Φαρμακευτικη αγωγη συν ασκηση και διαιτα

Με συντονιστή το νέο πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Ροδόπης, χειρουργό Κώστα Τσεπελίδη και ομιλητές τον Ιωάννη Γιώβο, Ενδοκρινολόγο, Καθηγητή Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ και την ενδοκρινολόγο, επιστημονικό συνεργάτη του Τμήματος Κλινικής Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ Καλλιόπη Κώτσα παρουσιάστηκαν σε εκδήλωση που έγινε προχθές το βράδυ δυο σημαντικά θέματα που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Το πρώτο αφορά στην «Αντιμετώπιση των Καρδιομεταβολικών Παραγόντων Κινδύνου μέσω της αναστολής του Ενδοκανναβινοειδούς Συστήματος» και το δεύτερο την «Κλινική εμπειρία με το remonabant». Η εκδήλωση απευθυνόταν αποκλειστικά σε γιατρούς, οι οποίοι παρακολούθησαν με ενδιαφέρον τους δυο συναδέλφους τους να μιλούν για το συνδυασμό φαρμακευτικής αγωγής – άσκησης – δίαιτας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις παχύσαρκων ασθενών που έχουν επιπλέον παράγοντες κινδύνου για ν’ αναπτύξουν καρδιακή νόσο, άρα θα πρέπει και να λάβουν όλα τα μέτρα πρόληψης.

Ι. Γιώβος: «Φαρμακευτική ουσία που μειώνει το ενδοκοιλιακό λίπος»

ΠτΘ: κ. Καθηγητά, να μας εξηγήσετε αρχικά το θέμα.

Ι.Γ.:
Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει συνείδηση ότι ο καρδιομεταβολικός κίνδυνος, δηλαδή τα εμφράγματα του μυοκαρδίου, τα εγκεφαλικά επεισόδια, οφείλονται στη μεγάλη συσσώρευση λίπους στο σώμα του ανθρώπου. Συνεπώς, ήταν λογικό ότι οι προσπάθειες που θα γινόταν για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και της άθροισης αυτού του λίπους μέσα στην κοιλιά με στόχο την ανακοπή αυτής της αύξησης των καρδιαγγειακών θα στόχευαν σε φάρμακα που θα εμπόδιζαν αυτή την κατάσταση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, από πολλές πλευρές, στο διεθνή ερευνητικό χώρο, έχουν αναπτυχθεί φάρμακα που στοχεύουν να μειώσουν την παχυσαρκία, η οποία αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα, επομένως και τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο. Παρουσιάζουμε μια από αυτές τις προσπάθειες που στοχεύει στην παρουσίαση μιας καινούριας φαρμακευτικής ουσίας, η οποία μειώνει το ενδοκοιλιακό λίπος και αντιστρέφει ένα μέρος του κινδύνου που επωμίζεται το καρδιαγγειακό και τελικά παρουσιάζει τα προβλήματά του.

ΠτΘ: Υπάρχει το ενδεχόμενο να προκαλέσει κάποια προβλήματα στον οργανισμό, υπάρχει βαθμός επικινδυνότητας;

Ι.Γ.:
Δεν υπάρχει βαθμός επικινδυνότητας αν γίνει σωστή επιλογή των ασθενών. Στα περισσότερα φάρμακα πρέπει να παίρνουμε υπόψη κάποιες προδιαγραφές ούτως ώστε να αποτρέπεται η εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν δίνουμε, για παράδειγμα, φάρμακα που επηρεάζουν το στομάχι σε κάποιον που έχει γνωστό έλκος του στομάχου.

ΠτΘ: Για να φτάσουμε στη φαρμακευτική αγωγή και όχι στις γνωστές μεθόδους της δίαιτας και της άθλησης υποθέτω ότι πρόκειται για άτομα που έχουν μεγάλη συσσώρευση λίπους στο σώμα.

Ι.Γ.:
Μεγάλη συσσώρευση λίπους και πολλούς παράγοντες κινδύνου για ν’ αναπτύξουν καρδιακή νόσο. Ασθενείς που έχουν διαβήτη, υπέρταση, κληρονομικό ιστορικό. Γι’ αυτούς η παχυσαρκία είναι πολύ πιο επιζήμια από ό,ι για έναν που δεν έχει κανέναν παράγοντα κινδύνου. Συνεπώς, αυτοί οι ασθενείς εκτός από τη δίαιτα και την άθληση θα προσφύγουν και σε φαρμακευτικά μέσα.

ΠτΘ: Έχει εφαρμοστεί στην Ελλάδα;

Ι.Γ.:
Χρησιμοποιείται εδώ και αρκετό καιρό και θα συζητήσουμε την εμπειρία που έχει συγκεντρωθεί σε όλες τις περιοχές της χώρας από τη χρήση των φαρμάκων και ποιες είναι οι ειδικές προδιαγραφές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη χρήση του.

ΠτΘ: Υπάρχει διαφορά στην αφομοίωση του φαρμάκου ανάλογα με το φύλο και την ηλικία του ασθενούς;

Ι.Γ.:
Όχι. Η παχυσαρκία είναι ένα κοινό θέμα αντιμετώπισης, σε εθνικό πλέον επίπεδο για την Ελλάδα. Φυσικά, δε θα κάνουμε φαρμακευτική αγωγή σε νέες ηλικίες και στα παιδιά. Εκεί θα προσπαθήσουμε με τους παραδοσιακούς τρόπους της δίαιτας, της άσκησης και της καλής πληροφόρησης. Στα άτομα μεγάλης ηλικίας ενδέχεται να χρειαστεί και φαρμακευτική αντιμετώπιση.

ΠτΘ: Συμβουλεύετε τον ασθενή να ακολουθήσει και ψυχολογική υποστήριξη για να έχει το άτομο μια ομαλή διαδικασία προσαρμογής;

Ι.Γ.:
Θα ήταν ευχής έργο, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν ακόμη κέντρα που να μπορούν να παρέχουν οργανωμένη υποστήριξη μαζί με τη βοήθεια του ψυχολόγου. Όπου υπάρχουν είναι χρήσιμα.

Κ. Κώτσα: «Τα φάρμακα από μόνα τους δεν κάνουν τίποτε»

ΠτΘ: Όταν μιλάτε για την «κλινική εμπειρία με το remonabant» αναφέρεστε στην εφαρμογή του στους ασθενείς;

Κ.Κ.:
Ναι. Το φάρμακο έχει δοκιμαστεί σε πολλές κλινικές μελέτες. Στόχος της παρουσίασής μου είναι να μεταφέρω την εμπειρία από αυτές τις μελέτες, από έναν πολύ μεγάλο αριθμό ασθενών σε πολλές ηπείρους και τα συμπεράσματα και το πώς μπορούν να εφαρμοστούν στην καθημερινότητα δικών μας ασθενών οι οποίοι έχουν τα ίδια προβλήματα. Το σημαντικό στο συγκεκριμένο φάρμακο είναι ότι δεν απευθύνεται σε παχύσαρκους ασθενείς, με την έννοια της παχυσαρκίας όπως την ξέρουμε παραδοσιακά, γιατί σημαντικά άρθρα στην Αμερική κάνουν πρόσφατα λόγο για το ότι η παχυσαρκία δεν είναι ίδια για όλους κι ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των παχύσαρκων ασθενών δεν έχουν επιπλοκές και παράγοντες κινδύνου και στην περίπτωση ενός ελέγχου διαπιστώνουν ότι έχουν ένα μεταβολικό προφίλ ίδιο με των υγιών, επομένως δεν χρειάζονται καμιά θεραπεία.

Κατά συνέπεια, απευθύνεται σε παχύσαρκους ασθενείς που έχουν κι άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως είναι το κληρονομικό ιστορικό για διαβήτη, η προδιάθεση για διαβήτη, το αυξημένο ουρικό οξύ, παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο. Επομένως, αυτός είναι ο στόχος του φαρμάκου, αυτή είναι η ομάδα των ασθενών που το επιλέγουν και πάντα με προσοχή και σωστή παρακολούθηση.

ΠτΘ: Οι ασθενείς φοβούνται τη λήψη φαρμάκου για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας;

Κ.Κ.:
Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, λόγω του ότι στην Ελλάδα διαλέγουμε πάντα τον εύκολο δρόμο, περισσότερο φοβάται ο γιατρός παρά ο ασθενής. Από την εμπειρία μου, όταν έρχεται κάποιος να μιλήσει για το πρόβλημα της παχυσαρκίας η πρώτη ερώτηση είναι αν υπάρχει φάρμακο κι όχι αν μπορεί να κάνει κάτι άλλο. Είναι γνωστό ότι τα φάρμακα από μόνα τους δεν κάνουν τίποτε, επομένως το πρώτο που πρέπει ο γιατρός να πει στον ασθενή είναι ότι εάν δεν δουλέψει ο ίδιος κανένα φάρμακο δε θα έχει αποτέλεσμα.

Όλες οι μελέτες στηρίζονται καταρχήν σε αλλαγή του τρόπου ζωής με δίαιτα και άσκηση. Πάνω σ’ αυτό προσθέτουμε το φάρμακο το οποίο φαίνεται ότι έχει κάποια επιπλέον πλεονεκτήματα σε σχέση μόνο με την δίαιτα και την άσκηση, αλλά ποτέ μόνο του. Ο ασθενής προτιμάει τον εύκολο δρόμο αλλά δεν υπάρχει εύκολος δρόμος.

ΠτΘ: Έχετε παρατηρήσει εάν οι άντρες έρχονται πιο εύκολα από ό,τι οι γυναίκες;

Κ.Κ.:
Οι γυναίκες έρχονται πιο εύκολα γιατί για τις γυναίκες είναι πρώτα από όλα πρόβλημα αισθητικό. Οι άντρες έρχονται όταν τους παραπέμπει κάποιος γιατρός ή όταν φτάσουν πραγματικά σε πολύ σοβαρό πρόβλημα παχυσαρκίας, εκεί που γίνεται νοσογόνος και δημιουργεί μεγάλα προβλήματα. Οι γυναίκες, όμως, είναι οι πρώτες που παρατάνε την προσπάθεια, γιατί βιάζονται, θέλουν πολύ γρήγορα αποτελέσματα, δεν έχουν υπομονή και δε μπορούν ν’ αλλάξουν τον τρόπο ζωής.

ΠτΘ: Είστε ενδοκρινολόγος, άρα ασχολείστε με τις νόσους που έχουν σχέση με τον θυρεοειδή αδένα. Στην περίπτωση του υποθυρεοειδισμού έχουμε τάση αύξησης του βάρους. Πιστεύετε ότι πολλές φορές στους ασθενείς, άντρες και γυναίκες, ο υποθυρεοειδισμός λειτουργεί σαν άλλοθι, με την έννοια ότι θεωρούν λογικό να πάρουν κάποια κιλά λόγω του ότι πάσχουν από υποθυρεοειδισμό;

Κ.Κ.:
Όπως είπατε είναι το πιο συχνό άλλοθι. Η πιο συχνή κουβέντα που κάνουμε στο ιατρείο είναι ότι φταίει ο θυρεοειδής. Στην πραγματικότητα ευθύνεται πολύ λίγες φορές. Τους λέω ότι θα μιλήσουμε για τον θυρεοειδή και για την παχυσαρκία αλλά δεν είναι ίδιο το πρόβλημα, ούτε το ένα προκαλεί το άλλο. Ο υποθυρεοειδισμός ευθύνεται για μια πολύ μικρή αύξηση βάρους μέχρι να γίνει αντιληπτός. Όταν γίνει αντιληπτός, αντιμετωπιστεί και πάρει ο ασθενής τη σωστή αγωγή, από εκεί και πέρα ο μεταβολισμός επανέρχεται στα φυσιολογικά επίπεδα και δεν δικαιολογείται περεταίρω αύξηση βάρους.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.