Κι ομως δεν πταιει το Πυρ!

Κι αφού, φίλες και φίλοι, το πυρ συμβολίζει τη βάσανο και τιμωρία, ενώ το φως, τη ζωοποιόν αλήθεια, μοιραία προκύπτει το συγκλονιστικό παράλογον ότι πυρ και παράγωγον φως, ήτοι «Κόλαση» και «Παράδεισος» στη χειρότερη εκδοχή είναι το «αυτό» και στην καλύτερη «Πατήρ» και «υιός»!

Κι όμως, όπως δεν πταίει το πυρ για την αποκαρδιωτική σύγχυση ανάμεσα στη μεταφορά και κυριολεξία, άλλο τόσο δεν πταίει η εκάστοτε Σημαία-Σύμβολο για την απελπιστική – συνάμα και επικίνδυνη – ταύτισή της με το αυθαίρετα συμβολιζόμενο κυρίως όταν έπαρση και παροξυσμός αναδύονται μεσ’ απ’ το αδιέξοδο της άγνοιας, του συνεπαγόμενου φόβου και τελικά φανατισμού. Κι όσο αποθαρρυντικές είναι οι εικόνες, που πολλαπλώς αναπαράγονται, για παρελάσεις και σημαιοφόρους, άλλο τόσο αμείλικτα τίθεται το ερώτημα: ποιες οι προτεραιότητες μιας σύγχρονης διαφωτισμένης κοινωνίας, ποιες οι αξίες και προοπτικές μια ευνομούμενης δημοκρατίας;

Ερωτήματα, των οποίων η απάντηση προϋποθέτει ψυχραιμία, συγκριτική προσέγγιση, ετοιμότητα για υπερβάσεις προκαταλήψεων και εμμονών. Ουσιαστικά τα αυτονόητα, για την απόκτηση επίγνωσης της πραγματικότητας ή τουλάχιστον επαρκούς γνώσης βασικών στοιχείων στην πορεία της αντιμετώπισης οποιονδήποτε φαινομένων ή προβλημάτων. Ασφαλώς και δεν απαιτείται η αγγελοποίηση, αλλά η στοιχειώδης αυτοκριτική πριν την έναρξη – αλλά και κατά τη διάρκεια – ενός ειλικρινούς εγχειρήματος. Πρωτίστως λοιπόν χρειάζεται η γενναία παραδοχή, ότι δεν είναι, στον επιθυμητό βαθμό, διαφωτισμένη η ελληνική κοινωνία. Θα ‘ταν ικανοποιητική ακόμη και η μερική, οπωσδήποτε όμως συγκροτημένη, διάχυση διαφωτιστικού ρεύματος στα στρώματα του λαού μας. Τούτο δε σημαίνει ότι δεν υπήρξαν εξέχουσες μορφές που κατά καιρούς διέδωσαν ιδέες, και μηνύματα, ενέπνευσαν, έχτισαν και συνεπήραν πλήθη στη νεότερη ελληνική ιστορία. Ποτέ όμως δεν υπήρξε συνολική φάση ή διαδοχικές περίοδοι, όπου η ανθρωποκεντική – ελληνογενής μεταναγεννηστική κληρονομιά, να διαποτίσει μάζες και συνειδήσεις, ώστε να καταλήξει να αποτελεί ακλόνητα μεταδιδόμενο εκπαιδευτικό αγαθό, σταθερή αξία, ατομική αφετηρία και βάση συναίσθησης υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, προσωπικό δείκτη και κριτή κοινωνικής συμπεριφοράς.Μακριά από απαγίωση και αφορισμούς, είναι γνωστές οι κύριες αιτίες της εξέλιξης και εικόνας της σημερινής Ελλάδας, η οποία ωστόσο σημείωσε διόλου ευκαταφρόνητες προόδους τα τελευταία χρόνια, ως απόρροια μας κοπιαστικής διαδικασίας προσαρμογών και κατάληξης μιας επιτυχούς διαχείρισης των αμφίδρομων σχέσεων πολιτικής, οικονομίας και κοινωνικού ιστού. Είναι κεκτημένη λ.χ. η ωρίμανση του Έλληνα σχετικά με τον περίφημο πράσινο-γαλάζιο προεκλογικό διαχωρισμό μαχαλάδων της δεκαετίας του ’80. Αυτή λοιπόν η δεδομένη αίσθηση της υπέρβασης και ωρίμανσης, σε αυτές και αρκετές άλλες περιπτώσεις, πώς είναι δυνατόν να συνάδει με την πρωτόγνωρη, για «σύγχρονη» κοινωνία, αντίδραση και επιτρέψτε μου την κυριολεξία, υστερική εκδήλωση ανόητου εθνικού αυτοπροσδιορισμού και ακραίας εσωστρέφειας; Μάλιστα και από σημαντική μερίδα της υποτιθέμενης, ανοιχτόμυαλης νέας γενιάς; Είναι εξοργιστική η ολίσθηση νέων και πρεσβύτερων στη δίνη του αποκλεισμού «αλλόγλωσσων», «αλλόθρησκων», «αλλογενών», απ’ την τιμητική διάκριση συμμετοχής σε εκδηλώσεις και παρελάσεις ως σημαιοφόροι. Είναι αποδεικτική ελλιπούς εκπαίδευσης των πραγματικών ανθρωπιστικών ιδεωδών και εθνικών εννοιών. Είναι αποκάλυψη παρεξήγησης και διαστρέβλωσης του περιεχομένου του συμβολισμού της ελληνικής σημαίας, αλλά και – ομολογουμένως – ανοιχτή πρόκληση εις βάρος του περί δικαίου και αγιοσύνης πνεύματος και πατριωτικού αισθήματος, μεγάλου ελπίζω, τμήματος του λαού της χώρας μας.

Αφοπλιστική είναι η επιχειρηματολογία των αρνητών της «των αλλοδαπών σημαιοφορίας», όταν αποφαίνονται, άλλοτε ως υπέρτατοι νομοθέτες περί υπηκοότητας, άλλοτε περί χριστιανικής ομολόγου ομολογίας και άλλοτε περί προθέσεων, προτιμήσεων, μόνο – ή πολυπατριωτικών αισθημάτων, ξετυλίγοντας την ημιμάθεια, το ανιστόρητο και συμπλεγματικό των ισχυρισμών τους. Χείριστη και αήθης η συστράτευση και επωνύμων, κρατούντων πολιτικών (και όχι μόνο) προσώπων. Είναι οι ίδιοι που δηλώνουν τρισευτυχισμένοι όταν Έλληνες απόδημοι ή μετανάστες, απ’ τη μια «μπορούν» και «σηκώνουν» τα ελληνικά σύμβολα στις χώρες όπου μόνιμα ή προσωρινά διαμένουν, αλλά από την άλλη απορρίπτουν την γκετοποίησή τους, επιθυμώντας την πλήρη ένταξή τους στη ζωή, στους μηχανισμούς και κοινωνίες των χωρών αυτών ενώ παράλληλα θεωρούν αυτονόητη την υποχρέωση των αρχών εκεί να σέβονται, να ανέχονται, να δέχονται και – φυσικά – να επιτρέπουν τις όποιες ελληνικές – εθνικές εκδηλώσεις ή εκρήξεις.

Είναι οι ίδιοι που δηλώνουν υπερήφανοι όταν οι «ξένοι» εκφράζουν αισθήματα, τιμής, ευγνωμοσύνης μέχρι και αναγνώρισης της ελληνικής «υπεραξίας», όταν ομογενείς «σηκώνουν» και την Αμερικανική ή Αυστραλιανή ή Γερμανική κ.α. Σημαίες (όταν κι αν φυσικά επιδίδονται οι «αλλοεθνείς» σε αναμνηστικές επιδείξεις). Είναι οι ίδιοι που κατά ασύλληπτη αυτοαναίρεσή τους, δεν επιθυμούν αλλά στιγματίζουν την επιθυμία έκφρασης – συμβολικά, τυπικά, συμμετοχικά ή αλλιώς – αναγνώρισης της ιστορίας θεσμών και παραδόσεων της δικής μας χώρας! Την απόδοση τιμής στα εθνικά μας σύμβολα και αντίστροφα, την αποδοχή τιμής στο πρόσωπό τους!

Κωφεύουν, εθελοτυφλούν ή υποκρίνονται όταν αρνούνται εδώ αυτά που, κομπορρημονώντας απαιτούν και απολαμβάνουν αλλού; Είναι τόσο μικρόψυχοι ή αμήχανοι μπροστά σε κάτι που αυτοί δε θα τολμούσαν, ίσως από εθνικίστικο εγωισμό, ίσως και από ανικανότητα να κάνουν στο εξωτερικό; Να υψώσουν, όχι τη δική τους αλλά τη σημαία των φιλοξενουσών χωρών; Κι αν υπάρχουν ιδιαιτερότητες με την αλβανική διάσταση του θέματος, είναι ή δεν είναι επιτέλους, σε επίπεδο συμβολισμού, η μέγιστη «απόδειξη» εθνικής και οικουμενικής αναγνώρισης και αξίας, η έπαρση της ελληνικής σημαίας, όχι από Έλληνες, Συνέλληνες ή Πανέλληνες, ούτε απλά από Φιλέλληνες ή «Συμμάχους», αλλά από υποτιθέμενους «ξένους» ή «διαφορετικούς» ή «μη φίλα προσκείμενους»; Και για να διατυπωθεί ακόμη πιο προωθημένα και χαρακτηριστικά στη γλώσσα κάποιων υπερπατριωτών: αποτελεί ή όχι ανώτατη απόδειξη «εθνικής επιβεβαίωσης και εξασφάλισης», τελικά και «συντριπτικής επικράτησης», όταν κάποιος όχι «τυχαίος», αλλά ο ίδιος ο «εχθρός», τολμά να σηκώσει, μαζί με τη σημαία του, ακόμη και στο «πεδίο της μάχης», τη δική σου σημαία; Ή μήπως αυτό λειτουργεί απενδυτικά εις βάρος αυτών που, είτε λόγω άγνοιας – άρα φόβου – και γι’ αυτό φανατισμού, είτε λόγω υποκρισίας, συλλαμβάνονται ανήμποροι να συναισθανθούν ότι η ανώτατη αξία, η βαθιά ουσία του ελληνικού πολιτισμού, δεν εντοπίζεται σε μονολιθικούς αποκλεισμούς και παγιώσεις, αλλά ακριβώς σ’ αυτή τη διαχρονική διαδικασία συμμετοχής, υιοθέτησης, σύνθεσης και ανάδειξης οικουμενικών και πανανθρώπινων αρχών πνεύματος, τεχνών, φιλοσοφίας, επιστημών; Στην αδιάκοπη διεργασία εξέλιξης και προσαρμογής (εκτός κι αν δεν προηγήθηκε η Ελλάς πριν την καθιέρωση της Ορθοδοξίας και της Νέας Ελληνικής), στοιχείων που στην αστείρευτη προβολή υψηλών ιδεών που στη σημερινή Ελλάδα συναντώνται συμβολικά στη σημαία; Μήπως προσφέρεται με το μόνιμο αρνητισμό χείριστη υπηρεσία στο Έθνος που «υπεραγαπούν»; Θα μπορούσε κάλλιστα να ειπωθεί, σε αντιστοιχεία της συγκεκριμένης (παρα)λογικής, ότι διαπράττεται αντεθνική ενέργεια! Και ίσως χρειάζεται από άλλους, επώνυμους και μη η περιφρούρηση των συμφερόντων της χώρας: επομένως και η δίωξη των αυτουργών! Έτσι απλά, διότι η διεκδίκηση του ρόλου του εθνοφύλακα είναι ιδιαζόντως ευαίσθητο θέμα και παραπέμπει συνειρμικά στις Θερμοπύλες, επιτείνοντας την αγωνία πολλών για μονοπάτια, ατραπούς και Εφιάλτες.

Τέτοια δε η αμετροέπεια και ο παραλογισμός που ζητείται (;) από δεκαπεντάχρονα παιδιά η σύνθλιψη των συναισθημάτων τους, να διυλίσουν την κάμηλο καθαρόαιμων επιλογών παρακινώντας με εξευτελιστικό και αντιπαιδαγωγικό τρόπο, νέους ανθρώπους να αποστασιοποιηθούν από τις πατρίδες, παραδόσεις, την ψυχική σύνδεση με χώρους που μεγάλωσαν ή προέρχονται. Τέτοιο είναι το όνειδος του αντιπολιτισμού τους, που προκαλούνται παιδιά να μην έχουν διπλά ή περισσότερα αισθήματα, να μην νοιώθουν κάτοχοι πολυπολιτισμικών στοιχείων και εμπειριών. Σαν να είναι κάποιοι γνώστες ή ρυθμιστές πολιτισμικών κανόνων και λειτουργιών. Όταν πουθενά δεν υπάρχει ακριβής απόδοση ή νομική υπόσταση των όρων «Έθνος» και «Εθνική ταυτότητα», αλλά πολύ περισσότερο αυτές οι έννοιες όπως η «πατρίδα» έχουν να κάνουν με το συναίσθημα, ότι κάπου ανήκουμε, κάπου αισθανόμαστε μέλη, συμμέτοχοι μόνο – ή πολύ – γλωσσικών, θρησκευτικών, παραδοσιακών, ιστορικών κ.α. στοιχείων, με αποτέλεσμα τη φυσιολογική διαφορετικότητα στην πολύπλευρη αυτή συμμετοχή και αντίστοιχα στο διαμορφωμένο συναίσθημα.

Όταν, τέλος, έχουμε, λόγω γλώσσας, τη μοναδική ευχέρεια πρόσβασης στην αρχαία ελληνική γραμματεία, γι’ αυτό και τη βαριά ευθύνη μεταλαμπάδευσης στοιχείων και ιδεών μακριά από την απώθηση και κοντόφθαλμα παθογενή αντανακλαστικά.

Όλα αυτά λοιπόν καταδεικνύουν το μέγεθος του χώρου, την απόσταση που χρειάζεται ακόμη να διανυθεί, έως ότου, κατά το πρότυπο της ωρίμανσης του πολιτικού αισθητηρίου γύρω απ’ τον κομματικό φανατισμό, γίνει κτήμα στη συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού μας, το αυτονόητο της καταδίκης και με επαναληψιμότητα τέτοιων συμπεριφορών. Έως ότου ψύχραιμα δε θα καταλογίζονται οι ενεργήσαντες, αλλά θα περιγράφονται ορθολογικά τα γεγονότα, θα κατανοούνται οι παράμετροι και η δυναμική που οδηγούν σε ανάλογες εκδηλώσεις. Έως ότου καθένας θα ατενίζει το μέλλον με την εμπειρία ενός πολύπαθου περιβάλλοντος και την έκφραση συμπάθειας γι’ αυτά που η πατρίδα μας τάχθηκε να περάσει, εμποδιζόμενη να καρπωθεί τα κύματα του διαφωτισμού.

Μέχρι τότε όμως, το κύριο μέρος της ευθύνης επωμίζονται αυτοί που διαπιστώνουν ότι το όλο φαινόμενο εντάσσεται στο γεγονός ότι η Ελλάς προχωρεί αναγκαστικά με διαφορετικές ταχύτητες, αλλού αποσπασματικά και αλλού συνολικότερα στην πορεία προς τη σύγκλιση – σε επίπεδο αξιών – με το λεγόμενο πρώτο κόσμο. Οπωσδήποτε εφόσον υπέστη η χώρα τόσα πολλά και χάθηκε πολύτιμος χρόνος, μόνο τέτοιους ρυθμούς θα μπορούσαμε να επιτύχουμε, βοηθούντων ακόμη και κάποιων γεγονότων – όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες και το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, τον απαραίτητο, πολιτισμικό πρωτίστως, στόχο της εξωστρέφειας συναντίληψης, της κατανόησης, της σύνθεσης, της απόκτησης επιτέλους ατομικής – συνείδησης – ευθύνης. Ενώ λοιπόν είναι εξηγήσιμες – όχι όμως δικαιολογημένες – ίσως και αναπόφευκτες οι τραγικές εικόνες περί σημαίας, στην επιταγχυνόμενη – άρα και δύσβατη – πορεία της ελληνικής κοινωνίας, οφείλουν άμεσα να αντιμετωπίζονται οι προκλήσεις και εμφανίσεις αναδραστικών παραγόντων αυτών που ακριβώς λόγω της θέσης τους, ενώ θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην ακόμη μεγαλύτερη προώθηση της συνολικής προσπάθειας – ή τουλάχιστον να περιορίζονται στους προβλεπόμενους ρόλους τους – επιτελούν έργο, λόγω και έργων, ασύμβατο και επιβραδυντικό της προσπάθειας αυτής. Ακριβώς επειδή η πορεία δεν είναι ισόπεδη, ίσων ταχυτήτων στις επιμέρους διακλαδώσεις της, απαιτείται η σύμπραξη και επιλεκτική συμβολή των ταγών του τύπου.

Με αίσθημα πραγματικής οργής, γινόμαστε μάρτυρες λεκτικών και όχι μόνο, παρεμβάσεων «καθοδηγητών» και κατεχόντων «υψηλές» θέσεις εκμετάλλευση του αθώου, υγιούς, ταπεινού φρονήματος και πνευματικών, ίσως, αναγκών, σημαντικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας. Αναφαίρετο το δικαίωμα έκφρασης, αλλά αναλόγως με τους ρόλους, τους χώρους και τις αρμοδιότητες αναμένεται η προσφορά υπηρεσίας στο αντίστοιχα προσδοκώμενο, και όχι η – εν πολλοίς ατεκμηρίωτη – ανάμειξη σε άγνωστα εκτάρια, με αποτέλεσμα, όχι απλά τη σύγχυση στο σπειρωμένο είδος, αλλά ακόμη και τη διακινδύνευση της παραγωγικότητας του «χωραφιού», τη μη έγκαιρη προσαρμογή του στα νέα συστήματα «καλλιέργειας», την καθυστέρηση έως και αχρήστευσή του. Κουβέντες για «βαρβάρους», «τέτοιους διοικούντες» ή ακόμη και ουσιαστική παρότρυνση για αποφυγή μετά θάνατον αξιοποίησης – προσφοράς οργάνων, θλίβουν και απογοητεύουν, δεν προσφέρουν υπηρεσίες.

Και αν και όπου διαπιστώνονται σημαντικές αποκλίσεις, θύλακες «επικινδυνότητας», εύλογα επιζητάται η καταλυτική παρέμβαση, η καθοδηγητική πρωτοβουλία αρχών και υπευθύνων. Επιβάλλεται στην περίπτωση της σημαίας, όχι το ευχολόγιο και παθητικές στάσεις, αλλά πέρα από υποτονικές επισημάνσεις, η άμεση εφαρμογή της πρόβλεψης για το δικαίωμα των σημαιοφόρων, με αυστηρά απαρέγκλιτη τήρησή της μέχρι τέλους. Ακόμη και με τον κίνδυνο αντιδράσεων και επεισοδίων ακόμη και με το επίφοβο, βασανιστικό πολιτικό κόστος για τους ιθύνοντες και το Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ο πολιτικαντισμός και όχι η πολιτική θα είναι ο τελικός χαμένος. Μόνο με υπερβάσεις τίθενται θετικά πρότυπα και εξομαλύνονται αναχρονιστικά κακώς κείμενα. Ακόμη και το πολιτικό κέρδος – για τους ενδιαφερόμενους – αυξάνεται έτσι! Και όχι με την γενικολογία περί πρόβλεψης των διατάξεων νόμου και ουσιαστικά επιδιωκόμενη παρέλαση χρόνου, μήπως και υποχωρήσει και παραιτηθεί και ο τελευταίος μαθητικός σημαιοφόρος.

Η υπευθυνοανευθυνότητα,

η αρμοδιοαναρμοδιότητα,

η ψευτοπολυπραγμοσύνη εμποδίζουν, παρακωλύουν, ανατρέπουν. Η επίκληση νέων «ηθών και εθίμων» αναμένεται ακόμη να αποδειχθεί εφαρμόσιμη, με την έμπρακτη διασπορά τους στις μάζες, στις συνειδήσεις και συμπεριφορές. Για να μη κλείνουμε στις προτεραιότητες, αξίες και προοπτικές. Για να μην εγκλωβιστούμε περισσότερο στο αποπνικτικό φαινόμενο εγχώριου θερμοκηπίου, στη βαυκαλιστική εσωστρέφεια του εγώ μας. Για να αφεθούν οι μηχανισμοί, έσωθεν και έξωθεν, να απορροφήσουν και εκπέμψουν το φως… αυτό που κάποιοι θέλουν αλλά δεν μπορούν να βλέπουν στη σημαία!

Κι όμως, δεν πταίει η σημαία!

Θεοφάνης Κωφίδης

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.