«Η γνωση των παιδιων για τη σεξουαλικοτητα θα πρεπει να ξεκιναει απο τους γονεις και να εδραιωνεται στο σχολειο»
Σε μια κοινωνία «μεγάλων», όπου το φαινόμενο της σεξουαλικής κακοποίησης αποτελεί ταμπού και προορίζεται μόνο για τις συζητήσεις των ενηλίκων, περιπτώσεις άσκησης σεξουαλικής βίας, συχνά σε παιδιά, βλέπουν όλο και συχνότερα το φως της δημοσιότητας. Μερίδιο ευθύνης φέρουν τόσο οι γονείς και το σχολείο, όσο και η σεξουαλική απαίδευτη κοινωνία της ελληνικής κυρίως περιφέρειας και μαρτυρούν από τη μία την ύπαρξη του φαινομένου κι από την άλλη την αδυναμία ανίχνευσής του.
Ο ΠτΘ συνομιλεί σήμερα με τον κλινικό ψυχολόγιο, κ. Α. Ρουπγίδη, ο οποίος καταδεικνύει το πρόβλημα, εντοπίζει τις αιτίες του και κατονομάζει ως υπεύθυνη μια κοινωνία που υποχρεώνει τα παιδιά σ’ ένα κυνήγι γνώσεων παραμελώντας συχνά τη συναισθηματική τους ανάπτυξη και ψυχολογία.
ΠτΘ: κ. Ρουπγίδη, τι φταίει και τον τελευταίο καιρό έχουμε τόσο συχνά φαινόμενα σεξουαλικών κακοποιήσεων;
Α.Ρ.: Το θέμα της σεξουαλικότητας και πιο συγκεκριμένα της σεξουαλικής κακοποίησης τόσο από την πλευρά του βιασμού όσο και από την πλευρά της κακοποίησης των μικρών παιδιών είναι ένα από τα μεγαλύτερα και τα πιο σφραγισμένα μυστικά της σύγχρονης κοινωνίας.
ΠτΘ: Αυτό το διαπιστώνουμε και στον τηλεοπτικό λόγο. Περιστατικά φανερώνονται με την πάροδο χρόνου και «όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι», όπως λέμε.
Α.Ρ.: Συνήθως στα περιστατικά που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, είτε η κατάσταση θα είναι οριακή και θ΄ απειλείται ουσιαστικά το θύμα με βαριές σωματικές βλάβες ή με θάνατο κάποιες φορές, είτε θ ανακαλύπτονται τυχαία από κάποιες εξετάσεις σε κάποιο νοσοκομείο. Το κύριο πρόβλημα σε ό,τι αφορά την σεξουαλικότητα είναι μία τάση του κοινωνικού συνόλου να μη μιλάει για αυτή, να αντιμετωπίζεται ουσιαστικά σαν ταμπού των ανηλίκων. Βέβαια, γίνονται κάποιες προσπάθειες από ορισμένους φορείς ώστε ο κόσμος να ενημερώνεται επί των ζητημάτων αυτών, πιστεύω όμως ότι το θέμα κολλάει στις απόψεις που έχουμε σχετικά με την σεξουαλικότητα όλοι μας. Oλοι έχουμε αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα που σχετίζεται με την σεξουαλικότητά μας. Το θέμα είναι ότι ουσιαστικά τα νέα άτομα σήμερα δεν καλύπτονται από γνώσεις και από προϋποθέσεις ανάπτυξης της συναισθηματικής πλευράς της σεξουαλικότητας. Βλέπουμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν γρήγορα και είμαστε περήφανοι γι αυτό όπως και για το ότι ζούνε σε καλύτερες συνθήκες από την άλλη όμως αναλώνονται σε ένα συνεχή ανταγωνισμό και συναγωνισμό γνώσεων ενώ παραμελείται συστηματικά η συναισθηματική τους ανάπτυξη.
ΠτΘ: Υπήρχαν πάντοτε αυτές οι κακοποιήσεις και δεν έβλεπαν το φώς της δημοσιότητας λόγω του ότι ήταν ταμπού;
Α.Ρ.: Η σεξουαλική εκμετάλλευση των ανηλίκων ήταν γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Ας μην ξεχνάμε ότι στα Ρωμαϊκά χρόνια και στην εποχή των αυτοκρατόρων ήταν ο συστηματικός τρόπος διασκέδασης «των ευγενών». Οι σεξουαλικές περιπτύξεις με έφηβα αγόρια γίνονταν στα λουτρά. Για να προβλεφθεί μάλιστα το γεγονός κάποιας σεξουαλικής συνεύρεσης μεταξύ πατέρα και γιού υπήρχαν αναγνωριστικά σημάδια όπως βραχιόλια. Αυτές οι καταστάσεις συνεχίστηκαν να υπάρχουν και σε άλλες χρονικές περιόδους, Οι πρώτες επιστημονικές προσπάθειες για τη μελέτη της σεξουαλικής κακοποίησης έγιναν στη δεκαετία του 50 στην Αμερική όπου έγινε προσπάθεια κωδικοποίησής της.
Θα αναφέρω τις προσπάθειες των Κίνσεϊ Μάστερς και Τζόνσον που προσπάθησαν να κωδικοποιήσουν την σεξουαλική συμπεριφορά χρησιμοποιώντας ψυχοφυσιολογικές μεθόδους για να μετρήσουν τον ερεθισμό των ανδρών και γυναικών. Σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών οι συστηματικές έρευνες ξεκίνησαν την δεκαετία του ’80 στις χώρες της Βόρειας Αμερικής και επεκτάθηκαν αργότερα στις χώρες της Ευρώπης.
ΠτΘ: Είναι απορίας άξιο αν ισχύουν τα λεγόμενα δικαιώματα του παιδιού όπως τοποθετήθηκαν από τη Χάρτα Δικαιωμάτων του παιδιού της ΟΥΝΕΣΚΟ;
Α.Ρ.: Από τη στιγμή που ένα παιδί μπαίνει στην εφηβεία και αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους συγκεκριμένα γνωρίσματα σεξουαλικής ωρίμανσης, ουσιαστικά από εκείνη τη στιγμή τα νεαρά άτομα έχουν φυσιολογική σεξουαλική ζωή. Κατ’ αρχήν, τα δικαιώματα του παιδιού ισχύουν όπως τέθηκαν από την ΟΥΝΕΣΚΟ και επικυρώθηκαν από τις κυβερνήσεις. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν προβλήματα που σχετίζονται με τις δομές που παρέχει το κράτος είτε πρόκειται για ανηλίκους είτε για ενηλίκους .
ΠτΘ: Υπάρχουν δομές στο Ελληνικό κράτος όπου θα μπορούν να προσφεύγουν αυτού του είδους θύματα;
Α.Ρ.: Η συγκεκριμένη προβληματική τόσο με την κακοποίηση των παιδιών όσο και με την σεξουαλική εγκληματικότητα γενικότερα στην Ελλάδα δεν έχει ερευνηθεί καθόλου. Υπάρχουν κάποιες μεμονωμένες έρευνες σε τύπο διπλωματικής ή διδακτορικής διατριβής. Άρα, εφ’ όσον δεν υπάρχουν έρευνες, δεν μπορούν να συσταθούν και ανάλογες δομές που θα παρέχουν άμεση υποστήριξη και άμεση επέμβαση σε τέτοια περιστατικά. Η πρώτη ουσιαστική παρέμβαση σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση της πρώτης γνώμης των παιδιών για τη σεξουαλικότητα θα πρέπει να ξεκινάει από τους γονείς και να εδραιώνεται στο σχολείο, κάτι που δεν συμβαίνει. Οι γονείς αποφεύγουν να απαντήσουν στις τυχόν απορίες των παιδιών τους, απαντώντας με μισόλογα και φανταστικές ιστορίες και ενδεχομένως να τα μαλώσουν κιόλας. Ουσιαστικά βγαίνει προς τα έξω μια εικόνα ότι οι γονείς θεωρούν την σεξουαλικότητα σαν δικό τους κεκτημένο και ότι απαγορεύευται η οποιαδήποτε πρόσβαση σε αυτή. Από εκεί και πέρα υπάρχει και το πρόβλημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία που ουσιαστικά έχει νομοθετηθεί, αλλά στην πράξη κολλάει σε πολλούς παράγοντες, όπως το ποιοι θα την διδάξουν, κάτω από ποιους όρους και τι θα λάβουν υπ’ όψιν , θα συζητήσουμε για στείρες γνώσεις μηχανιστικού χαρακτήρα ή θα μιλήσουμε για συναισθήματα.
ΠτΘ: Ενδεχομένως, κ. Ρουπγίδη, η ελληνική οικογένεια να είναι συντηρητική σε αυτά τα θέματα. Πώς όμως θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε από την συμπεριφορά του παιδιού ότι αυτό έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση;
Α.Ρ.: Υπάρχουν δύο ειδών ενδείξεις ανίχνευσης σεξουαλικής κακοποίησης, ενδείξεις σωματικές και ενδείξεις αλλαγής συμπεριφοράς. Οι σωματικές ενδείξεις είναι εμφανείς όπως μώλωπες στα οπίσθια ή στην περιοχή των γεννητικών οργάνων ή κάποια αιμορραγία στις περιοχές αυτές ή η δυσκολία στο περπάτημα. Μπορεί όμως οι ενδείξεις να είναι κάποια απώλεια της όρεξης ή αϋπνίες ή εφιάλτες που σημαίνουν και αλλαγή της κοινωνικής συμπεριφοράς. Δηλαδή βλέπουμε ότι το παιδί απομακρύνεται από τον κοινωνικό του περίγυρο, αισθάνεται φοβισμένο, εγκαταλελειμμένο, το βλέπουμε να βγάζει μία επιθετική συμπεριφορά, να έχει τάσεις φυγής και ουσιαστικά το πιο σημαντικό είναι ότι συζητάει ή εκθέτει απόψεις, συναισθήματα τα οποία σχετίζονται με ερωτική συμπεριφορά, ασυμβίβαστη για την ηλικία του.
ΠτΘ: Σαφώς τα παιδιά μας δεν τα υποβάλλουμε σε σωματική ανίχνευση, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν ένα σωρό χαρακτηριστικά που προδίδουν την σεξουαλική κακοποίηση…
Α.Ρ.: Αυτό που είπατε μου δίνει την ευκαιρία να πω μια κακία. Σύμφωνα με την κλινική εμπειρία που έχω ως ιδιώτης πιστεύω ότι οι γονείς, λόγω ελλείψεως χρόνου, θεωρούν κάποια πράγματα δεδομένα. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι για το τι θα φάει, τι θα πιει και πώς θα πάει το παιδί στο σχολείο.
ΠτΘ: Υπάρχουν και συναισθήματα σεξιστικής ντροπής. Είναι ευκολότερο μια μάνα να παρακολουθεί την κόρη αλλά είναι δύσκολο να πείσει το γιο της να δείχνει το σώμα του. Όμως πώς βοηθάει μια οικογένεια το κακοποιημένο παιδί;
Α.Ρ.: Καταρχήν θα πρέπει να συζητηθεί το θέμα. Ενδεχομένως να κατονομαστεί ο δράστης. Το κακοποιημένο παιδί θέλει στήριξη, γιατί οποιοδήποτε παιδί έχει μια τέτοια εμπειρία, τραυματίζεται ψυχικά. Γκρεμίζονται τα όποια πρότυπα έχει, όσον αφορά στην ερωτική ζωή. Από εκεί και πέρα χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στις διαδικασίες που θα επακολουθήσουν.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι να καταγγελθεί η συγκεκριμένη περίπτωση, και δεύτερον και πιο σημαντικό είναι να προστατευθεί το θύμα από αυτό που λένε οι νομικοί και εμείς που ασχολούμαστε με τέτοια ζητήματα, δηλαδή από τη δευτερογενή θυματοποίηση του παιδιού.
ΠτΘ: Τι σημαίνει δευτερογενής θυματοποίηση του παιδιού;
Α.Ρ.: Η πρώτη αντίδραση ενός παιδιού, ειδικά του παιδιού που βρίσκεται στην εφηβική ηλικία και δεν έχει προλάβει να διαμορφώσει άποψη σχετικά με τον έρωτα, είναι να αναρωτιέται αν έφταιγε αυτό το ίδιο και επειδή έχει καλλιεργηθεί αυτή η νοοτροπία ότι το σεξ είναι μυστικό των μεγάλων και ότι τα παιδιά δεν έχουν πρόσβαση σε αυτό υπάρχει έντονο συναίσθημα ντροπής, που σε μεγαλύτερες ηλικίες γίνεται έντονο συναίσθημα ενοχής.
Από εκεί και πέρα έχουμε να κάνουμε με τη δευτερογενή θυματοποίηση η οποία σχετίζεται με το πώς θα αντιμετωπιστεί η συγκεκριμένη κατάσταση όταν θα φτάσει να εκδικαστεί σε ένα δικαστήριο. Σε αυτόν τον τομέα έχουν γίνει πάρα πολλές έρευνες, ειδικά στις ΗΠΑ και τον Καναδά, όπου χρησιμοποιούνται διάφορες τακτικές όπως η τακτική του παραβάν στο δικαστήριο και συγκεκριμένες υποθέσεις λειτουργούν κεκλεισμένων των θυρών.
ΠτΘ: Στην Ελλάδα λειτουργούν ανοιγμένων των θυρών και με τα κανάλια μέσα…
Α.Ρ.: Δύο είναι οι λόγοι που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια τέτοια αντιμετώπιση στην Ελλάδα. Ο ένας λόγος είναι ότι υπάρχει νομικό κενό σε ό,τι αφορά τα διαδικαστικά, και ο άλλος είναι η έλλειψη ευαισθησίας των λειτουργών της δικαιοσύνης όσο και του κοινωνικού συνόλου.
Θυμηθείτε την περίπτωση της Δράμας όπου το κοινωνικό σύνολο ενδεχομένως και να ούρλιαζε. Το θύμα οφείλουμε να το προστατέψουμε.
ΠτΘ: Όλο αυτό το ουρλιαχτό του κοινωνικού συνόλου μήπως ήταν και απόρροια του γεγονότος ότι έφταιγαν οι ίδιοι; Μήπως είχαν ευθύνη, γιατί δεν είναι δυνατόν σε μια μικρή κοινωνία όπως η συγκεκριμένη να μην γνώριζαν το γεγονός;
Α.Ρ.: Το θέμα είναι ότι σε αυτή τη χώρα οι ευθύνες μας τυραννάνε μόνο όταν συμβεί κάποιο γεγονός το οποίο θα μας τραντάξει. Ό,τι γίνεται έξω από την πόρτα του σπιτιού μας, έξω από το χώρο στον οποίο νιώθουμε ασφαλείς και άρα δεν μας αφορά θα πρέπει να είναι κάτι τόσο συνταρακτικό, τόσο απεχθές ώστε να κινητοποιηθεί το όποιο συναίσθημα ευθύνης έχουμε μέσα μας.
ΠτΘ: Οι άνθρωποι που κακοποιούν παιδιά είναι διαστροφικές προσωπικότητες;
Α.Ρ.: Παλιότερες έρευνες είχαν καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα τα οποία στα τελευταία 15-20 χρόνια έχουν αρχίσει να απομυθοποιούνται. Παλιά, έλεγαν ότι οι δράστες των συγκεκριμένων ενεργειών ήταν άτομα συνήθως πάνω από τα 50 και συγκεκριμένης προβληματικής συμπεριφοράς. Τα τελευταία όμως χρόνια, σύμφωνα και με τις έρευνες που έχουν γίνει, έχει αποδειχτεί ότι η ηλικία των δραστών είναι λίγο μεγαλύτερη από την ηλικία του θύματος και ότι ο μέσος όρος ηλικίας των δραστών κυμαίνεται γύρω στα 30 χρόνια.
ΠτΘ: Τι σημαίνει αυτό κ. Ρουπγίδη για την κοινωνία μας, αυτή η ηλικιακή μετατόπιση και η μεγέθυνση του φαινομένου; Μήπως σημαίνει ότι δεν διαμορφώνουμε υγιείς χαρακτήρες;
Α.Ρ.: Η διαμόρφωση των όποιων χαρακτήρων, των όποιων προσωπικοτήτων και των όποιων απόψεων σχετικά με τον έρωτα και ειδικότερα με το σεξ σχετίζεται πάντα με το τι προσφέρουμε στους νέους ανθρώπους για σκέψη, για συναισθηματική αντίδραση. Από τη στιγμή που δεν είμαστε ειλικρινείς μαζί τους και τους δίνουμε απόψεις που οι μισές είναι ψεύτικες ή τους ωθούμε να αναζητήσουν πληροφορίες σε μέρη και σε ανθρώπους που είναι ακατάλληλοι, τότε είναι σαφές ότι θα έχουμε προβλήματα.
ΠτΘ: Σας ευχαριστούμε πολύ.
Α.Ρ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Τ.Β. – Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
