“Ειναι ωραιο και γονιμο να θυμασαι”

Eντονη η συγκίνηση, χείμαρρος οι αναμνήσεις που προκάλεσε η παρουσίαση των βιβλίων τριών έγκριτων συμπολιτών μας, του κ. Ζαφείρη Μέκου, του κ. Τέλη Κελεσίδη και του κ. Σάββα Κουτλογεωργίου, σε εκδήλωση που διοργάνωσε στην Αθήνα η ΕΝΩΣΗ ΚΟΜΟΤΗΝΑΙΩΝ ΑΘΗΝΑΣ.

Τη βιβλιοπαρουσίαση ανέλαβαν η βουλευτής του νομού μας και φιλόλογος κ. Χρύσα Μανωλιά και η επίσης φιλόλογος και εκδότρια του ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ κ. Τζένη Κατσαρή.

Στο αμφιθέατρο της ΕΣΗΕΑ, όπου πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση, ζωντάνεψαν γεγονότα, στιγμές σημαντικές της Κομοτηνής, της Ροδόπης, της Θράκης, πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν, αλλά και πρόσωπα της απλής καθημερινότητας, που σφράγισαν μια εποχή, όπως ξεπήδησαν από τα βιβλία «Από τη Μάνη στην Πόλη και τη Γωνιά της Κιζύκου, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή – Ιστορική και λαογραφική προσέγγιση της Νεότερης και Σύγχρονης Θράκης και Κομοτηνής» και «Ενθύμιον Κομοτηνής – Η ιστορία, η εικόνα και η ζωή της πόλης και των ανθρώπων της στις τρεις προηγούμενες γενιές» του Ζαφείρη Μέκου, «Ιδού η Ροδόπη μας – Οικισμοί, Τοποθεσίες και Τοπωνύμια του Ν. Ροδόπης» του Τέλη Κελεσίδη και «Η Κομοτηνή του παρελθόντος – Φωτογραφικό Οδοιπορικό, από το 1920 έως σήμερα» του Σάββα Κουτλογεωργίου.

Από την εξαιρετική αυτή εκδήλωση που φιλοξένησαν με έντονα τα συναισθήματα της αγάπης για την πατρώα γη, οι Κομοτηναίοι της Αθήνας, τηρώντας τις υποσχέσεις μας, φιλοξενούμε σήμερα την αναλυτική αλλά και περιεκτική εισήγηση της βουλευτού αλλά και φιλολόγου Χρύσας Μανωλιά για τα τέσσερα βιβλία των τριών συμπολιτών μας που εκεί παρουσιάστηκαν.

Χρύσα Μανωλιά λοιπόν…

Είναι πάμπολλες οι φορές που νιώθεις την ανάγκη να στείλεις το νου και την καρδιά σου πίσω. Να αναμοχλεύσεις το παρελθόν, να ζωντανέψουν θύμισες, πρόσωπα αγαπημένα, φωνές αγαπημένες, στιγμές και εικόνες που για σένα σημαίνουν πολλά. Τότε νιώθεις πιο ζεστά, πιο γεμάτα, παίρνεις δύναμη, τραβάς με καινούριο κέφι το δρόμο σου μπροστά.

Κι αν αυτό έχει την αξία και τη σημασία του με τα δικά σου υλικά μόνο, αντιλαμβάνεται κανείς το αποτέλεσμα αν πολλαπλασιαστούν τα υλικά. Εδώ μπροστά μας έχουμε ένα τέτοιο πολλαπλασιαστικό υλικό. Τα έργα τριών συμπολιτών μας, του κ. Μέκου, του κ. Κελεσίδη, και του κ. Κουτλογεωργίου, που με μεράκι συνέλεξαν ακούραστα, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, αμέτρητα κομματάκια μνήμης, δικής τους, συγγενών τους, φίλων, αλλά και εικόνες, που μόνο αυτές έχουν το πλεονέκτημα να ακινητοποιούν το χρόνο.

Κοινός στόχος τους ήταν: να φτιάξουν ένα όχημα ικανό να ταξιδέψει στο χώρο, στο χρόνο, στα συναισθήματα. Για να μην ξεχάσουμε. Αλλά και για κάνουμε και άλλους κοινωνούς. Γιατί όχι και μύστες! Διότι είναι και ωραίο και γόνιμο να θυμάσαι.

Τη νοστάλγησα την παλιά Κομοτηνή», μας λέει από καρδιάς ο Σάββας Κουτλογεωργίου στην ΚΟΜΟΤΗΝΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ, «με τα καλντερίμια της, τα πηγάδια της, τις τουλούμπες της, αλλά και με τα πρόσωπά της και τα γεγονότα της, που αποτελούν τμήματα της ιστορίας του τόπου μας. Και θέλησα να σας την παρουσιάσω».

Είχε πολλούς τρόπους να κάνει αυτή την παρουσίαση ο Σάββας Κουτλογεωργίου. Προτίμησε τον πιο απλό και πιο αυθεντικό. Να μας πάει μια βόλτα. Μεγάλη. Μας πιάνει λοιπόν αγκαζέ και ξεκινάμε:

Η εκκίνηση γίνεται από την Κεντρική Πλατεία. Συνεχίζουμε στην οδό Τούντζα και τη Σοφοκλέους Κομνηνού, την Παπαφλέσσα, την Παρνασσού και τη Συντάγματος Κρητών. Περνάμε τη Σκεπαστή Αγορά και την Ανοιχτή Γέφυρα. Διασχίζουμε την Παρασίου και τη Ζωίδη. Βολτάρουμε στη Βενιζέλου. Μένουμε επί ώρα στην οδό Ευριπίδη με τα ψαράδικα και τα κρεοπωλεία. Περνάμε στην οδό Φιλικής Εταιρείας και Γραβιάς με τα σαράτσικα και μετά στην Ερμού και την Αιόλου με τα αμπατζίδικα. Συνεχίζουμε στη Δασίου και τη Μαρωνείας με τα αραμπατζίδικα.


Δεν κουραστήκαμε ακόμα. Πηγαίνουμε και σε γειτονιές, λέμε την καλημέρα μας σε επαγγελματίες που έχουν εκεί τα μαγαζιά τους. Μας κερνάνε «υποβρύχιο» για να γλυκαθούμε. Δεν αντέχω τον πειρασμό να δοκιμάσω και λίγη θρεψίνη που μου άρεζε πολύ.

Όσο περπατάμε δε σταματά να μιλά. Σχολιάζει το κάθε τι. Μας θυμίζει χρονολογίες, συγγένειες, γεγονότα:

Να το γαλατάδικο του Καραγιαννίδη με το σπέσιαλ καϊμάκι από γάλα βουβάλας.

Να το αλατάδικο του Αϊναλή.

Να ο μύλος του ΠΟΑΛΑ, η λανάρα του Πετρίδη.

Να το φρουτάδικο του Κόντη με γραμμένα τα βερεσέδια στην πλάκα με το κοντύλι.

Να το ξενοδοχείο ΒΑΛΚΑΝΙΑ και το ΑΣΤΟΡΙΑ και ο ΟΛΥΜΠΟΣ.

«Να το ραφτάδικο του μπαμπά σου» μου λέει ο κ. Κουτλογεωργίου. Πάντα χαμογελαστή η μαμά μου, πάντα φωνακλάς ο μπαμπάς μου, αναλογίζομαι!

Να το μεγάλο πηγάδι που έπαιρνε νερό όλη η περιοχή, να το χάνι της πλατείας, το πρακτορείο του Τσαϊλά και του Σαλαπάτα, το ατελιέ του Παπαζέκου.

Να και το ΚΤΕΛ ( στη σημερινή θέση της Εθνικής Τράπεζας), με τα λεωφορεία μέσα στο ξερό ποτάμι με την ξύλινη γέφυρα, δίπλα στο πάρκο με την περίφραξη και τον κομψό υδατόπυργο.

Να κι ένα καραβάνι με καμήλες που μόλις στρίβει τη γωνία για να ξεφορτώσει ξύλα. «Λίγοι απολαμβάνουν το γάλα τους», μου εκμυστηρεύεται.

Να ο φούρνος του Κατσαρού, το ζαχαροπλαστείο του Βασδέκη, το ΑΘΗΝΑΪΚΟ. Μας έσπασε τη μύτη η μυρωδιά από τα κεμπαπτσίδικα δίπλα στην ξύλινη γέφυρα του Μπουκλουτζά.

Να και το σινεμά του ΠΟΑΛΑ, το ΑΤΤΙΚΟ, η ΚΑΜΕΛΙΑ.

Να και το εστιατόριο Τ’ ΑΔΕΛΦΙΑ, το πατσατζίδικο του Ματζίρη.

Να και ο ΠΑΛΙΟΚΟΣΜΟΣ, η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ, τα ΚΑΛΑΜΑΡΑΚΙΑ, τα 5Φ, η ΚΛΗΜΑΤΑΡΙΑ, η ΟΑΣΗ του Σαλιαμπάλια,το ΤΟΥΝΕΛ, ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ, ο ΣΤΑΘΜΟΣ.

Να το καφενείο το ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ, το ΠΑΝΘΕΟΝ, η ΒΙΖΥΗ, το ΕΜΠΟΡΙΚΟΝ, η ΔΡΟΣΙΑ.

Συναντήσαμε και πλανόδιους πωλητές: τον κουλουρτζή, τον γαλατά, τον παγοπώλη, τον λούστρο, τον οτουντζή, τον ομπρελά, τον γανωτή, τον παπλωματά. Φάγαμε τυρόπιτα από το καροτσάκι του Μυλήνα, σάμαλι από τον πασίγνωστο Χασανάκη. Ήπιαμε μποζά φτιαγμένο από κεχρί και φυσικά δεν παραλείψαμε να πιούμε ένα καφεδάκι στον ξακουστό ανά το πανελλήνιο Μολλά Μουσταφά.

Περάσαμε από τα δημοτικά λουτρά.

Να και ο δημοτικός κήρυκας που χτυπώντας το κουδούνι έκανε τις ανακοινώσεις στις γειτονιές.

Να και η Δόξα Σκουτέρη με το πρώτο ιδιωτικό αυτοκίνητο στην Κομοτηνή.

Να και η Αλβίνη Ιωαννίδου με την πλούσια κοινωνική της προσφορά.

Να και ο επί 33 χρόνια δήμαρχος Δημήτριος Μπλέτσας με το δημοτικό παϊτόνι.

Να και η Λίλα Κατσιμίγα, η πρώτη αεροσυνοδός, στα εγκαίνια του αεροδρομίου Κομοτηνής, που έγιναν το 1948.

Μια βιαστική ματιά και στους ετήσιους Πανθρακικούς Αγώνες Στίβου στο Εθνικό στάδιο Κομοτηνής…

Δυστυχώς, η βόλτα τελείωσε. Αλλά δεν πειράζει. Γιατί μπορείς να την κάνεις πάλι, όσες φορές θέλεις, με όποιον θέλεις, αφού το βιβλίο είναι εδώ. Μ’ ένα υλικό πλουσιότατο.

Αν τώρα θελήσεις να πας και πιο πέρα από την Κομοτηνή, να αγκαλιάσεις όλο το νομό, δεν έχεις παρά να αλλάξεις για λίγο όχημα. Και το όχημα αυτό είναι το βιβλίο του Τέλη Κελεσίδη ΙΔΟΥ Η ΡΟΔΟΠΗ ΜΑΣ. Σε περιμένει υπομονετικά. Δεκατρία χρόνια το ετοίμαζε.

Μια εκπομπή που ξεκίνησε ο Τέλης Κελεσίδης στο ραδιοφωνικό σταθμό για τους οικισμούς του νομού Ροδόπης του έδωσε το ερέθισμα και τον οδήγησε στις πηγές: κοντά στα πρόσωπα, που είναι οι ζωντανοί φορείς ιστορίας και πολιτισμού, και κοντά στον τόπο, που ξέρει να μιλά με το δικό του τρόπο. Αυτή την πολύχρονη γνωριμία του με το νομό θέλησε να την κάνει κοινό κτήμα με το βιβλίο του αυτό.

«Μας εξέπληξε το αποτέλεσμα» λέει ο Τέλης Κελεσίδης στην εισαγωγή του, «μάθαμε πράγματα για τη Ροδόπη που είχαν ξεχαστεί στο πέρασμα του χρόνου».

Μ’ ένα πρώτο φυλλομέτρημα, αισθάνεσαι ότι το βιβλίο με τις 276 σελίδες του είναι μια ατέλειωτη παράθεση τοπωνυμίων και σου δημιουργείται η αίσθηση ότι πρόκειται για κάτι επίπεδο και ομοιόμορφο. Πόσο έξω πέφτεις! Γιατί μόλις αρχίσεις το διάβασμα, σε συναρπάζει αμέσως ο ανείπωτος, και σε ποσότητα και σε ποικιλία, πλούτος στοιχείων και πληροφοριών.

Ο Τέλης Κελεσίδης ανοίγει και κλείνει τον κύκλο με το δικό του τρόπο. Από το α ως το ω. Όλα μέσα στην αγκαλιά της Ροδόπης.

Παρελαύνουν με ταχύτητα ονόματα, θρύλοι, προφορικές παραδόσεις. Σύντομες γοητευτικές ιστορίες, πινελιές, θραύσματα ζωής καθημερινής, ερεθίσματα που γεννάν μνήμες, ζωντανεύουν εικόνες, διεγείρουν τη φαντασία, πληροφορούν. Ξεχνιέσαι. Χάνεσαι ανάμεσα σε υψώματα, πλαγιές, φαράγγια και βάραθρα.

Περνάς από μοναστήρια, ξωκκλήσια, τζαμιά και μετζίτια, κάστρα και πύργους. Σβήνεις τη δίψα σου σε πηγές, σε πηγάδια, σε βρύσες αγαπημένες. Δροσίζεσαι σε ρεματιές, ξεκουράζεσαι σε χάνια. Γνωρίζεις τη μοναδική βραχονησίδα του Ν. Ροδόπης.


Τριάντα περίπου ιδιαίτερα ενδιαφέροντες χάρτες δίνουν πληροφορίες αλλά και ερεθίσματα για περαιτέρω αναζητήσεις. Και κοντά σ’ αυτούς, πενηνταπέντε φωτογραφίες που ζωντανεύουν το παρελθόν με το δικό τους τρόπο.

Γίνεται αναφορά σε 226 οικισμούς, πολλοί εκ των οποίων είναι ήδη εγκαταλελειμμένοι ή άγνωστοι, σε καταφύγια Άγριας Ζωής, καταφύγια για θηράματα, όπως του Κέχρου, των Πατέρμων, της Πόας, της Ιτέας κ.λ.π., σε πατητήρια, μέσα σε λαξευμένους βράχους, που αποδεικνύουν τη συνεχή σχέση των κατοίκων της περιοχής με την παραγωγή κρασιού, σε βραχογραφίες, που πολλές από αυτές καταστράφηκαν στο όνομα της εξέλιξης.

Κάνει αναφορά στο ρολόι της Κομοτηνής, στην Αγορά, το Μπεζεστένι όπως λεγόταν, της Κομοτηνής, στη Λέσχη Κομοτηναίων, σε κινηματογράφους που χάθηκαν, σε τουλούμπες και πηγάδια, σε γεφύρια και μύλους, δίνοντας τα χαρακτηριστικά τους και πολλά ιστορικά στοιχεία.

Μας ξεναγεί στις 16 γέφυρες του Μπουκλουτζά, σε πάμπολλους αρχαιολογικούς χώρους (στη Μαξιμιανούπολη, στο Παπίκιο κ.λ.π.), σε εκπληκτικής ομορφιάς τοποθεσίες της ορεινής Ροδόπης.

Ζωντανεύουν στις σελίδες του τα δημοτικά λουτρά, κεραμιδαριά και ταμπάκικα, καπναποθήκες, χάνια και χοροστάσια.

Αξίζει επίσης να αναφέρουμε την επίπονη καταγραφή που κάνει ο συγγραφέας, σε εικοσιτέσσερις σελίδες του βιβλίου του, 2000 περίπου τοπωνυμίων του Ν. Ροδόπης, πώς άλλαξαν την ονομασία τους με διάταγμα και νόμους από το 1968 μέχρι το 1978.

Ο Τέλης Κελεσίδης τελειώνοντας το έργο του, το οποίο αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια που αποζητά μια νέα έκδοση με πολλά συμπληρωματικά στοιχεία, δεν παραλείπει να απευθύνει ένα μεγάλο ευχαριστώ σ’ έναν αριθμό φίλων και συμπολιτών (που τους ονοματίζει ευγενικά στο τέλος του βιβλίου), «γι αυτό το λίγο που κάναμε μαζί για τον τόπο μας», όπως σημειώνει . Δεν ξεχνάει επίσης και μια αναφορά στη σύζυγό του Ευγενία και στο γιο του το Γιωργή «που μ’ έχασαν για να βρω τη Ροδόπη μας», όπως λέει χαρακτηριστικά.

Κλείνοντας το βιβλίο του Τέλη Κελεσίδη, στο ερώτημα: «Μπορούν τα ονόματα να γράψουν τη δική τους ιστορία;», είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε ανεπιφύλακτα ΝΑΙ!

Από πιο μακριά έρχεται ο πολυγραφότατος εκλεκτός μας συμπολίτης Ζαφείρης Μέκος, και μας πάει πιο μακριά με το δικό του έργο και τη δική του κατάθεση ψυχής ΡΙΖΩΣΑΜΕ ΣΤΗ ΚΟΜΟΤΗΝΗ και ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ.

Αγκαλιάζει τη Θράκη, τη μεγάλη Θράκη, μέσα από ένα προσκυνηματικό οδοιπορικό στις ρίζες του, όπως μας λέει. Ένα οδοιπορικό από τον ένα Ζαφείρη, τον προπάππο του, στον άλλο Ζαφείρη, τον ίδιο το συγγραφέα. Από τη Μάνη, την Κωνσταντινούπολη, τη Γωνιά της Κυζίκου, στην Κομοτηνή, «όπου και ριζώσαμε» όπως αναφέρει. «Ένα οδοιπορικό που δείχνει πως η καθημερινότητα είναι ίδια για όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τόπο, χρόνο ή θρησκεία» όπως υποστηρίζει στην εισαγωγή του, λόγια που είναι ενδεικτικά και της οπτικής του.

Το Ζαφείρη Μέκο τον ενδιαφέρει ο απλός καθημερινός άνθρωπος. Εκεί εστιάζει το φακό του.

Με έναν ιδιαίτερα γλαφυρό και απολαυστικό τρόπο ζωντανεύει το χτές. Συμπυκνώνει το χώρο και το χρόνο. Αισθάνεσαι σαν να σου λέει: «Κάτσε να σου πω ιστορίες».

Τέλος του 18ου αιώνα γεννήθηκε ο προπάππος του, ο Ζαφείρης, στη Μάνη. «Χαρακτήρας φιλελεύθερος και επαναστατικός… είχε ξελογιαστεί με μια φτωχιά αλλά καλή κοπέλα». Όμως ένας καυγάς που τον προκάλεσε ο αντίζηλος και ο Ζαφείρης τον έσφαξε σαν τραγί. Λόγος αρκετός για να φυγαδευτεί και να πάει στην Πόλη, σ’ ένα μακρινό του συγγενή.

Απολαυστική η γραφή του Ζαφείρη Μέκου. Καθώς πλέκεται η ιστορία μέσα στο χρόνο, το χώρο και τα πρόσωπα της οικογένειας Μέκου, στο συγγραφέα δίνεται η ευκαιρία να κάνει πάμπολλες αναφορές σε ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα, να σχολιάσει πρόσωπα και καταστάσεις, να πει αλήθειες, να μιλήσει με μαεστρία και με αφοπλιστικό τρόπο ακόμα και για λεπτά και δύσκολα θέματα.

Ο Ζαφείρης στην Πόλη, ο Ζαφείρης στη Γωνιά, ένα κεφαλοχώρι της Κιζύκου. Αξίζει να διαβάσουμε πώς τον παρουσιάζει ο συγγραφέας: «Διάβηκε και όργωσε χώρες και χώρες, στεριές και θάλασσες, έρημους και στέπες, δοκιμάζοντας την τύχη του και τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Ξεκίνησε και έζησε ψηλοπετώντας, καβάλα στο δικό του Πήγασο… Όταν πέθανε, δεν άφησε να γίνουν μοιρολόγια».

Έτσι τελειώνει η εποχή του Ζαφείρη κι έρχεται η εποχή του Θοδωρή, του παππού του Ζαφείρη Μέκου. Η εποχή της προσφυγιάς. «Από την Πατρίδα δεν φέρανε τίποτα. Στο καράβι μπήκαν με τα ρούχα τους» μας λέει.

Γρήγορα περνά στην εποχή του Κώστα Μέκου, του πατέρα του, όπου σκιαγραφεί τη ζωή στην Πόλη, για Έλληνες και Τούρκους, με τρόπο παραστατικό, με πολλές αναφορές στα ιστορικά γεγονότα, την επανάσταση των Νεότουρκων, την καταστροφή της Σμύρνης…

Και μετά ο ξεριζωμός. «Από την Πόλη ο πατέρας μου βρέθηκε στην Κομοτηνή. Η Κομοτηνή τότε ήταν ένα μεγάλο χωριό, με σοκάκια και καλντερίμια, λάσπες και χαμόσπιτα». Αρχίζει το ρίζωμα. Δύσκολα. Παρελαύνουν τα πρώτα ονόματα. Κάνει αναφορές στους διάφορους τομείς της ζωής, στα διάφορα επαγγέλματα. «Τα δόντια τα έβγαζαν στον κουρέα ή τον τσαγκάρη… Οι γέννες γινότανε στο σπίτι, από την πρακτική μαμή» μας λέει. Μας διηγείται για ραφτάδες, για κουρείς, για γιατρούς.

Πλούτος από εικόνες της καθημερινής ζωής υπάρχει στις σελίδες του βιβλίου του Ζαφείρη Μέκου. Καθημερινές καταστάσεις όπως τις βίωναν οι καθημερινοί απλοί άνθρωποι μέσα στο διάβα των ιστορικών γεγονότων, την περίοδο των πολέμων, του εμφυλίου, της δικτατορίας. «Πόσο εύκολα ξεχνάμε. Θυμάμαι κάποιον που στο ίδιο καρφί που είχε κρεμάσει τη φωτογραφία του αρχιπραξικοπηματία Παπαδόπουλου, την άλλη μέρα από την πτώση της χούντας κρέμασε τη φωτογραφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Δεν βάσταξα και του το είπα. Θύμωσε» μας λέει.

Νέα πρόσωπα παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου: Σωκράτης Κεσανίδης, Χαράλαμπος Κατσιμίγας, Μαρίνος Σαχαρίδης, Αναστάσιος Κυπριώτης, Χρήστος Μαρτίδης, Γιάννης Τοπτσικιώτης, Χριστόφορος Μυστακόπουλος και τόσοι άλλοι, κομμάτια της καθημερινής ιστορίας αυτού του τόπου που πολλά τράβηξε και άντεξε. «Δεν υπάρχει χειρότερο από τον πόλεμο και δεν υπάρχει χειρότερος πόλεμος από τον εμφύλιο. Πάνω από όλα και όλους βασίλευε μαζί με το φόβο και η φτώχεια. Φτώχεια αβάσταχτη για τους πολλούς. Μαζί της η ανεργία και οι αρρώστιες».

Σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια έβγαλε το Γυμνάσιο ο Ζαφείρης Μέκος και μπήκε στη Νομική Σχολή. Το 1958 πέθανε ο πατέρας του. «Δεν είχα λεφτά να κατεβώ από τη Θεσσαλονίκη και ήρθα νύχτα, με το φορτηγό του Άγγελου Σιδηρόπουλου. Επειδή δεν ήμουνα στη στερνή του ώρα βάλανε μια φωτογραφία μου στα χέρια του».

Περνώντας τα χρόνια της ζωής του Ζαφείρη Μέκου στην Κομοτηνή, βλέπουμε με τα μάτια του, μέσα από τη γραφίδα του, να ζωντανεύουν γειτονιές, πρόσωπα, γεγονότα, δοσμένα με θυμόσοφο και καθάριο τρόπο, χαρακτηριστικό της γραφής του Ζαφείρη Μέκου.

Ο απόηχος του Εμφυλίου είναι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του. «Όταν μπήκα στο Γυμνάσιο τελείωνε ο εμφύλιος… Οικογένειες ορφάνεψαν, χωρίστηκαν, μισήθηκαν για μια ηρωική όσο και τραγική ουτοπία, που την εγκατέλειψαν και οι κήρυκες που την ευαγγελίστηκαν. Τουλάχιστον οι περισσότεροι». Είναι τα τελευταία λόγια της διήγησής του. Και έχεις την αίσθηση ότι κάτι δεν τελείωσε.

Αυτή την αίσθηση φαίνεται ότι είχε και ο Ζαφείρης Μέκος, γιατί πολύ σύντομα ένιωσε την ανάγκη να γράψει και το συμπλήρωμα, θα έλεγα, του βιβλίου αυτού, το ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ. «Όταν τελείωσα το προηγούμενο βιβλίο μου, το ΡΙΖΩΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗ, ένιωσα πως δεν είπα όσα ήθελα να πω για την πόλη μας και κυρίως για τους συμπολίτες μας. Την πόλη αποτελούν οι άνθρωποί της, μην ξεχνάμε» μας λέει στο εισαγωγικό σημείωμα.

Το υλικό του στο νέο του βιβλίο ο Ζαφείρης Μέκος το διατάσσει σε δυο μεγάλες ενότητες: α) η Παλιά Κομοτηνή και β) οι Άνθρωποι της Πόλης.

Στην πρώτη ενότητα κάνει στην αρχή ορισμένες αναφορές στα χρόνια μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους, με στοιχεία κυρίως από τον οδηγό της Ελλάδος του Ν. Ιγγλέση για την Κομοτηνή, από τα οποία αναφαίνεται η υποβαθμισμένη οικονομική, κοινωνική και μορφωτική κατάσταση των κατοίκων της εποχής εκείνης.

Στη συνέχεια γίνεται μια σύντομη αναδρομή στην περίοδο μέχρι την απελευθέρωση του 1920 και αμέσως μετά αναφέρεται στην περίοδο από το 1920 μέχρι τον εμφύλιο. Η τραγικότητα της κατάστασης οφθαλμοφανής. Τον εμφύλιο προτιμά να μας τον θυμίσει με λίγες δικές του εμπειρίες.

Εξαιρετικά τα στοιχεία που δίνει, στη συνέχεια, για την οικονομική και κοινωνική ζωή της μεταπολεμικής Κομοτηνής, ανατρέχοντας σε βιβλία του Επαγγελματικού – Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Ροδόπης. Αφορούν αρτοποιούς, ζαχαροπλάστες, στραγαλοποιούς, λευκοσιδηρουργούς, χαλκουργούς, ξυλουργούς, βαρελοποιούς, ράπτες, σανδαλοποιούς, μαχαιροποιούς, πεταλωτές, σαγματοποιούς, κεραμοποιούς, σαρωθροποιούς, μυλωθρούς κ.τ.λ., με διάφορα ενδιαφέροντα σχόλια ενδιάμεσα.

Ακολουθεί η χούντα και η μεταπολίτευση.

Μας λέει ανάμεσα στα ιστορικά στοιχεία που μας δίνει: «Δεν είμαι επαναστάτης ούτε εξτρεμιστής. Ένας μέσος αστός είμαι, καλώς ή κακώς, που όμως ένιωθα, όπως οι περισσότεροι, την αυτονόητη ανάγκη να ζω ελεύθερα, ανάμεσα σε ελεύθερους ανθρώπους».

Τη δεύτερη και μεγαλύτερη ενότητα ο Ζαφείρης Μέκος την αφιερώνει στους ανθρώπους της πόλης που πρωταγωνίστησαν σε πολιτιστικά και κοινωνικά δρώμενα:

•στο μητροπολίτη Τιμόθεο

•στο μουφτή Κομοτηνής Χουσεΐν Μουσταφά

•στο δήμαρχο Κομοτηνής Δημήτριο Μπλέτσα

•στους εκπαιδευτικούς Γεώργιο Μαμέλη και Μηνά Μηναΐδη

Εξαίρετα, ομολογουμένως, τα στοιχεία που μας παραθέτει. Και μάλιστα με μια ξεχωριστή αμεσότητα που σε κάνει να νιώθεις παρών και συμμέτοχος. Πληροφορείσαι, προβληματίζεσαι και χαίρεσαι αισθητικά ταυτόχρονα.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στον κύκλο των νομικών, με αναφορές σε ονόματα δικηγόρων και διάσπαρτα αρκετά ευτράπελα γεγονότα και περιστατικά που δημιουργούν ατμόσφαιρα και ζωντάνια.

Και μετά ο κύκλος της Υγείας – Πρόνοιας, του Πολιτισμού, του Αθλητισμού, του Προσκοπισμού, του Τύπου.

Ακολουθεί ο ηρωικός κύκλος, απότιση φόρου τιμής θα έλεγα, με ιδιαίτερη αναφορά στον Παρασκευά Μυλωνά και στο Νίκο Μακαρώνη με την ιστορική σημαία του Δήμου Κομοτηνής. «Η τιμή και ο σεβασμός ανήκει σε όλους και η μνήμη τους θα είναι αιώνια» μας λέει.

Με το Αριστερό Αντάρτικο και με το Δεξιό Αντάρτικο κλείνει το έργο του αυτό ο Ζαφείρης Μέκος, το πόνημά του αυτό θα έλεγα, που θα συγκινήσει, θα αγγίξει και θα ικανοποιήσει τον κάθε αναγνώστη που πιστεύει στη σημασία της ιστορικής μνήμης και στον Άνθρωπο.

Είναι ωραίο και γόνιμο να θυμάσαι, λοιπόν. Το επιβεβαιώνουν και τα πονήματα αυτά των τριών συμπολιτών μας, καταθέσεις της ψυχής τους, που εκφράζουν μνήμες και βιώματα γεγονότων και καταστάσεων, αλλά και ακούσματα και εντυπώσεις από πρόσωπα που υπήρξαν πρωταγωνιστές σ’ αυτά. Γι αυτό και το έργο τους έχει τη δική του ιδιαίτερη σημασία για τον ιστορικό του μέλλοντος, αλλά και για κάθε ενδιαφερόμενο, για όλους τους Θρακιώτες, για την ίδια την ιστορία μας.

Τους αξίζει ο έπαινος».

Σίγουρα της αξίζει…

Επιμέλεια: Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.