Εκδηλωση του Συλλογου Αδριανουπολιτων Νομου Ροδοπης

Εκδήλωση πραγματοποίησε ο Σύλλογος Αδριανουπολιτών Νομού Ροδόπης, στις 7 Φεβρουαρίου, με ομιλητή τον Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης κ. Σίμο Μηναΐδη, ο οποίος προσέγγισε το θέμα «Η ιστορική θεώρηση της Αδριανούπολης». Ο κ. Μηναΐδης, ανταποκρινόμενος με προθυμία στην πρόταση του διοικητικού συμβουλίου του Συλλόγου Αδριανουπολιτών Νομού Ροδόπης, ανέπτυξε με γλαφυρότητα καθώς και εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση και πληρότητα την «Ιστορική θεώρηση της Αδριανούπολης». Ειδικότερα, διεξήλθε με εμβρίθεια και αφαιρετική ικανότητα τις σημαντικότερες ιστορικές στιγμές μιας από τις σπουδαιότερες πόλεις της Θράκης, της οποίας τόσο η γεωγραφική θέση όσο και η αέναη πολιτιστική της άνθηση υπήρξαν, από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως και τις αρχές του 20ού αιώνα συνεχές σημείο αναφοράς ιστορικών και λογοτεχνών.

Την προσωπικότητα του ομιλητή – ο οποίος περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κομοτηνή και τις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές του σπουδές στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Μονάχου, με αποκορύφωμα την αναγόρευσή του σε αριστούχο διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης – ανέπτυξε η πρόεδρος τους Συλλόγου κ. Κούλα Δαγγίδου. Στην εκδήλωση – που είχε ιδιαίτερη επιτυχία τόσο στο περιεχόμενο των σχετικών αναπτύξεων του ομιλητή όσο και στην ανταπόκριση των μελών και φίλων του Συλλόγου – παραβρέθηκαν ο δήμαρχος Κομοτηνής Δ. Κοτσάκης, ο εκπρόσωπος του βουλευτή Ροδόπης και υπουργού Μεταφορών Ε. Στυλιανίδη, ο εκπρόσωπος του βουλευτή Ροδόπης Γ. Πεταλωτή, η αντιδήμαρχος Νίκη Μουστάκα καθώς και τα προεδρεία των ομώνυμων συλλόγων Αλεξανδρούπολης και Ορεστιάδας.

Στην αρχή της ομιλίας του ο κ. Μηναΐδης έκανε λόγο για «συνεχή ευαισθητοποίηση και ενασχόληση ενός σημαντικού τμήματος των νεοελλήνων με τις ιδιαίτερες πατρίδες των προγόνων τους στην τουρκική επικράτεια, ενενήντα σχεδόν χρόνια μετά τη Σύμβαση Ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών» εξηγώντας ότι αυτή «εντάσσεται στα πλαίσια της συνειδητοποίησης μιας γενικότερης ανάγκης αυτογνωσίας του λαού μας».

Αναφέρθηκε στο παράδειγμα των κατοίκων της Νέας Ορεστιάδας, «που επέλεξαν ως περιοχή αναγκαστικού εκπατρισμού τους στην Ελλάδα την κατά το δυνατόν εγγύτερη προς την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Έτσι, ώστε, να είναι δυνατή ακόμη και η οπτική καθώς και η ακουστική διασύνδεσή τους με αυτήν και η άμεση επάνοδός τους στην περίπτωση ευόδωσης του καθολικού αιτήματος των προσφύγων για παλιννόστηση στις προγονικές τους εστίες».

Ο Καθηγητής σημείωσε ότι είναι πρόσφυγας δεύτερης γενιάς, ο οποίος είχε ακούσματα από τους γονείς του και συνέθεσε ορισμένα ιστορικά στοιχεία από διάφορες πηγές για να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Συλλόγου.

Στη συνέχεια, ανέπτυξε εμπεριστατωμένα τις σημαντικές ιστορικές στιγμές της Αδριανούπολης.

Εκδοχές ίδρυσης Αδριανούπολης

Ο κ. Μηναΐδης μίλησε για τις εκδοχές ίδρυσης της Αδριανούπολης.

«Σύμφωνα με μία εκδοχή, η οποία δεν επιβεβαιώνεται ιστορικά, η ίδρυση της Αδριανούπολης ανάγεται στον Ορέστη γιο του Αγαμέμνονα, ο οποίος καταδιωκόμενος από τις Ερινύες για τον φόνο της μητέρας του Κλυταιμνήστρας έφθασε, καθ’ υπόδειξη χρησμού, στην περιοχή της Αδριανούπολης. Εκεί, αφού λούσθηκε στα θεραπευτικής ιδιότητας ύδατα της συμβολής των τριών ποταμών ΄Εβρου, ΄Αρδα και Τούντζα, απαλλάχθηκε από το άλγος και τη μανία καταδίωξης που τον κατέτρεχε. Η παράδοση αυτή διατηρήθηκε αναλλοίωτη διά μέσου των αιώνων, γι’ αυτό και πολλοί συγγραφείς προτιμούν την ονομασία Ορεστιάδα ή Ορέστεια αντί της Αδριανούπολης. Στην εκδοχή αυτή εδραιώνεται και η ονομασία Νέα Ορεστιάδα, πόλης του Νομού Έβρου στην οποία κατοικούν κατά πλειοψηφία απόγονοι Αδριανουπολιτών. Άλλοι, νεότεροι ιδίως ιστορικοί, ονομάζουν την Αδριανούπολη Ορεστιάδα, αποδίδοντας την ίδρυσή της στον Ορέστη, υιό του Πενθίλου, ο οποίος σύμφωνα με μαρτυρία του Στράβωνα μετοίκησε από την Αρκαδία στην εν λόγω περιοχή εξήντα χρόνια μετά τη λήξη του Τρωϊκού πολέμου.

Κατ’ άλλη εκδοχή στη θέση της Αδριανούπολης υπήρχε η θρακική πόλη Ουσκουδάμα ή Ορέστεια, η οποία μετονομάσθηκε σε Αδριανούπολη. Η ονομασία Ουσκουδάμα είναι σύνθετη προερχόμενη από τη λέξη Ούσκος, που αποδίδει το όνομα ήρωα ή ηγεμόνα της περιοχής, και το δόμος (ελληνιστί) ή domus (λατινιστί), που σημαίνει πόλη ή φρούριο. Συνεπώς, η Ουσκουδάμα αποδίδεται ως η πόλη ή το φρούριο του Ούσκου.

Σημαντική μερίδα ιστορικών, προσανατολίζονται στην εκδοχή ότι η Ουσκουδάμα ονομαζόταν και Οδρυσός και ήταν πρωτεύουσα των Οδρυσών Θρακών ενός από τα πιο σημαντικά, πολυπληθή και πολεμοχαρή θρακικά φύλα. Το βέβαιο είναι ότι η Αδριανούπολη – η οποία ονομαζόταν από τα θρακικά φύλα Ουσκουδάμα και από τους λοιπούς ΄Ελληνες Ορεστιάς – κτίστηκε στα θεμέλια ενός οικισμού που εμφανίσθηκε πολλούς αιώνες π.Χ. και από τον οποίο ελάχιστα μνημεία διασώζονται.

Το 127 π.Χ. επισκέφθηκε την πόλη ο αυτοκράτορας της Ρώμης Αΐλιος Πόπλιος Αδριανός, ο οποίος, αφού την εξωράισε, τη μετονόμασε, τιμητικά, σε Αδριανούπολη και Αιλία. Η εύνοιά του προς την πόλη, πέραν της απαράμιλλης φυσικής της ομορφιάς και των αισθημάτων έμφυτης ευγένειας και φιλοξενίας των κατοίκων της, οφειλόταν -σύμφωνα με σχετική παράδοση- στο ότι ο Αδριανός θεραπεύθηκε από ανίατη σωματική νόσο, όπως ο Ορέστης από ανίατη ψυχική, όταν λούσθηκε στις εκβολές των τριών ποταμών. Είναι αξιοσημείωτο, επίσης, ότι παρέσχε στους κατοίκους της και το εξαιρετικά αναγνωριζόμενο προνόμιο της κοπής νομισμάτων με ανάγλυφες παραστάσεις της περιοχής ή μορφές ρωμαίων αυτοκρατόρων και διακεκριμένων στρατηγών της αυτοκρατορίας.

Το όνομα Αδριανούπολη επικράτησε διά μέσου των αιώνων, ακόμη και μετά την κατάκτηση της Ανατολικής Θράκης από τους Οθωμανούς Τούρκους. ΄Αλλωστε, η ονομασία Εντιρνέ ή Εδερνέ δεν αποτελεί παρά μια ομόρριζη απόδοση στην τουρκική γλώσσα της αντίστοιχης ελληνικής ονομασίας, όπως και η λέξη ΄Οντριν στη βουλγαρική».


Ο κ. Μηναΐδης σημείωσε στη συνέχεια ότι η ιστορία της πόλης είναι συνυφασμένη με την ιστορία του θρακικού φύλου των Οδρυσών και έκανε αναφορά στις στρατιωτικές τους συμμαχίες με τους έλληνες εποίκους. Τόνισε ότι «η διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στην ευρύτερη περιοχή της Αδριανούπολης είναι αδιαμφισβήτητη» και πρόσθεσε ότι «με την κατάκτηση της Θράκης από τον Μέγα Αλέξανδρο και τη διατήρησή της υπό την κυριαρχία των επιγόνων του ολοκληρώνεται ο εξελληνισμός της».

Αναφέρθηκε στις επιδρομές που δέχτηκε η πόλη από διάφορα φύλα, όπως οι Ρωμαίοι.

«Η Αδριανούπολη φθάνει στο απώγειο της ιστορικής της δόξας από τον 4ο έως τον 14 αιώνα μ. Χ. Στο εν λόγω μεσοδιάστημα τα τείχη της πόλης και γενικότερα η αμυντική της θωράκιση την καθιστούν απόρθητη, ενώ ο ηρωϊσμός των κατοίκων της εξασφαλίζει, με μικρά μόνο διαστήματα ξενικής κατοχής, την πολύχρονη ελευθερία τους». Ο κ. Μηναΐδης συνέχισε με την ιστορία της Αδριανούπολης μέσα από σημαντικούς σταθμούς, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι «η Αδριανούπολη λειτούργησε, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, ως προμετωπίδα της Κωνσταντινούπολης, και υφίστατο πρώτη τα δεινά από τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις των βυζαντικών στρατευμάτων με τους ποικίλους επιβουλείς της Βασιλεύουσας».

Ο ομιλητής είδε την πόλη και από την πλευρά της ποίησης, της οπτικής που ανέπτυξαν Έλληνες και όχι μόνο λογοτέχνες αλλά και ιστορικοί.

Ο κ. Μηναΐδης μίλησε και για τις επιπτώσεις του επαναστατικού αναβρασμού του 1821 στην μητροπολιτική Ελλάδα στην Αδριανούπολη. «Εξήγηρε τη μανία του τουρκικού όχλου, που ενθαρρυνόμενος από τις αρχές απαγχόνισε τον εφησυχάζοντα στη γένεθλια πατρίδα του τέως Οικουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο τον ΣΤ΄ με 27 ιερείς και προκρίτους της Αδριανούπολης, στα πρόθυρα του Μητροπολιτικού ναού της πόλης».

Στην ομιλία του περιέλαβε και τις παρεχόμενες σπουδές στην Αδριανούπολη με μια αναφορά του Γάλλου διπλωμάτη κόμη Μάρκελλου. «Μήπως υπάρχει κατά τύχη στην πολιτισμένη Ευρώπη, χώρα πνευματικά υπέρτερη της Αδριανούπολης;»

Ο κ. Μηναΐδης είπε επίσης ότι από το 1885, λειτούργησε το Ζάππειο Παρθεναγωγείο, «από το οποίο αποφοίτησε σημαντικός αριθμός δασκαλισσών, που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους και σε εκπαιδευτικά ιδρύματα της μητροπολιτικής Ελλάδας. Διευθύντρια του εν λόγω εκπαιδευτικού ιδρύματος διετέλεσε και η Καλλιρρόη Παρρέν, μετέπειτα ιδρύτρια του Λυκείου Ελληνίδων Αθηνών».

Αυτές οι πνευματικές ζυμώσεις που λάμβαναν χώρα στην Αδριανούπολη περιλάμβαναν και μια πληθώρα αξιόλογων επιστημόνων και εκπροσώπων της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. «Από τους επιφανέστερος υπήρξαν μέλη της οικογένειας Καραθεοδωρή. Συγκεκριμένα, ο Στέφανος Καραθεοδωρή (1789-1867), απόφοιτος των Τμημάτων Μαθηματικών και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Πίζας καθώς και απόφοιτος και διδάκτορας της Ιατρικής στο ίδιο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, τον βρήκε διευθυντή του Γυμνασίου της Αδριανούπολης. Διασώθηκε κατά τη σφαγή των προκρίτων της πόλης από τους τούρκους, λόγω του σεβασμού που έτρεφαν παραδοσιακά οι μωαμεθανοί στους ασκούντες το εν λόγω επάγγελμα. Η φήμη του ως άριστου επιστήμονα και ακέραιου χαρακτήρα συνετέλεσε στην πρόσληψή του ως προσωπικού γιατρού των σουλτάνων της εποχής του. Υπήρξε ιδρυτής της Ιατρικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, πρώτος Κοσμήτορας και ισόβιος καθηγητής της καθώς και σύμβουλος του Τουρκικού Υπουργείου Παιδείας. Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1802-1879), έχοντας την ίδια έφεση στα γράμματα με τον θείο του Στέφανο Καραθεοδωρή, σπούδασε αρχικά στο λύκειο του Βουκουρεστίου και κατόπιν Ιατρική στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων, όπου και ανακηρύχθηκε σε αριστούχο διδάκτορά του. Μετά τις σπουδές του σχετίζεται με κύκλους ελλήνων επιστημόνων της διασποράς όπου κυριαρχεί η πνευματική προσωπικότητα του Αδαμάντιου Κοραή. Με την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη διορίζεται καθηγητής στην Ιατρική Σχολή της πόλης και παράλληλα προσωπικός γιατρός του σουλτάνου. Ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρή, σπούδασε νομικά στο Παρίσι και άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα στην Κωνσταντινούπολη. Διετέλεσε Υφυπουργός και μετέπειτα Υπουργός των Εξωτερικών της Τουρκίας, πρεσβευτής στη Ρώμη, πρώτος πληρεξούσιος της Τουρκίας στο συνέδριο του Βερολίνου, Ηγεμόνας της Σάμου και Γενικός Διοικητής της Κρήτης. Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, σπούδασε μηχανικός στο πανεπιστήμιο των Παρισίων και διετέλεσε Ηγεμόνας της Σάμου καθώς και Διευθυντής Δημοσίων ΄Εργων στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ο νεώτερος, διάσημος Καθηγητής Μαθηματικών στα Πανεπιστήμια του Αννόβερου, του Βερολίνου και του Μονάχου. Το 1920, η ελληνική Κυβέρνηση του ανέθεσε την ίδρυση του Ιώνιου Πανεπιστημίου στη Σμύρνη. Η εν λόγω προσπάθειά του, όμως, ναυάγησε λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής. Το 1922 διορίζεται καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετέπειτα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Στη χορεία των διακεκριμένων Αδριανουπολιτών εντάσσονται, ενδεικτικά, και οι: Βασίλειος Βατάτζης, Πρέσβυς της Περσίας στη Γαλλία, Ρωσία και Γερμανία, Στέφανος Κουμανούδης, καθηγητής της Λατινικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, Δαμιανός Λιβερόπουλος, Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Κλεόβουλος, Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, Αθανάσιος Μεγακλής, Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, Χρήστος Παπαδόπουλος, Καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κωνσταντίνος Κουρτίδης, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής και Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γενικός Διοικητής της Θράκης, ιατρός στην υγειονομική υπηρεσία της Αιγύπτου και συγγραφέας πρότυπης ιστορίας για τη Θράκη κ.ά.»


Ανάμεσα στις άλλες αναφορές του ομιλητή στην Αδριανούπολη ήταν και η συμβολή των αδριανουπολιτών στο ιστορικό γίγνεσθαι ως «ένα αξιοθαύμαστο δείγμα επιβίωσης Ελλήνων της διασποράς».

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.