Τα παραπάνω είναι από το περίφημο άρθρο του Πολ Γκούντμαν «Η μαύρη σημαία του αναρχισμού» (The Black Flag of Anarchism) που δημοσιεύθηκε στο «New York Times Magazine» της 14ης Ιουλίου 1968.
Οταν ο συγγραφέας πέθανε το 1972, η Σούζαν Σόντακ έγραψε σε ένα από τα συγκινητικότερα δοκίμιά της (On Paul Goodman): «Ηταν ο δικός μας Κοκτό και Σαρτρ… Αλλά είχε χαρίσματα που ούτε ο Σαρτρ ούτε ο Κοκτό διέθεταν ποτέ: ένα ισχυρό αίσθημα για το τι σήμαινε η ανθρώπινη ζωή, μια ευαισθησία κι ένα εύρος ηθικού πάθους».
Από τα τριάντα και πλέον βιβλία που έγραψε ο Πολ Γκούντμαν εκδόθηκε μόνον ένα στα ελληνικά, πριν από 31 χρόνια (Κριτική της κατεστημένης παιδείας. Υποχρεωτική δυσεκπαίδευση. Εκδόσεις Καστανιώτη). Το σπουδαιότερο έργο του είναι το «Growing Up Absurd» (Μεγαλώνοντας παράλογα – 1960) που αμέσως έγινε μπεστ σέλερ αποσπώντας ύμνους από την κριτική και ενθουσιάζοντας τη νεολαία. Τη σημασία του τη συνόψιζε σε μία φράση ο Χέρμπερτ Ριντ: «Η καλύτερη ανάλυση του πνευματικού κενού του τεχνολογικού μας παραδείσου».
Ηταν η ανάλυση των ΗΠΑ ως χώρας που δεν δημιουργούσε το κοινωνικό πλαίσιο όπου θα μπορούσαν να ενταχθούν οι νεότερες γενιές. Πράγματα που θα αναλύονταν εκτενώς αργότερα, ο Γκούντμαν τα θέτει προδρομικά: το άξενο των μεγάλων πόλεων, την καταστροφή της γειτονιάς, του παιχνιδιού, της κουλτούρας και του αισθήματος ότι όλοι κάπου ανήκουν. Ακόμη, την αποκοπή της παιδικής ηλικίας από την περίοδο της ενηλικίωσης, και τις μεγάλες εσωτερικές μετακινήσεις που οδηγούν στην καταστροφή της κουλτούρας.
Θα κλείσω παραφράζοντας την τελευταία παράγραφο του δοκιμίου της Σόντακ για τον Πολ Γκούντμαν: Θα πρέπει λοιπόν να ζήσουμε χωρίς την παρουσία τους και τα νέα βιβλία που θα μπορούσαν να μας δώσουν και, δυστυχώς, χωρίς το παράδειγμά τους, δηλαδή το δικαίωμα να κάνουμε λάθος.
* Ο Αναστάσης Βιστωνίτης είναι ποιητής και δοκιμιογράφος, αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Συγγραφέων Ευρώπης. Γεννήθηκε στην Κομοτηνή. Σήμερα αποτελεί τακτικό συνεργάτη της αθηναϊκής εφημερίδας το «Βήμα», όπου επιμελείται θέματα σχετικά με το βιβλίο και τη λογοτεχνία. Το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην εφημερίδα “Το Βήμα”
Αναμνήσεις των ημερών του Μάη
Της Άννας Φραγκουδάκη
Οταν έγινε η πρώτη μεγάλη φοιτητική διαδήλωση στις 13 Μαΐου, τεράστιο πλήθος ανέμιζε χιλιάδες κόκκινες και μαύρες παντιέρες και φώναζε «Είμαστε όλοι Γερμανοεβραίοι». Ηταν μαζική απάντηση στην εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος «l΄ Ηumanite» που είχε καταδικάσει τις πρώτες ταραχές στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ, αποκαλώντας «Γερμανοεβραίο» τον επικεφαλής εκεί κοκκινομάλλη φοιτητή Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ. Γύρω από το πλήθος, σε όποια διασταύρωση κοιτούσες, ήταν θάλασσα η αστυνομία με ασπίδες και κράνη. Βρισκόμουν στη διασταύρωση Σεν Μισέλ και Σεν Ζερμέν όταν η διαδήλωση σταμάτησε να προχωρεί. Είχα χάσει όλους τους γνωστούς. Καθώς περνούσε ώρα χωρίς να γίνεται τίποτα, ρώτησα έναν άγνωστο φοιτητή δίπλα μου: «Τι κάνουμε;». Δεν κατάλαβε. «Τι κάνουμε;» ξαναρώτησα. «Κατάληψη» απάντησε θριαμβευτικά. Και μετά, βλέποντας το απορημένο ύφος, εξήγησε: «Κατάληψη της συνοικίας».
Η αδρανής «κατάληψη της συνοικίας» σταδιακά εξελίχθηκε σε ενεργητική και οι φοιτητές, μπροστά στα απλανή μάτια της ακίνητης αστυνομίας, άρχισαν να φτιάχνουν οδοφράγματα. Ενας με κομπρεσέρ (πού το βρήκε άραγε;) έσκαβε το οδόστρωμα. Μικρές ομάδες με σχεδόν ενθουσιασμό έχτιζαν σωρούς με παρκαρισμένα αυτοκίνητα, πέτρες και ξηλωμένα κάγκελα.
Ψάχνοντας μέσα στο χάος κανέναν γνωστό, βρέθηκα στο επόμενο οδόφραγμα, πλατεία Λουξεμβούργου, όπου μοιράστηκα με τους γύρω μια τεράστια τρομάρα. Ενα αστυνομικό φορτηγό όρμησε πάνω στο συμπαγές πλήθος, φρενάροντας και μαρσάροντας με μουγκρητά, και κατάφερε να διασχίσει τον ανθρώπινο τοίχο χωρίς να χτυπήσει κανέναν, αφήνοντας πίσω όλους κατάχλωμους και με κομμένη την ανάσα μόλις έχοντας προλάβει να παραμερίσουν κατά έναν πόντο.
Ξαναγυρίζοντας προς τα κάτω έμαθα ότι οι εκπρόσωποι των φοιτητών διαπραγματεύονταν με τις αρχές και η διαδήλωση περίμενε το αποτέλεσμα. Αναμένοντας ώρες το αποτέλεσμα, οι μισοί φοιτητές σχολίαζαν με έντονες πολιτικές διαφωνίες τα γενόμενα ή φλερτάρανε, δυο τρεις εφευρίσκανε προκαλώντας γενικό ενθουσιασμό συνθήματα ποιητικά, όπως «Κάτω από το οδόστρωμα έχει αμμουδιά», οι άλλοι μισοί συνέχιζαν με ζήλο τα οδοφράγματα, ενώ οι απειράριθμοι γύρω αστυνομικοί στέκονταν πάντα και κοιτούσαν απλανώς.
Αργά τη νύχτα απέτυχαν οι φοιτητικές διαπραγματεύσεις με τις αρχές. Το μάθαμε από την ξαφνική αλλαγή της αστυνομίας. Σαν τεράστια μηχανή που απότομα πήρε μπρος, αστραπιαία ξεκίνησε η επίθεση. Κλομπς, δακρυγόνα και κάτι περίεργες άσπρες βόμβες που θρυμματίζονταν με δαιμονισμένο θόρυβο. Το πλήθος των διαδηλωτών ήταν συγχρόνως φοβισμένο και επιθετικό, οι περίεργες άσπρες βόμβες προκαλούσαν πανικό, ακούγονταν φωνές, βογγητά, κραυγές φόβου, εντολές, προτροπές θάρρους, σειρήνες νοσοκομειακών και κάποια στιγμή άρχισαν να ανάβουν εδώ κι εκεί μεγάλες φωτιές.
Την άλλη μέρα τα οδοφράγματα είχαν εξαφανιστεί και δεκάδες καμένοι σκελετοί αυτοκινήτων ήταν ωραία παρκαρισμένοι σαν σε έκθεση. Το μεσημέρι, στη δεύτερη μεγάλη διαδήλωση, κάτοικοι του Καρτιέ Λατέν, αρκετοί ιδιοκτήτες σίγουρα καμένων αυτοκινήτων και, με την ταξική σύνθεση της συνοικίας, πιθανότατα λίγοι με αριστερές ιδέες, έβγαιναν στα μπαλκόνια, έριχναν στο πλήθος βρεμένες πετσέτες για τα δακρυγόνα και φώναζαν στην αστυνομία: «Μη χτυπάτε τα παιδιά!».
Στο μεταξύ είχε καταληφθεί η Σορβόννη. Δεν πρόφτασα την κατάληψη, μόνο είδα ξαφνικά, καθώς η διαδήλωση περνούσε μπροστά, το μεσαιωνικό κτίριο στολισμένο με λάβαρα κόκκινα και μαύρα και πάνω στα αγάλματα σκαρφαλωμένοι φοιτητές να σκίζουν την τρίχρωμη σημαία και να ανεμίζουν το κόκκινο κομμάτι προς το πλήθος. Την επομένη, πρωτοσέλιδος τίτλος της εφημερίδας «Le Μonde» ονόμαζε την κατειλημμένη Σορβόννη «Το μεθυσμένο καράβι».
Μέσα στο «μεθυσμένο καράβι» ήταν γιορτινά, μολονότι μπαινοβγαίνοντας όλο και ξαναγύριζαν μερικοί με σπασμένα κεφάλια από την αστυνομία που φρουρούσε απ΄ έξω. Είχαν βγάλει ένα πιάνο στην αυλή και όποιος ήθελε έπαιζε. Ο Τίτος Πατρίκιος έφτιαχνε στίχους σατιρικούς με ομοιοκαταληξία το -όνη της Σορβόννης, αλλά ελληνικά, και έτσι είχε ελάχιστο ακροατήριο. Υπήρχε άφθονο φαγητό γιατί τα κοτόπουλα στέλνονταν με απόφαση συνεταιρισμών να βοηθήσουν τους εξεγερμένους φοιτητές. Γίνονταν όλη μέρα σε κατάμεστα αμφιθέατρα δημόσιες συζητήσεις και παρέλασαν όλα τα μεγάλα ονόματα της γαλλικής διανόησης, που όμως δοκιμάστηκαν σκληρά γιατί το φοιτητικό πλήθος ήταν ενθουσιασμένο με τη δύναμή του και δεν άφηνε κανέναν επώνυμο να μιλήσει.
Στους τοίχους της Σορβόννης γράφτηκαν τα συνθήματα που έμειναν στις μνήμες, με ίσως ωραιότερο το «Η φαντασία στην εξουσία». Εγιναν έντονα συγκρουσιακές αντιπαραθέσεις, αν τα συνθήματα θα γράφονταν πάνω στις τοιχογραφίες που άρα θα καταστρέφονταν• κέρδισε η άποψη να σωθούν οι τοιχογραφίες και να γράφει ο καθένας ό,τι θέλει αλλά στους κενούς τοίχους.
Ενα βράδυ καμιά τριανταριά Ελληνες φύγαμε από τη Σορβόννη για να καταλάβουμε το ελληνικό περίπτερο της Φοιτητικής Εστίας. Φτάσαμε αργά τη νύχτα. Ολα σκοτεινά, η κεντρική εξώπορτα μισόκλειστη, την έσπρωξε κάποιος και μπήκαμε. Το άλλο πρωί, οι αναρχικοί συμφοιτητές μας στο θυρωρείο σήκωναν το τηλέφωνο και έλεγαν «Εδώ ελεύθερο ελληνικό περίπτερο!» στις μανάδες που έπαιρναν έντρομες από την Αθήνα να μάθουν «αν ζει» το παιδί τους. Η δική μας κατάληψη κράτησε περίπου τρεις εβδομάδες. Αναλώθηκε σε ατελείωτες συνεδριάσεις ολοήμερες και ολονύκτιες με αντικείμενο πώς θα πέσει η δικτατορία και αγεφύρωτες διαφωνίες ανάμεσα σε ομάδες πολλών αριστερών αποχρώσεων.
Τις καταλήψεις πανεπιστημίων ακολούθησαν καταλήψεις άλλων δημοσίων κτιρίων, θεάτρων και τέλος εργοστασίων. Σε κάποια εργοστάσια οι εργάτες αποφάσισαν να υποκαταστήσουν τη διοίκηση και να συνεχίσουν κατά την κατάληψη την παραγωγή, δημοσιοποιώντας ότι η αυτοδιοίκηση είχε άριστα αποτελέσματα. Ο Μάης έπαιρνε άλλη μορφή από την ανταρσία των φοιτητών.
Τότε κινητοποιήθηκε ο αντίλογος. Εγινε μια εξίσου τεράστια διαδήλωση υπέρ του Ντε Γκωλ και της προστασίας του καθεστώτος. Παράλληλα κινητοποιήθηκε και η αντιπολίτευση. Οι εκπρόσωποι των αριστερών κομμάτων και μεγάλο πλήθος έκαναν μια συγκέντρωση σε στάδιο, με τη θέση ότι υπάρχει κενό εξουσίας και αντικείμενο την οργανωμένη παρέμβαση για να πάρουν πρωτοβουλίες ανάληψης της εξουσίας και καθοδήγησης του εξεγερμένου λαού. Κατέληξε σε πλήρη αποτυχία συνεννόησης.
Ο εξεγερμένος λαός έμεινε ακαθοδήγητος. Ο Ντε Γκωλ έκανε δήλωση που άρχιζε με τη φράση «Δεν πρόκειται να φύγω!». Η αστυνομία σταδιακά διέλυσε τις καταλήψεις εργοστασίων, ενώ στα κατειλημμένα πανεπιστήμια δεν αποπειράθηκε να διώξει τους φοιτητές. Το όνειρο της επανάστασης στα εργοστάσια ηττήθηκε, ενώ στα πανεπιστήμια ξεθώριασε ώσπου σταδιακά απελπίστηκαν και οι τελευταίοι και έφυγαν μόνοι τους.
Η επανάσταση έληξε και όλα ξαναγύρισαν στη θέση τους, με μια μεγάλη αλλαγή στη γαλλική γλώσσα. Ο Μάης άλλαξε το νόημα του πληθυντικού και του ενικού. Ο πληθυντικός μεταξύ ανθρώπων με οικείες σχέσεις που ξένιζε τα ελληνικά αφτιά μας έπαψε να σημαίνει σεβασμό στον συνομιλητή. Και ο ενικός, από δείκτης κατωτερότητας του συνομιλητή, από τότε σημαίνει αποδοχή, φιλία και αλληλεγγύη.
*Η Άννα Φραγκουδάκη είναι καθηγήτρια Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έζησε στη Γαλλία από το 1964 ως το 1976. Μαζί με την Θάλεια Δραγώνα είναι υπεύθυνες του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων. Το συγκεκριμένο κείμενο δημοσιεύτηκε στο “Βήμα Ιδεών”
Έζησα δύο Μάηδες σε έναν
Του Βασίλη Βασιλικού*
Ο Μάης του ‘68 σήμαινε για τους έλληνες πολιτικούς εξορίστους του Εμφυλίου ή για τους αυτοεξορίστους του ‘67 τη δυνατότητα να «πάρουν τα όνειρα εκδίκηση» στο ξένο σώμα (της Γαλλίας), αφού το δικό μας (η αιωνία Ελλάς) παρέμενε εκτός πεδίου βολής. Έτσι, με πάθος ορμήξαμε στην κατάληψη του ελληνικού περιπτέρου της Πανεπιστημιούπολης εκδικούμενοι το νεκρό δικό μας πανεπιστήμιο που είχε υποκύψει στους λόγους και στη βία των Παπαδόπουλου – Παττακού.
Στην ψυχανάλυση αυτό λέγεται «εκτόνωση διά μέσου τρίτων» (το σύνδρομο του καπνιστή που έκοψε το κάπνισμα και αρέσκεται να φουμάρει τον καπνό των άλλων). Όπως δε ο Μάης αυτός ήταν αναλυτικός της ψυχής (οι άνθρωποι στους δρόμους μιλούσαν για πρώτη φορά μεταξύ τους, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, μετά την επιτυχημένη απομόνωση που τους επέβαλαν οι αυτοκινητοβιομηχανίες της Σιτροέν και της Ρενό, που τους είχαν εγκλωβίσει στα τροχοφόρα κουβούκλιά τους) δεν νομίζω πως απέχει πολύ από την πραγματική «ομαδική θεραπεία» (group therapy) που ξεκινούσε εκείνη την εποχή στις ΗΠΑ.
Προσωπικά έζησα δύο Μάηδες σε έναν. Ώς τις 11 του Μάη ήμουν στην Πράγα, συμμετέχοντας στην περίφημη «Άνοιξη της Πράγας», που τρεις μήνες αργότερα έφερε τα σοβιετικά τανκς, και από τις 12 ώς το τέλος του μήνα στο Παρίσι, όπου άφησα το αποτύπωμά μου στους τοίχους της Σορβόννης (που πέρασε κατόπιν σε όλα τα ανθολόγια του Μάη του ‘68) με τη φράση «Ν’ allez pas en Grece cet ete, restez a la Sorbonne» (Μην πάτε διακοπές φέτος στην Ελλάδα, μείνετε στην κατειλημμένη Σορβόννη).
Αν οι εξεγέρσεις και οι πόλεμοι αποκτούν την αξία τους από τον αριθμό των θυμάτων, τότε σίγουρα ο Μάης του ‘68 θα είναι ο τελευταίος στη λίστα. Υπήρξαν θύματα και τραυματίες, αλλά όχι τόσοι που να δικαιολογούν τη σπουδαιότητα που απέκτησε αυτή η ειρηνική επανάσταση.
Αν, όμως, μια εξέγερση είναι σημαντική για τη σημασία της στην αλλαγή της νοοτροπίας, τότε ο Μάης του ‘68 είναι συνώνυμος σε σπουδαιότητα με το πέρασμα από την μαυρόασπρη τηλεόραση στην έγχρωμη. Που έγινε την ίδια εποχή.
Οπότε, οι μάζες περνούν από το θέαμα της κοινωνίας σαν πεδίο αλλαγής (άσπρο – μαύρο) στην κοινωνία του θεάματος σαν πεδίο με τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Όσοι «Μάηδες» δεν γίναν «πράσινοι», κατέληξαν στη διαφήμιση, στην οργάνωση συνεδρίων και στα οπτικοακουστικά. Εγκατέλειψαν το κείμενο για να περάσουν στην εποχή της εικόνας. Η γραφοσφαίρα έληξε επίσημα τον Μάη του ‘68 κι εγκαινιάστηκε η εποχή της βιντεοσφαίρας.
Ωστόσο, μένουν μερικές σκηνές ανεξίτηλα χαραγμένες στον νου: όπως εκείνη των ενοίκων του σπιτιού μου που σκίζαν τα σεντόνια των συζυγικών κρεβατιών τους για να τα ρίξουν από τα παράθυρά τους στους διαδηλωτές που θέλαν προστασία από τα δακρυγόνα.
Οι ένοικοι αυτοί, απόγονοι της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, του 1848, της Κομμούνας του 1870, του Λαϊκού Μετώπου του 1936, νόμιζαν πως ζούνε κάτι άλλο. Ήταν ωραίοι, συγκινητικοί, αληθινοί. Κανείς δεν ξέρει τι απόγιναν.
Κατά τα άλλα, θυμάμαι έντονα τα άδεια ράφια των σουπερμάρκετ από τις 21 Μαΐου και μετά (Κωνσταντίνου και Ελένης). Μια ντομάτα ειδικά έμεινε εγχάρακτη στη μνήμη: το ράφι-σιδηρόδρομος άδειο και η μαραμένη ντομάτα, εκεί, μόνη της. (Οι απεργοί είχαν κλείσει τους δρόμους). Γιατί, όταν η εργατική τάξη μπήκε καθυστερημένα στο κίνημα, οι φοιτητές απεχώρησαν για τις διακοπές τους. Ήταν ήδη Ιούνιος, οι ζέστες είχαν πιάσει πρόωρα εκείνο το καλοκαίρι, κι ενώ τον Μάη μπορεί ν’ ανάβουν τα αίματα με τις παπαρούνες, Ιούνιο και Ιούλιο η ψυχή ζητά θάλασσα, ζητά βουνό, ζητά να ξεσκάσει.
Τότε ο Ντε Γκωλ, από τον πανικό του, έβαλε αυτογκόλ, τότε ο Μαλρώ, από συμπαράσταση στο είδωλό του, κατέβηκε στους δρόμους διαδηλώνοντας με την πιο μαύρη αντίδραση και έτσι φύγαν από τη μέση οριστικά οι πολιτικοί για να έρθουν στη θέση τους οι τραπεζίτες με τον Πομπιντού, που σταδιακά μας προετοίμαζαν για την εποχή του Μάαστριχτ – Μπούντεσμπανκ που ζούμε τώρα.
* Ο Βασίλης Βασιλικός είναι συγγραφέας και παρουσιαστής της εκπομπής της ΕΤ3 «Αξιος εστί». Γεννήθηκε στη Θάσο, είναι όμως δημότης Καβάλας. Έχει γράψει πάνω από πενήντα βιβλία, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες. Κατά την περίοδο της δικτατορίας έζησε στο εξωτερικό. Το συγκεκριμένο άρθρο έχει δημοσιευτεί στα “Νέα”
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
