«Η ακροδεξια στην Ελλαδα αποτελει συγκυριακη εκφραση μεμονωμενων ατομων χωρις ιστορικες καταβολες»

Έννοιες όπως, φασίστες, ναζί, εθνικοσοσιαλιστές, ακροδεξιοί κυκλοφορούν και εμπλουτίζουν το καθημερινό μας λεξιλόγιο, μετά τις εκλογές, με την ανάμειξη τόσο των πολιτικών κομμάτων προς «άγραν» ψήφου, όσο και της εκκλησίας, που ευλογεί κάποιες τοποθετήσεις, που φαίνονται ότι υπερασπίζουν και κρατούν φιλικότερη θέση προς εκείνη. Τη συζήτηση ενδυναμώνουν και δημοσιογραφικοί κύκλοι, καθώς αναρωτιούνται για το αν υπάρχει άνθηση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα.

Ανατρέξαμε στο λεξικό για βρούμε τους ορισμούς των όρων:

Φασισμός: 1. fascio: όρος που προέρχεται από την αρχαία Ρώμη και σήμαινε την ένωση πολιτικών δυνάμεων με ένα συγκεκριμένο σκοπό. Επίσης οι ράβδοι που συμβόλιζαν την εξουσία του τίτλου του υπάτου.2. Πολιτικό σύστημα που εμφανίστηκε το 1922 στην Ιταλία, το 1933 στη Γερμανία και το 1938 στην Ισπανία. Σημαίνει την παντοδυναμία του κράτους με την συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια ενός, στην ιδεολογία του αντιορθολογισμού, του ακραίου σωβινισμού, του ρατσισμού και σκοταδισμού. Επιδιώκει τη διατήρηση του καπιταλισμού. 3. Κάθε σύστημα ιδεών που προσπαθεί να εγκαταστήσει σ΄ ένα κράτος ένα απολυταρχικό καθεστώς.

Εθνικοσοσιαλισμός: Πολιτικό σύστημα που εγκαθίδρυσε ο Χίτλερ στη Γερμανία μετά το Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατέρρευσε με την πτώση του Γ΄ Ράϊχ 1945, το οποίο ήθελε να μεταβάλει τη Γερμανία σε κράτος απόλυτα εθνικιστικό, σοσιαλιστικό, εργατικό, με ρατσιστικές (κυρίως αντιεβραϊκές ) και μιλιταριστικές τάσεις. Αλλιώς ναζισμός.

Συζητώντας με δύο καθηγητές του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, τον κ.Ζήση Παπαδημητρίου, καθηγητή Κοινωνιολογίας και τον κ. Κωνσταντίνο Χατζηκωνσταντίνου, καθηγητή Δημοσίου Δικαίου, προσπαθήσαμε να ορίσουμε κατ΄ αρχάς τον όρο ακροδεξιά, αντιπαραβάλλοντάς τον με τους όρους εθνικισμός, φασισμός. Επίσης θελήσαμε να δούμε το «φαινόμενο» Καρατζαφέρη, εντάσσοντάς το στην ελληνική πραγματικότητα.

Κάνοντας κοινωνιολογική ανάλυση ο κ. Παπαδημητρίου λέει ότι ο όρος ακροδεξιά είναι ένας όρος που πολιτογραφήθηκε τελευταία στον ευρωπαϊκό χώρο ιδιαίτερα μετά το 1990. Χρησιμοποιείται με την έννοια πολιτικών ομάδων, που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως νοσταλγοί περασμένων πολιτικών συστημάτων, π.χ. του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία, στη Γαλλία, οι οποίες εκφράζουν μια πολιτική στάση που προϋπήρχε στα τέλη του 19ου αιώνα και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, με έντονο αντισημιτισμό και με ένα υπέρ του δέοντος ανεπτυγμένου εθνικισμού. «Εδώ στη χώρα μας έχω την αίσθηση ότι συχνά χρησιμοποιούμε έννοιες εσφαλμένα. Στην Ελλάδα αναμφίβολα υπάρχει ένα πολύ μικρό κομμάτι, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ακροδεξιό με την έννοια όμως ότι είναι νοσταλγοί της 4ης Αυγούστου ή της Δικτατορίας ή της Βασιλείας». Ο κ. καθηγητής υπογραμμίζει ότι για ιστορικούς λόγους, όπως ανάμειξη των βασιλέων στα πολιτικά πράγματα, συγχέονται μεταξύ τους αυτά τα στοιχεία και βγαίνει ένα συνοθύλευμα απόψεων που κοινό παράγοντα έχουν την αναπαραγωγή ενός συγκυριακού εθνικισμού κάθε φορά που διεκδικούμε κάτι στα εθνικά μας θέματα και δεν το κατορθώνουμε, για παράδειγμα το όνομα Σκοπίων, σχέσεις με την Τουρκία, το οποίο όμως ξεφουσκώνει μόλις η επικαιρότητα προβάλλει κάτι άλλο.

«Θα ‘λεγα ότι αν εξαιρεθεί αυτό το κομμάτι, που ενδεχομένως είναι το πολύ ένα 2%, δεν υπάρχει ακροδεξιά μόνιμη, στο διηνεκές οργανωμένη πολιτική σκέψη στην Ελλάδα. Πρόκειται για έναν εθνικισμό, ο οποίος εμφανίζεται συγκυριακά, εκφράζει εκείνη τη στιγμή περισσότερο μια συμπλεγματική συνείδηση λόγω των γεγονότων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα αποτελέσει οπωσδήποτε και τη βάση για την ύπαρξη στο μέλλον ενός ακροδεξιού κινήματος. Θεωρώ ότι σήμερα το «φαινόμενο» Καρατζαφέρη αποτελεί αντικείμενο προεκλογικής πολιτικής εκμετάλλευσης… Διακρίνω σκοπιμότητες, που τροφοδοτούνται από προσωπικές φιλοδοξίες μέσα στο χώρο της δεξιάς. Ενδεχομένως να έχουν προοπτικές, ως προς τις εξελίξεις στην Ελλάδα και με την έννοια αυτή το «φαινόμενο» Καρατζαφέρη θα πρέπει να το δει κανείς».

Κοινή παρατήρηση αποτέλεσε ότι η ακροδεξιά είναι ευρωπαϊκό φαινόμενο και όχι ελληνική ιδιομορφία. Ορίζεται δε ως χώρος έκφρασης του ρατσιστικού και εθνικιστικού λόγου, Επίσης τονίστηκε, ότι πέρα από την ΕΠΕΝ ως έκφραση των νοσταλγών της Δικτατορίας, που απορροφήθηκε, στο Ελληνικό Κοινοβούλιο δεν υπάρχει κανένα κόμμα το οποίο επίσημα να εκμεταλλεύεται τον ρατσιστικό και εθνικιστικό λόγο, προκειμένου να προσεγγίσει ψηφοφόρους. Στον προβληματισμό αν αποτελεί δείγμα υγείας της Δημοκρατίας οι μεμονωμένες φωνές που ακούγονται, χωρίς να αντιπροσωπεύονται από συγκεκριμένο κόμμα ο κ. Χατζηκωνσταντίνου επεσήμανε : «Υπάρχουν μόνο μεμονωμένα άτομα στα οποία μπορεί κανείς να βρει εθνικιστικές αντιλήψεις και αντισημιτικές απόψεις, που ανήκουν σε όλα τα κόμματα, μη εξαιρουμένου και του Κομμουνιστικού. Αν το πολιτικό κόμμα μπορεί να απορροφήσει τους κραδασμούς επικαλούμενο την πολυσυλλεκτικότητά του, αυτό ίσως είναι ένα στοιχείο Δημοκρατίας. Τ ο ερώτημα όμως είναι, αν είναι καλό να υπάρχει μέσα στην Βουλή ένα ακροδεξιό κόμμα, και να γνωρίζει ο Ελληνικός λαός ποιοι είναι αυτοί που εκφράζουν αυτές τις ακραίες τάσεις, ή αν αξίζει τον κόπο να διαχέεται αυτή η τάση σ΄ όλα τα πολιτικά κόμματα. Ακροδεξιό κόμμα περιχαρακωμένο μέσα στη Βουλή ως πολιτικός φορέας ή χρέωση της ακροδεξιάς σε άτομα που ανήκουν στο ένα ή το άλλο κόμμα. Είναι ένα ζήτημα αξιολογικής συζήτησης.».

Τι θα ήταν όμως εκείνο που τελικά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως υπόστρωμα για τη γέννηση ενός ακροδεξιού κινήματος. Ο κ. Παπαδημητρίου αναγνωρίζει ότι η απαξίωση του πολιτικού λόγου, η δυσχέρεια των κομμάτων να επικοινωνήσουν με την κοινωνική βάση, το γεγονός ότι το 22% του ελληνικού πληθυσμού ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας – σύμφωνα με τη στατιστικά στοιχεία της ευρωστατιστικής, το ποσοστό της ανεργίας που φτάνει το 11,5%, δημιουργούν ένα πλέγμα ανασφαλειών, που συνεπικουρούμενα από ένα χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, «οδηγούν τους ανθρώπους να αντισταθμίζουν τους φόβους τους με φανταστικά σχήματα τα οποία εμπλέκουν μέσα εθνικισμούς. Από την άλλη μεριά κι ο τρόπος που λειτούργησε η εκκλησία μέχρι τώρα «έχει θολώσει τα νερά» και έχει σπρώξει πολλούς ανθρώπους σε πολιτικές απόψεις με τις οποίες δεν είχαν καμιά σχέση προηγουμένως. Πρόκειται για εσκεμμένη σύγχυση εκ μέρους της ιεραρχίας ,που επίσης διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση ενός ακροδεξιού πολιτικού λόγου. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η απόλυτη ανάγκη του διαχωρισμού Κράτους – Εκκλησίας ».

Συμπληρώνοντας για την περίπτωση « Καρατζαφέρη», ο κ Χατζηκωνσταντίνου αναρωτιέται γιατί θεωρεί ο κ. Καρατζαφέρης υβριστικό τον χαρακτηρισμό του ακροδεξιού, που του αποδίδεται. «Κανείς ακροαριστερός δεν θα θεωρούσε εξύβριση τον χαρακτηρισμό του ακροαριστερού. Ίσως δικαιολογημένα να εξανίσταται ο κ. Καρατζαφέρης διότι η ακροδεξιά έχει ταυτιστεί στη συνείδηση του ελληνικού λαού με τον φασισμό ή τον ναζισμό. Το όνομα του κόμματός του ΛΑ.Ο.Σ. είναι περισσότερο λαϊκίστικος όρος και οι αναφορές του στα κομμάτια εκείνα των άλλων σχηματισμών, τα οποία μπορεί να έχουν παράλληλες ιδέες, νομίζω ότι είναι πολιτική κίνηση συνεργασίας ή επιστροφής του στη Νέα Δημοκρατία »

Ο κ. Παπαδημητρίου θεωρεί ότι το πολιτικό τοπίο οργανωμένης πια πολιτικής έκφρασης της ακροδεξιάς θα ξεκαθαρίσει μετά τις βουλευτικές εκλογές. «Αξίζει να σημειώσουμε ότι και οι εθνικιστές σέβονται τη δημοκρατία. Αν συμβεί μια ανακατάταξη των πολιτικών δυνάμεων, τότε θα υπάρξει ένα εθνικό κόμμα».

Το ακροδεξιό κίνημα είναι ευρωπαϊκό φαινόμενο που όμως μπορεί να εισαχθεί «αν τα κόμματα, μέσα στα περιθώρια κινήσεων που έχουν, δεν το απορροφήσουν και το επιτρέψουν να εμφανισθεί. Άλλωστε δεν το χρειαζόμαστε!»
σχολίασε ο κ. Χατζηκωνσταντίνου.

Έφη Μωραϊτου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.