Ευρω… αναζητηση
Ένας χρόνος από την καθιέρωση του νέου νομίσματος, χάριν του οποίου κάναμε τα αδύνατα δυνατά για να μπούμε στην ευρωζώνη. Το νέο νόμισμα έλυσε προβλήματα, αλλά ανέδειξε και αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Έτσι μπορεί να απολαμβάνουμε συναλλαγματική βεβαιότητα, που ενισχύει την επιχειρηματική σταθερότητα, αλλά αντιμετωπίζουμε πληθωριστική αστάθεια, με τις τιμές των αγαθών να φτάνουν τα επίπεδα Βρυξελλών, χωρίς όμως τα ίδιο να συμβαίνει με τους μισθούς.
Η Ελλάδα, βέβαια, δεν κατέχει την πρωτοκαθεδρία των αλλαγών, αλλά η εισαγωγή του ευρώ έφερε στην επιφάνεια με μεγαλύτερη ένταση τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες επισημαίνονται συχνά και στα κείμενα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Κομισιόν.
Το ουσιαστικότερο πρόβλημα που έχει αναδείξει η έλευση του ευρώ είναι η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας, η οποία απογυμνώνεται πλέον και δεν μπορεί να καταφύγει ούτε σε μια υποτίμηση ούτε στη «διολίσθηση», που υπήρξε ο προσφιλής όρος των τελευταίων δεκαετιών για την ανάκτηση μεγαλύτερου ή μικρότερου μέρους των απωλειών της ανταγωνιστικότητας.
Πρόβλημα, επίσης, υπάρχει με τη διεύρυνση του ελλείμματος που εμφανίζεται στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών. Υπήρξε, βεβαίως, η κερδοσκοπική αύξηση των τιμών με την αλλαγή του νομίσματος και η κακή χρήση των λεπτών, που συνεχίζουν να τροφοδοτούν τον πληθωρισμό, αλλά το σημαντικό πρόβλημα, που θα εξακολουθήσει να ταλαιπωρεί την ελληνική οικονομία, είναι ότι η εισαγωγή του σκληρού νομίσματος, του ευρώ, συνοδεύεται και από μια ακατάλληλη για την ελληνική οικονομία πολιτική χαμηλών επιτοκίων, που ναι μεν λειτουργούν θετικά σε μια ακμάζουσα οικονομία, αλλά για την πληθωριστική ελληνική οικονομία λειτουργούν εντελώς αρνητικά, τροφοδοτώντας τις πληθωριστικές τάσεις.
Στο μέλλον όλα δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία θα υποστεί ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις, καθώς συνεχίζεται η συρρίκνωση της οικονομίας των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ενδεχομένως να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση των επιτοκίων. Το φαινόμενο αυτό σε συνδυασμό με την ενδυνάμωση του ευρώ κάνει τις ελληνικές εξαγωγές λιγότερο ανταγωνιστικές, τροφοδοτώντας το φαύλο κύκλο μίας υφεσιακής κατάστασης.
Φορολογική μεταρρύθμιση
Στο δρόμο της Ευρώπης οδήγησε η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, που αποφάσισε να περιορίσει τις φορολογικές επιβαρύνσεις. Έτσι, οι επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες είδαν να απλοποιείται ο Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων, για λιγότερη γραφειοκρατία, αλλά και για τη επίτευξη ασφαλέστερων… ελέγχων.
Υιοθετήθηκαν μια σειρά μέτρων για την φορολογική ελάφρυνση της οικογένειας (πρώτη κατοικία, γονική παροχή, κληρονομιά, δωρεές).
Για τους μισθωτούς και συνταξιούχους έφερε αυξημένα αφορολόγητα όρια, περιορισμό των εκπτώσεων από δαπάνες, αλλά και μείωση των φόρων για επιχειρήσεις. Αυτά για το 2003, μαζί με το γεγονός ότι πλέον οι φορολογούμενοι θα υποβάλλουν πια τις φορολογικές τους δηλώσεις υπολογισμένες στο νέο νόμισμα.
Για το 2004 αφήνονται οι μεταρρυθμίσεις της αύξησης των αντικειμενικών αξιών, τους φόρους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και υπέρ τρίτων. Ενώ η ελληνική προεδρία θα αντιμετωπίσει θέματα φορολογικής εναρμόνισης, τα οποία θεωρούνται εξόχως δύσκολα εξαιτίας των αντιδράσεων που προβάλλουν πολλές χώρες.
Ευρώ και αγρότες
Οι αγρότες ήταν αυτοί που ήρθαν πρώτοι σε επαφή με το νέο νόμισμα από τις αρχές του 1999, καθώς οι τιμές και οι επιδοτήσεις δίνονταν πάντα σε ευρώ.
Το 1981 προέκυψε η Ευρωπαϊκή Λογιστική Μονάδα (ΕΛΜ), που εξέφραζε τις τιμές των αγροτικών προϊόντων σε ενιαία μορφή για όλες της χώρες της τότε ΕΟΚ και ήταν η εποχή (1984) που ο Ανδρέας Παπανδρέου έλεγε «εμείς θα επιβάλλουμε τιμές Αθηνών και όχι Βρυξελλών».
Αργότερα μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα (ΕΝΜ). Αυτό το θεωρητικό νόμισμα ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) της μόνης πολιτικής που είχε και έχει η Κοινότητα. Η τιμή του σιταριού ή του γάλακτος είχε την ίδια τιμή και στις εννέα χώρες.
Για να επιτευχθεί αυτό, εφαρμόστηκε, μέχρι το 1990, ένα ειδικό καθεστώς που έφερε την ονομασία Νομισματικά Εξισωτικά Ποσά (ΝΕΠ), – «πράσινη δραχμή» – τα οποία θεωρούνται υπεύθυνα για τα χρέη των συνεταιρισμών, που ξεπέρασαν το αστρονομικό ποσό τού ενός τρις δραχμών σε τιμές 1990. Τότε η Ελλάδα, μετά την υποτίμηση της δραχμής, έδινε μάχη για να μη μειωθούν τα ΝΕΠ στο ύψος της υποτίμησης, ώστε να μη αυξηθούν οι τιμές των αγροτικών προϊόντων σε ύψος που θα επηρέαζε σημαντικά τον πληθωρισμό.
Το επόμενο βήμα ήταν το ECU που εξέφραζε τις τιμές των αγροτικών προϊόντων, χρησιμοποιήθηκε και στο 2ο ΚΠΣ (πακέτο Ντελόρ) και κατόπιν παραχώρησε τη θέση του στο ευρώ.
Είκοσι χρόνια έχουν οι αγρότες κοινό νόμισμα και σχεδόν κανένας δεν μπορεί ακόμη να το χρησιμοποιήσει. Έτσι οι βαμβακοπαραγωγοί ζητούν 50 δραχμές το κιλό και ο υπουργός «νομιμοποιείται» να τους δώσει 25 δραχμές το κιλό. Το δύσκολο είναι να ζητήσει ο παραγωγός 15 λεπτά ενίσχυση για το βαμβάκι ή να πει ότι ένα κιλό σιτάρι έχει 10 λεπτά και ακόμη δυσκολότερο να ζητήσει αύξηση ενός λεπτού, που μεταφράζεται σε 3,4 δραχμές το κιλό.
Αυτό το παιχνίδι με τα λεπτά του ευρώ είναι που οδηγεί και σε αυξήσεις στα οπωροκηπευτικά. Το μαρούλι μπορεί να κόστιζε 100 δραχμές ή 35 λεπτά όταν στρογγυλοποιείται στα 50 θέτει ψυχολογικό όριο – φράγμα. Αναζητείται, λοιπόν, στην παρούσα φάση της ελληνικής οικονομίας η προσαρμογή προς τα κάτω. Είναι καθαρά θέμα ψυχολογίας και προσαρμογής.
Έφη Μωραΐτου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
