Η τοπικη συνειδηση παραγοντας αναπτυξης ενος τοπου
Τα τελευταία χρόνια πολύς λόγος γίνεται για την τοπική συνείδηση και την προσπάθεια διατήρησης της παράδοσης και της κληρονομιάς μας. Τι είναι όμως τοπική συνείδηση και πού αποβλέπει; Είναι κάτι που οδηγεί τους ανθρώπους στην απόρριψη κάθε πράγματος που είναι «ξένο», που οδηγεί τους ανθρώπους σε ακραίες καταστάσεις; Σαφώς όχι. Όταν μιλάμε για ανάπτυξη τοπικής συνείδησης μιλάμε για στήριξη των ντόπιων επιχειρήσεων, των ντόπιων προϊόντων, τη στήριξη της τοπικής οικονομίας, χωρίς φυσικά να απορρίπτουμε όποιο προϊόν προέρχεται από άλλη περιοχή. Με τον τρόπο αυτό ευνοούνται και βοηθιούνται οι ίδιοι οι πολίτες της περιοχής, αφού οι επιχειρήσεις αυτές εφόσον ανθίζουν και ευημερούν, λειτουργούν ανταποδοτικά δίνοντας θέσεις εργασίας και κεφάλαια. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, λοιπόν, η διατήρηση ενός υγιούς τοπικού οικονομικού περιβάλλοντος είναι μέλημα όχι μόνο των εμπλεκόμενων φορέων, αλλά και των κατοίκων.
Όλοι γνωρίζουμε ότι ο τόπος μας παράγει προϊόντα όπως το σουτζούκ λουκούμ, τα στραγάλια, τους χαλβάδες, τους καφέδες. Ελάχιστοι όμως είναι αυτοί που γνωρίζουν τα αλίπαστα, τα έπιπλα, τα μακαρόνια.
Είναι αλήθεια ότι το βάρος για την ανάπτυξη της τοπικής συνείδησης πέφτει κατά ένα μεγάλο μέρος στους φορείς. Και είναι ανεπίτρεπτο κρατικός φορέας να διατυμπανίζει ότι δεν τον καλύπτουν τοπικές επιχειρήσεις και για αυτό πρέπει να στραφεί προς επιχειρήσεις του Κέντρου. Αλήθεια, με ποια κριτήρια απορρίπτονται οι ντόπιες επιχειρήσεις;
Με αφορμή τη δήλωση του φορέα καθώς και ένα άρθρο του συμπολίτη μας Αντώνη Φραντζή, μέλους του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου και αντιπροέδρου του Εμπορικού Συλλόγου της πόλης μας, ο ΠτΘ συζητά το θέμα αυτό μαζί του.
ΠτΘ: κ. Φραντζή, από τη μέχρι τώρα εμπειρία σας πιστεύετε ότι οι κάτοικοι της περιοχής μας έχουν αναπτυγμένη τοπική συνείδηση;
Α.Φ.: Ως έννοια η φράση τοπική συνείδηση είναι γνωστή, ως πράξη όμως θα έλεγα ότι δεν είναι. Τοπική συνείδηση δεν υπάρχει και αυτό είναι το πρόβλημα. Υπάρχει ανεπτυγμένη τοπική συνείδηση ανάμεσα στους επαγγελματίες, οι οποίοι τηρούν μία πελατειακή σχέση με όλους τους συναδέλφους τους. Η λέξη πελατειακή είναι κακή, αλλά στο δικό μας το χώρο είναι ό,τι καλύτερο. Ψωνίζεις από εμένα, ψωνίζω από εσένα. Από εκεί και πέρα όμως το μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού δεν έχει τοπική συνείδηση. Με αφορμή οποιοδήποτε άκουσμα κάποιος μπορεί να κάνει πολλά χιλιόμετρα για να δει αυτό που θέλει. Σήμερα στην πόλη μας υπάρχουν επιχειρήσεις, όπως ο Μαρινόπουλος, που είναι ξένων συμφερόντων, από όπου όλοι οι Κομοτηναίοι ψωνίζουν και καλά κάνουν. Το πρόβλημα είναι αν υπάρχουν τοπικά προϊόντα εκεί μέσα. Κάποια προϊόντα, όπως τα ποτά, οι καραμέλες, οι καφέδες, υπάρχουν, αλλά είναι πολύ λίγα σε σχέση με τα προϊόντα που παράγει η περιοχή μας.
ΠτΘ: Για ποιους λόγους πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;
Α.Φ.: Νομίζω ότι είναι ίδιον του Έλληνα και όχι των κατοίκων της περιοχής μας. Σε έναν βαθμό υπάρχουν πολλοί που τους αρέσει να λένε ότι κάποιο πράγμα το έφεραν από εκεί ή από το τάδε μέρος. Σίγουρα όμως είναι και θέμα πληροφόρησης. Η πόλη μας έχει να προσφέρει σχεδόν τα πάντα. Δεν ισχύει αυτό που ίσχυε πριν δέκα χρόνια και αν δεν έχει κάτι το φέρνει άμεσα. Πιστεύω ότι η τοπική αγορά μπορεί να καλύψει τις ανάγκες των πελατών της.
Επίσης, το κακό είναι ότι πολλά προϊόντα της περιοχής μας είναι παραδοσιακά και μπορεί να τα ξέρει όλη η Ελλάδα και να τα καταναλώνει. Είναι όμως τουριστικά και οι Κομοτηναίοι δεν τα καταναλώνουν τόσο πολύ. Ο τόπος μας είναι γνωστός για αρκετά του προϊόντα, όπως τα στραγάλια, οι χαλβάδες. Υπάρχει όμως μία λίστα προϊόντων που παράγονται στην πόλη μας και είναι πολύ μεγάλη. Μπύρα, κρασιά αλίπαστα, ξηροί καρποί, εσώρουχα, αθλητικά είδη, καραμέλες, σοκολάτες, αρωματικά φυτά, αεριούχα ποτά, έπιπλα, μακαρόνια, κατεψυγμένα λαχανικά. Τα περισσότερα προϊόντα μας είναι καταξιωμένα, αλλά εκτός πόλεως και εκτός χώρας. Την δική μου την επιχείρηση τοπικά δεν την ξέρει ο κόσμος, αλλά στην Ιταλία και στη Θεσσαλονίκη είναι γνωστή.
ΠτΘ: Πιστεύετε ότι οι εμπλεκόμενοι φορείς πρέπει να ακολουθήσουν κάποια συγκεκριμένη πολιτική;
Α.Φ.: Πιστεύω ότι αρχικά πρέπει να γίνει μία καταγραφή αυτών των προϊόντων για να τα γνωρίσουμε. Υπάρχουν προϊόντα αναγνωρίσιμα, όπως το ούζο, τα στραγάλια, οι λικουρίνοι.
Το πρώτο κομμάτι, επίσης, είναι να γνωστοποιηθεί ότι η ντόπια αγορά μπορεί και προσφέρει τα πάντα. Θεωρώ ότι εκείνο που πρέπει να πολεμήσουμε πρώτο είναι τα προϊόντα που θα τα χαρακτηρίζαμε επώνυμα, έχουν, θα λέγαμε, ένα γκλάμουρ. Τα επιμελητήρια μπορούν να στηρίξουν την προσπάθεια ανάπτυξης τοπικής συνείδησης. Υπάρχει ήδη το Ηλεκτρονικό Κέντρο Εμπορίου και αν τελικά περάσουμε σε αυτού του είδους τη λογική και σε αυτού του είδους την τεχνολογία θα γίνει η διαφήμιση.
ΠτΘ: Συμμετείχατε πριν λίγες ημέρες σε ένα ταξίδι στην Τουρκία, προσκεκλημένοι του Επιμελητηρίου της Κωνσταντινούπολης, για να παρακολουθήσετε ένα φεστιβάλ. Πιστεύετε ότι κάτι ανάλογο μπορεί να γίνει και εδώ;
Α.Φ.: Για το ταξίδι στην Τουρκία δεν ξέραμε τίποτα, απλά ότι είμαστε καλεσμένοι του τουρκικού επιμελητηρίου και ξέραμε ότι πάμε σε ένα φεστιβάλ, αλλά ουσιαστικά ήταν μία προβολή των εκπτώσεων των δικών τους για να τονώσουν την αγορά τους. Ήταν μια πολύ καλή κίνηση, αλλά ουσιαστικά και εμείς είμαστε επιχειρηματίες και παράγουμε τα ίδια προϊόντα. Θέλει δουλειά ακόμα, αλλά σαν ιδέα είναι καλή. Θα μπορέσει να αποτελέσει αφετηρία για κάτι ανάλογο και εδώ, αλλά με πελάτες από την Ελλάδα. Πιστεύω όμως ότι μπορεί να γίνει και μέσω άλλων εκδηλώσεων, όπως συνεδρίων. Εμείς στηρίζουμε πολύ τα συνέδρια που φέρνουν κόσμο και ό,τι μας ζητάνε το παρέχουμε, όπως το συνέδριο του ΤΕΦΑΑ.
ΠτΘ: Αναφερθήκατε προηγουμένως στα πολυκαταστήματα. Είναι εύκολο για έναν επιχειρηματία να διαθέσει τα προϊόντα του μέσω αυτών; Ποιος είναι ο ρόλος τους στην ανάπτυξη της τοπικής συνείδησης;
Α.Φ.: Είναι γεγονός ότι η κατανάλωση σήμερα έχει περάσει στα μεγάλα μάρκετ, τα οποία για εμάς τους επιχειρηματίες είναι δυσβάσταχτα. Όλοι μας μπορούμε να συνεννοηθούμε ακόμη και με τον πιο απλό μπακάλη, όπου η συναλλαγή είναι προσωπική, αλλά αυτό το απρόσωπο στυλ των μεγάλων επιχειρήσεων είναι δυσβάσταχτο. Τροχοπέδη είναι και τα πολυκαταστήματα, τα οποία δεν έχουν πρόβλημα να διαθέσουν τοπικά προϊόντα, αλλά οι τοπικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν. Για να μπεις μέσα πρέπει να πληρώσεις. Έχεις πέντε προϊόντα, και για τα πέντε πρέπει να πληρώσεις ξεχωριστά, να πληρωθείς με τον τρόπο που θέλουν αυτοί με συνέπεια και ο κόσμος να φοβάται και ενδεχόμενα να μην τους συμφέρει. Αν είσαι μεγάλος και δυνατός, η πιο εύκολη λύση είναι να μπεις σε μία μεγάλη αλυσίδα. Για να μπεις σε μία αλυσίδα καταστημάτων, όπως για παράδειγμα ο Μασούτης, πρέπει να πληρώσεις σε όλα τα κατά τόπους καταστήματα, γεγονός που απαιτεί πολλά χρήματα.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
