Κορυφαια συσκεψη επιμελητηριων, συνδεσμων βιοτεχνιων και βιομηχανων και επιχειρηματιων με εγγυημενα δανεια απο το ελληνικο δημοσιο
Καταγγέλθηκε ότι όλες ανεξαιρέτως οι παρασχεθείσες, επί δεκαετίες, με διάφορα εύλογα ή και παράλογα προσχήματα, κρατικές ενισχύσεις υπήρξαν ψευδεπίγραφες, στο μέτρο που επισήμως βαφτίσθηκαν σαν ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις και στην πραγματικότητα ο ρόλος τους περιορίσθηκε στην ενίσχυση της κερδοφορίας και της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων
Μια κορυφαία σύσκεψη έγινε το Σάββατο που μας πέρασε στην αίθουσα συσκέψεων του Περιφερειακού Συμβουλίου ΑΜ-Θ, παρουσία του Περιφερειάρχη Α. Γιαννακίδη, των δημάρχων Εβρου Ευ.Λαμπάκη, Καβάλας Κωστή Σιμιτσή και Δράμας Κυριάκου Χαρακίδη, βουλευτών και εκπρόσωπων κομματικών φορέων, στην οποία παραβρέθηκαν οι πρόεδροι αλλά και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των επιμελητηρίων και των συνδέσμων βιοτεχνιών και βιομηχανιών και από τους πέντε νομούς της περιφέρειάς μας για να συζητήσουν το ζήτημα των εγγυημένων από το ελληνικό δημόσιο δανείων που έλαβαν οι επιχειρήσεις και το οποίο καρκινοβατεί από την αρχή της τριτοκομματικής κυβέρνησης, με κύρια ευθύνη του αναπληρωτή υπουργού οικονομικών κ. Χρήστου Σταϊκούρα, όπως το σύνολο των ομιλητών επεσήμανε. Σημειωτέον ότι επί των ημερών του το αρμόδιο για την επιχειρηματικότητα συμβούλιο-συμβούλιο εγγυητικής ευθύνης του δημοσίου- ούτε καν συνεδριάζει, ενώ λέγεται ότι βεβαιώνονται ποσά καταπτώσεων στην Τράπεζα Πειραιώς που ενδεχομένως και πληρώνονται χωρίς την προαπαιτούμενη λειτουργία του Συμβουλίου.
Σημειωτέον ότι από τα εγγυημένα δάνεια και τον τρόπο με τον οποίο είχε συμφωνηθεί διακομματικά η ρύθμισή τους, το ελληνικό δημόσιο αναγνώριζε εαυτόν ως βασικό εγγυητή μεταξύ των επιχειρήσεων και των τραπεζών, κατοχυρώνοντας τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και των θέσεων εργασίας που αυτές διατηρούν, καθιστάμενο -το δημόσιο- ουσιαστικός εγγυητής ενός μέτρου ευεργετικού στην συγκράτηση της ανεργίας αλλά και της διασφάλισης εσόδων στα δημόσια ταμεία από την απόδοση ασφαλιστικών εισφορών και ΦΠΑ από τις λειτουργούσες επιχειρήσεις έναντι των πλειστηριασμών των ακινήτων και των υποδομών τους. Σημειωτέον ότι από την εφαρμογή της ρύθμισης των εγγυημένων δανείων εξαρτάται η συνέχεια της λειτουργίας μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων στη Βόρεια Ελλάδα, στις νησιωτικές περιοχές αλλά και στις πυρόπληκτες περιοχές της Πελοποννήσου.
Από τη σύσκεψη αυτή, τα προβλήματα όπως τέθηκαν και ανακεφαλαιώθηκαν από τα επιμελητήρια έχουν ως εξής:
«Η παροχή και η διαχείριση των κρατικών ενισχύσεων υπό την μορφή των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, προς τα πιστωτικά ιδρύματα και υπέρ των επιχειρήσεων αποτελεί ευθύνη και αρμοδιότητα του υπαγόμενο στον εκάστοτε πολιτικό προϊστάμενο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους Υπουργό, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο αυτό δημιουργήθηκε με το άρθρο 37, του Ν. 3458/2006, που τροποποίησε το Ν. 2322/1995, νόμο πλαίσιο για την παροχή και την διαχείριση της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Ο Ν. 2322/1995, τροποποιήθηκε – συμπληρώθηκε επίσης: α) Με τις περιπτώσεις α, β και γ της παραγράφου 6, του άρθρου 58, του Ν. 4075/2012, β) Με το άρθρο 2, του Ν. 4060/2012 με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε ο υπουργός Οικονομικών να εκδίδει υπουργικές αποφάσεις σχετικές με την κατάρτιση – τροποποίηση του “Κανονισμού λειτουργίας του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου” και γ) Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδότηση νόμου εκδόθηκε η υπουργικής απόφασης υπ’ αριθ. 2 /35554/0025 /27.04.2012, “Κανονισμός Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου”.
Τα συμπεράσματα της δυσλειτουργίας του Συμβουλίου, αλλά και όλου του συστήματος παροχής και διαχείρισης των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, υπέρ επιχειρήσεων κλάδων και νομών έχουν πλήρως καταγραφεί σε σειρά εγγράφων των φορέων και των εκπροσώπων τους ώστε, να στοιχειοθετείται τόσο η εκ μέρους μας επισήμανση των σοβαρότατων προβλημάτων όσο και η διατύπωση συγκεκριμένων λύσεων, ώστε να μην χρήζει η περαιτέρω ενασχόλησή μας με την πλευρά αυτή του ζητήματος. Σε κάθε περίπτωση, το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, έπαψε να λειτουργεί από 22.7.2012, η δε παύση της λειτουργίας του προκάλεσε και προκαλεί σοβαρότατα προβλήματα στις εμπλεκόμενες με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου επιχειρήσεις, στα πιστωτικά ιδρύματα και στις σχέσεις των επιχειρήσεων της προαναφερθείσας κατηγορίας με τα πιστωτικά ιδρύματα . Επίσης της διακοπής της λειτουργίας του Συμβουλίου δεν έχει προηγηθεί καμία απολύτως νόμιμη ρύθμιση (νόμος ή έστω και υπουργική απόφαση) που να αιτιολογεί – καλύπτει την διακοπή αυτή και έρχεται σε αντίθεση με όλες τις κείμενες διατάξεις γεγονός εξαιρετικά επικίνδυνο αν ληφθεί υπόψη, ότι οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου συνδέονται ευθέως και με θέματα ταμειακής διαχείρισης δημοσίου χρήματος.
Εν μέσω της ήδη προεκτεθείσας προβληματικής επιεικώς ειπείν κατάστασης, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. πρωτ. 2/52861/0025/ 10/8/2012 απόφαση του υπουργού Οικονομικών κυρίου Γιάννη Στουρνάρα, με την οποία “Συστήνεται και συγκροτείται Ομάδα Εργασίας με σκοπό την κατάργηση του υφιστάμενου νομικού πλαισίου για τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και τη δημιουργία νέας νομικής βάσης σύννομης με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο”. Τα συμπεράσματα- προτάσεις της συσταθείσας με βάση την ανωτέρω απόφαση επιτροπής, μαζί με το σύνολο των αποφάσεων παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου που εκδόθηκαν από το 2005 έως και σήμερα εστάλησαν, χωρίς καμία προηγούμενη συζήτηση με κανένα φορέα, στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής “για να πουν την γνώμη τους”. Είναι επομένως σχεδόν βέβαιο, ότι, μετά από μία πανηγυρική ομολογία για τον αντικοινοτικό προσανατολισμό, του νομικού πλαισίου της χώρας μας, με βάση το οποίο έχουν εκδοθεί το σύνολο των αποφάσεων για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και με δεδομένο, ότι, με την άποψη αυτή (της αντικοινοτικότητας των σχετικών διατάξεων) τάσσονται αναφανδόν όλα ανελλιπώς τα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, που θα κληθούν να δώσουν εξηγήσεις στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα ζητηθεί εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η ανάκτηση του συνόλου των κρατικών ενισχύσεων που δόθηκαν με την μορφή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ επιχειρήσεων νομών ή κλάδων και με την συμπαρασυρόμενη συνήθως μορφή της επιδότησης του χρηματοοικονομικού κόστους από το λογαριασμό του Ν. 128/1975.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί, ότι, αποτελεί πλέον διαπίστωση, η οποία εύκολα τεκμηριώνεται με στοιχεία, πως όλες ανεξαιρέτως οι παρασχεθείσες, επί δεκαετίες, με διάφορα εύλογα ή και παράλογα προσχήματα, κρατικές ενισχύσεις, (εγγυήσεις Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό τους, προς τα πιστωτικά ιδρύματα ή επιδότηση του χρηματοοικονομικού τους κόστους με χρέωση του εν μέρει ανταποδοτικού και εν μέρει επιδοτούμενου από τον κρατικό προϋπολογισμό λογαριασμό του Ν. 128/1975), με αποδέκτες τις επιχειρήσεις κλάδων ή περιοχών, υπήρξαν ψευδεπίγραφες, στο μέτρο που επισήμως βαφτίσθηκαν σαν ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις και στην πραγματικότητα ο ρόλος τους περιορίσθηκε στην ενίσχυση της κερδοφορίας και της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Δηλαδή, το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τρόπο προφανή πλέον, αντί της αναγκαίας εκ μέρους του άσκησης νομισματικής πολιτικής και ελέγχου επί του πιστωτικού, συστήματος, χρησιμοποίησε τις κρατικές ενισχύσεις, άλλοτε για να μειώσει το τρέχον επιτόκιο μέσω των επιδοτήσεων του χρηματοοικονομικού κόστους (αντί της ορθόδοξης παρέμβασης μέσω των μηχανισμών της προσφοράς και ζήτησης χρήματος ) και άλλοτε για να βελτιώσει την κεφαλαιακή επάρκεια – δείκτη φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω της παροχής της εγγύησής του ( αντί της ορθόδοξης παρέμβασης προς τα πιστωτικά ιδρύματα να πραγματοποιήσουν τις αναγκαίες για το σκοπό αυτό αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου). Ήδη, γεγονός εξαιρετικά μεγάλης σημασίας αποτελεί, η απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2011, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία ζητάει την ανάκτηση μίας σειράς κρατικών ενισχύσεων, προς τις επιχειρήσεις της μισής σχεδόν επικράτειας που δόθηκαν από το 1994 έως το 2005, οι οποίες είναι σχετικές με την επιδότηση του χρηματοοικονομικού κόστους.
Η σοβαρότατη, έως σχεδόν τραγική για τις επιχειρήσεις, τα πιστωτικά ιδρύματα και την οικονομία γενικότερα αυτή εξέλιξη, εξελήφθη, δυστυχώς, από τον υπεύθυνο για την διαχείριση αυτών των θεμάτων υπηρεσιακό μηχανισμό του υπουργείου Οικονομικών, ως «η δίκαιη τιμωρία των επιχειρήσεων και των επιχειρηματιών». Μάλιστα ως δέουσα λύση για την εφαρμογή της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, (που προβλέπει αναδρομική, έντοκη και με ανατοκισμό ανάκτηση των ενισχύσεων) ο ίδιος ο υπηρεσιακός μηχανισμός που προμνημονεύσαμε, θεώρησε την βεβαίωση των ποσών που θα ανακτηθούν στις μερίδες των επιχειρήσεων στο TAXIS. Προβάλλοντας και θεσμοθετώντας την «λύση» αυτή, μέσω του άρθρου 22, του Ν. 4002/2011, oι κατά τα λοιπά σοφοί υπηρεσιακοί, λησμονούν, ότι, για να προσδιορίσεις ποιο ποσό από την ανακτώμενη (κατ’ εντολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) επιδότηση χρηματοοικονομικού κόστους, προέρχεται από τις εισφορές των δανειοληπτών οι οποίες τροφοδότησαν την ρευστότητα του λογαριασμού του Ν. 128/1975 (οπότε και η ανάκτησή του δεν πάει στα δημόσια έσοδα και δεν μπορεί να βεβαιωθεί στο TAXIS) και ποιο ποσό αντιστοιχεί στην επιδότηση του λογαριασμού από τον κρατικό προϋπολογισμό, (οπότε συζητείται υπό προϋποθέσεις, ότι η ανάκτησή του πηγαίνει στα δημόσια έσοδα και κατά συνέπεια μπορεί να βεβαιωθεί στο TAXIS) πρέπει να διενεργηθεί σε βάθος χρόνου ο ενδελεχής έλεγχος των εισροών και των εκροών του λογαριασμού του Ν. 128/1975.
Ένας τέτοιος όμως έλεγχος ειδικά εάν διενεργηθεί κατ’ εντολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή της τρόικας, ύστερα από καταγγελίες και προσφυγές εκατοντάδων επιχειρήσεων στα κοινοτικά όργανα και τις κοινοτικές δικαστικές αρχές, θα οδηγήσει στην πλήρη πιστοποίηση, (του γεγονότος που αποτελεί κοινό μυστικό) ότι, δηλαδή, οι αληθείς ωφεληθέντες του συνόλου των κρατικών ενισχύσεων της υπήρξαν οι τράπεζες (οι οποίες αξιοποίησαν τις ενισχύσεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό των επιχειρήσεων) με προεξάρχουσες την ΕΤΒΑ και την Αγροτική. Είναι επίσης βέβαιο, ότι, μετά την προαναφερθείσα διαπίστωση, ότι, η νομοτελειακή – έντοκη ανάκτησή (σε βάρος, έμμεσα ή άμεσα των πιστωτικών ιδρυμάτων) του συνόλου πλέον των κρατικών ενισχύσεων και μάλιστα με ανατοκισμό, θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός τεράστιου, εκ μη αναμενόμενης αιτίας κενού στην κεφαλαιακή τους βάση με αποτέλεσμα αφενός μεν να εκλείψει άμεσα οποιοδήποτε θετική συνέπεια έχει προκύψει ή αναμένεται να προκύψει από την μέχρι σήμερα ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων και αφετέρου να απειληθεί η πρόκληση ενός ευρύτερου “πιστωτικού” γεγονότος.
Με δεδομένες τις προαναφερόμενες και κυρίως επαπειλούμενες εξελίξεις και επιπρόσθετα την διαπίστωση της πλήρους αδυναμίας των επιχειρήσεων που δανείσθηκαν μακροπρόθεσμα από τα πιστωτικά ιδρύματα ή ρύθμισαν τις υφιστάμενες οφειλές τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, υλοποιήθηκε την 30.01.2013, με πρωτοβουλία των φορέων (Συνδέσμων βιομηχανιών και Επιμελητηρίων) και ύστερα από of the record παρέμβαση του γραφείου του Πρωθυπουργού, συνάντηση εκπροσώπων των επιχειρήσεων και στελεχών του υπουργείου Οικονομικών με επικεφαλής (των στελεχών του υπουργείου) τον Γενικό Γραμματέα του υπουργείου Οικονομικών κύριο Γεώργιο Μέργο. Στην συνάντηση αυτή: α) Δεν υπήρξε καμία διάψευση, εκ μέρους των στελεχών του υπουργείου, τουλάχιστον αναφορικά ως προς τα γεγονότα που αναφέρθηκαν παραπάνω, ενώ δεν διεξήχθη, με προτροπή αν όχι απαίτηση του κυρίου Μέργου, καμία συζήτηση επί της ουσίας και κυρίως δεν διατυπώθηκαν εκτιμήσεις από τις δύο πλευρές επί των γεγονότων αυτών και β) Με πρωτοβουλία του κυρίου Μέργου, συγκροτήθηκε τριμερής επιτροπή (Υπουργείο, επιχειρήσεις, τράπεζες) με σκοπό να διατυπώσει εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του Φεβρουαρίου πρόταση που να καταλήγει σε μείωση έως και εκμηδενισμό των επιπτώσεων από τις διαφαινόμενες εξελίξεις.»
Η συζήτηση στην οποία όλοι οι συμμετέχοντες κατέληξαν ότι η επιχειρηματικότητα βρίσκεται σήμερα υπό διωγμόν και ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος κλεισίματος μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων, οδήγησε στο ακόλουθο ψήφισμα:
«ΨΗΦΙΣΜΑ
Οι Φορείς της Επιχειρηματικότητας και της Πολιτείας στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, εκπροσωπώντας εκατοντάδες μεταποιητικές επιχειρήσεις και συνειδητοποιώντας την προεκτεθείσα κατάσταση, ζητούν από την Ελληνική κυβέρνηση, να κάνει τις αναγκαίες ιεραρχήσεις και να δώσει τις απαραίτητε προτεραιότητες, σε αποφάσεις και μέτρα που θα ανατρέψουν με άμεσο και αποτελεσματικά, σε βαθμό εκμηδενισμού τους, όλες τις αρνητικές επιπτώσεις που προκλήθηκαν και κυρίως θα προκληθούν, στην εμπλακείσα με τις κρατικές ενισχύσεις, παραμεθόρια και όχι μόνο επιχειρηματικότητα.
Ο επί σειρά ετών χειρισμός, από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, του θέματος των κρατικών ενισχύσεων, με την μορφή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, “υπέρ” δήθεν των επιχειρήσεων και με την μορφή της επιδότηση του χρηματοοικονομικού αποτελέσματος των πιστωτικών ιδρυμάτων με την ψευδεπίγραφη ετικέτα “επιδότηση επιτοκίου από τον λογαριασμό του Ν. 128/1975”, όπως πλέον πανηγυρικά αποκαλύπτεται: α) υπονόμευσε μεσομακροπρόθεσμα την βιωσιμότητα των εμπλακέντων επιχειρήσεων, β) τείνει να προκαλέσει “τσουνάμι” πτωχεύσεων, γ) οδηγεί σε ΑΡΓΟ ΘΑΝΑΤΟ την Περιφέρεια της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, δ) καταρρακώνει κάθε υγιή προσπάθεια για την ανάπτυξη της Περιοχής, ε) επιφέρει ραγδαία αύξηση της ανεργίας στην ήδη “πρωταθλήτρια” στο πρόβλημα Περιφέρεια και στ) κυρίως δηλητηριάζει με τρόπο οριστικό και αμετάκλητο, τις σχέσεις επιχειρήσεων – επιχειρηματιών και πολιτείας καθιστώντας τους πρώτους τα συνήθη προεπιλεγέντα θύματα απορρόφησης όλων των συνεπειών των στρεβλώσεων που προκαλεί στο μόρφωμα του Ελληνικού πιστωτικού συστήματος και την δεύτερη και τους εκπροσώπους της αιρετούς και μη, απόλυτα αναξιόπιστους.
Το σύνολο των Παριστάμενων Θεσμικών & Επιχειρηματικών φορέων πριν ολοκληρωθεί ο αποδεκατισμός της Μεταποίησης στην Περιφέρεια μας και επεκταθεί με απρόβλεπτα γρήγορα ρυθμούς το ανάλογο πρόβλημα σε όλη την επικράτεια, με γνώμονα να παραμείνουν ΑΝΟΙΚΤΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ σε όλη την ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ.
ΑΠΑΙΤΟΥΝ
Την πιστοποίηση με μέτρα και όχι με προφορικές υποσχέσεις, ότι αποτελεί συνειδητή πολιτική απόφαση της κυβέρνησης η προστασία της επιχειρηματικότητας στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, από τις συνέπειες που προκλήθηκαν και πρόκειται να προκληθούν από :
• Την παράνομη αναστολή της εφαρμογής των Νόμων που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις
• Την αναίτια επίσημη δια δημοσίων εγγράφων αμφισβήτηση – αναίρεση της νομιμότητας του εθνικού νομικού πλαισίου για την παροχή και την διαχείριση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, στα κοινοτικά όργανα.
• Την μόνιμη και συνειδητή επιλογή όλων μη εξαιρουμένης της παρούσας των κυβερνήσεων, αφενός μεν να συγκαλύπτουν την σε όλους πλέον γνωστή πραγματικότητα, ότι, οι κρατικές ενισχύσεις, μετά την “απελευθέρωση” του πιστωτικού συστήματος, υπήρξαν επί σειρά ετών εργαλείο άσκησης νομισματικής πολιτικής και όχι εργαλείο στήριξης και ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας, όπου και όπως ο νόμος εθνικός και κοινοτικός, όχι μόνο το επέτρεπε αλλά και το απαιτούσε.
Εξαρτούμε τις ελπίδες μας, αλλά και τις αντοχές μας και τις ανοχές μας απέναντι στην κυβέρνηση, από το αποτέλεσμα που θα προκύψει από τις εργασίες της τριμερούς επιτροπής, με εκπρόσωπους των φορέων της περιοχής των ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΩΝ & του ΔΙΚΤΥΟΥ ΤΩΝ ΣΥΝΔΕΣΜΩΝ ΒΙΟΤΕΧΝΙΩΝ & ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΩΝ ΑΚΡΙΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ, που αποφασίσθηκε στην σύσκεψη της 31/1/2013 στο Υπουργείο Οικονομικών, με σκοπό με σκοπό να διατυπώσει εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του Φεβρουαρίου πρόταση που να καταλήγει σε μείωση έως και εκμηδενισμό των επιπτώσεων από τις διαφαινόμενες κατά τα προαναφερόμενα εξελίξεις.
Ζητούμε ταυτόχρονα από την κυβέρνηση να δώσει τον αναγκαίο θεσμικό ρόλο, στην προαναφερθείσα τριμερή επιτροπή και να τις παράσχει τις πληροφορίες και τα εχέγγυα, ούτως ώστε να μπορέσει σύντομα να ανταπεξέλθει στο εξαιρετικά δύσκολο αναληφθέν εκ μέρους της έργο και καθαρή κατεύθυνση στην διατήρηση όλων των βιωσίμων επιχειρήσεων ενάντια σε μικροπολιτικές και ξένα συμφέροντα.
Ζητούμενα
• Πραγματική Ανάπτυξη της Περιφέρειας
• Πραγματικά και μεσομακροπρόθεσμα κίνητρα στην Περιοχή
• Οι Χρηματοδοτήσεις προς την Περιφέρεια στην Περιφέρεια
• Βιώσιμες και ανταγωνιστικές οι μεταποιητικές επιχειρήσεις που με τόσο κόπο και θυσί
ες έχουν παραμείνει ανοιχτές.
ΟΙ ΦΟΡΕΙΣ της ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΜΑΘ
Ο Περιφερειάρχης της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Οι Παριστάμενοι Βουλευτές (ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ. ΕΛΛΗΝΕΣ), Το Δ.Σ. της Π.Ε. ΔΗΜΩΝ, Οι Πρόεδροι των Επιμελητηρίων, Οι Πρόεδροι των Συνδέσμων Βιοτεχνιών & Βιομηχανιών, Τα μέλη των Δ.Σ. αυτών, Το ΔΙΚΤΥΟ ΣΥΝΔΕΣΜΩΝ ΒΙΟΤΕΧΝΙΩΝ & ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΩΝ ΑΚΡΙΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ, Εκπρόσωποι Επιχειρήσεων»
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
