Χαμαληδες στο δρομο…
Μια ζωή στο δρόμο με την προσδοκία ενός μεροκάματου. Μόνο που το τελευταίο αργεί και τα προβλήματα εμφανίζονται. Χαμάληδες της Κομοτηνής, παλιότερα κάλυπταν τα έξοδα της οικογενείας τους, σήμερα δεν έχουν ούτε για τσιγάρα. Τα μηχανήματα,όπως υποστηρίζουν, ελάττωσαν τα δικά τους μεροκάματα. Κάτοικοι μιας πόλης που τους γυρίζει την πλάτη και εκείνοι απεγνωσμένα προειδοποιούν: «Τι θέλουν δηλαδή, να κλέψουμε και να σκοτώσουμε για να ζήσουμε;» Συμπολίτες μας…
Γιασάρ Εργκούν, 41 ετών Χαμάλης: «Κι έξω σε φυλακή ζούμε. Οι άγριοι είναι έξω»
Τι δουλειά κάνετε;
Μια δουλειά που δε βγάζεις ούτε ένα κομμάτι ψωμί. Από φτώχεια το μόνο που μπορείς να κάνεις στη ζωή είναι αυτό, να είσαι χαμάλης. Είμαι χαμάλης!
Πώς ζείτε;
Για σκέψου, γιατί κανείς δεν το έχει σκεφτεί. Σκέψου… Πώς ζούμε; Πες μου κοιτώντας την τσέπη μου (δείχνει το άδειο εσωτερικό της τσέπης του). Τώρα πες μου εσύ πώς ζω; Πες μου αν αυτό είναι η ζωή;
Για πείτε μου εσείς…
Δεν έχω τη δύναμη να κάνω κάτι καλό για μένα, αλλά και για τα παιδιά μου. Έτσι σαν κι εμένα θα καταντήσουν. Χαμάλης ο πατέρας μου, χαμάλης εγώ, χαμάληδες και τα παιδιά μου. Πώς το λέτε εσείς; Ααα, σόι πάει το βασίλειο. Καλώς ήρθατε στο βασίλειό μας.
Πόσα παιδιά έχετε;
Τρία. Τα έστειλα στο Δημοτικό Σχολείο κι εκείνο δεν το καλο-έβγαλαν.
Πόσο καιρό έχετε να κάνετε μεροκάματο;
Έχω να δουλέψω ένα μήνα. Πληρώνω για το χαμόσπιτο που μένω 1300 ευρώ το χρόνο. Πού θα τα βρω;
Τι θα φάτε σήμερα;
Τίποτα. Λίγο τραχανά κι αυτό αν έχει περισσέψει. Αν υπάρχει ακόμη στο τσουβάλι. Πώς να φάμε, όταν εγώ που είμαι άνδρας δεν πάω φαγητό σπίτι;
Πόσες ώρες στέκεστε εδώ;
Από τις έξι το πρωί. Μας έφαγαν τη δουλειά τα αυτοκίνητα και οι ξένοι. Στην αρχή οι μηχανές ελάττωσαν τα μεροκάματα, μετά οι Ρωσοπόντιοι έριξαν τις τιμές. Δεν μας έφτανε η φτώχεια μας ήρθαν κι αυτοί.
Γιατί δεν κάνετε κάτι άλλο;
Προσπάθησα να βρω δουλειά στην οικοδομή. Μια δουλειά, ό,τι να ναι. Ούτε στο εργοστάσιο δε βρίσκω. Υπηρέτησα και 31 μήνες φαντάρος. Στρατιώτης στην πατρίδα μας για να μην μπορώ να κάνω ένα μεροκάματο.
Τι σας λένε;
«Δεν υπάρχει», «Περάστε αύριο, περάστε μεθαύριο». Όλοι δεν είναι ίδιοι. Αλλά κάποιοι μας μίλησαν άσχημα. Θέλω δουλειά τους λέω. Δουλειά. Να ζήσω εγώ και τα παιδιά μου. Κανείς δεν συγκινείται, κανείς.
Πόσα χρήματα κερδίσατε αυτή την εβδομάδα;
Ούτε 15 ευρώ. Να φανταστείτε ότι για το μπαϊράμι μας, δεν είχαμε να βάλουμε στο τραπέζι τίποτα. Μια γειτόνισσα έσφαξε και έφερε λίγο σε μας, αυτό μαγειρέψαμε.
Τι θέλετε να αλλάξει στη ζωή σας;
40 χρόνια δεν άλλαξε τώρα θ’ αλλάξει; Μια ζωή εδώ στον δρόμο. Ξέρεις τι είναι να φοβάσαι για να γυρίσεις σπίτι σου; Τι να πεις δηλαδή; Τι άνδρας είσαι αν δεν μπορείς να πάρεις ένα κομμάτι κρέας για τα παιδιά σου; Στο ξαναλέω για να καταλάβεις πώς νιώθω.
Είναι πολλοί σαν κι εσάς στο μαχαλά σας;
Τριάντα σαν κι εμένα, μπορεί και παραπάνω. Ένα καφέ τρία άτομα τον μοιραζόμαστε. Η φτώχεια δημιουργεί πολλά προβλήματα. Πολλοί έχουν οδηγηθεί στο ποτό, άλλοι στην κλεψιά, άλλοι ακόμη και στο έγκλημα. Εγώ επτά χρόνια έκανα φυλακή γιατί πούλησα ηρωίνη. Πούλησα θάνατο, ναι το παραδέχομαι, αλλά μ΄ ανάγκασαν να το κάνω. Όσο ένοχος ήμουν εγώ, άλλο τόσο ήταν και εκείνοι που δεν μου έδωσαν δουλειά. Ζήτησα πρώτα δουλειά, δεν ήθελα να κερδίσω χρήματα για να γίνω πλούσιος. Να βγάλω το ψωμί μου ήθελα.
Ήταν δύσκολα στη Φυλακή;
Πουθενά δεν είναι εύκολα. Κι έξω σε φυλακή ζούμε. Οι άγριοι είναι έξω. Η φτώχεια σε τραβάει όπου θέλει. Στα χειρότερα. Τι να κάνω δηλαδή, ξανά έγκλημα; Τότε θα καταλάβουν; Τι θέλουν, να με ξαναβάλουν φυλακή; Κι εδώ έξω στη φυλακή μου ζω.
Αλή Ισμαήλ, 56 ετών, χαμάλης: «Περιμένουμε ένα μεροκάματο να κάνει κάποιος από εμάς και μετά να φάμε όλοι μαζί»
Πόσα χρόνια έχετε σ΄ αυτή τη δουλειά;
Από 15 χρονών παιδί είμαι χαμάλης. Πήγα στο Στρατό, υπηρέτησα τη θητεία μου. Και συνέχισα να δουλεύω μέχρι που πια δεν με κρατούν τα πόδια μου. Είμαι 56 ετών και φαίνομαι γέρος. Είμαι άρρωστος, τρέμουν τα χέρια μου, τι βάρη να σηκώσω; Κανείς δεν με παίρνει τώρα πια. Περπατώ δυο βήματα, χωρίς βάρος, και κόβεται η ανάσα μου. Πάλι καλά που τα παιδιά εδώ με κρατούν κοντά τους.
Πώς ζείτε;
Παίρνω επίδομα πρόνοιας. Από το 66 μέχρι σήμερα σήκωνα βάρη, πώς να αντέξει το σώμα μου; Το επίδομα δεν φθάνει για την αγορά των φαρμάκων. 2040 ένσημα κατάφερα να κολλήσω κι αυτά πάνε στράφι.
Στους νέους τι συμβουλεύετε;
Οι νέοι να φύγουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα από το χώρο. Πολλά τα μηχανήματα, χάσαμε τη μάχη, λίγα τα μεροκάματα για μας. Καθόλου εκτίμηση, «άντε παλιο Χαμάλη» σου λένε κάποιοι και άλλοι: «Παλιό-γύφτε» κι εσύ ο χαμάλης σκύβεις το κεφάλι και φεύγεις. Τι να πεις; Και ποιος θα σ’ ακούσει;
Πότε κάνατε για τελευταία φορά μεροκάματο;
Ένα μεροκάματο, τριάντα ευρώ πριν ένα μήνα. Μπορεί να ζήσει κάποιος; Είναι απορίας άξιο πώς ζούμε. Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να περνά η ζωή έτσι; Εμείς δεν είμαστε άνθρωποι; Τι είμαστε εμείς δηλαδή, ποντίκια;
Τα έξοδα σας πώς τα καλύπτετε;
Ποια κάλυψη; Ούτε καν ξύλα για το Χειμώνα που φεύγει. Ζητάω δουλειά στις οικοδομές και δεν μου δίνουν. Έχω 35 χρονών γιο γιατί να μην μπορεί να δουλέψει σ’ ένα εργοστάσιο της περιοχής; Γιατί τα δικά μας παιδιά να είναι αποκλεισμένα ακόμη και από τις χειρότερες δουλειές;
Μα καλά δεν έχετε ούτε για τσιγάρο; Για να αγοράσετε ένα κουλούρι;
Τσιγάρο από τράκα, καφές δανεικός. Περιμένουμε ένα μεροκάματο να κάνει κάποιος από εμάς και μετά να φάμε όλοι μαζί. Ό,τι τρώμε μαζί, εδώ στο δρόμο. Σήμερα εγώ, αύριο ο άλλος. Περνά ο κόσμος και μας βλέπει. Ακούω μερικοί που σχολιάζουν: «Κοίτα οι παλιόγυφτοι καλοπέραση» και εγώ κάνω ότι δεν τους ακούω και σκέφτομαι ότι είναι η πρώτη μπουκιά που βάζω στο στόμα μου μετά από δυο μερόνυχτα.
Σαλή Αντνάν, 30 χρονών, χαμάλης: «Όταν πεινά ο άνθρωπος κάνει κακό»
Πού μένετε;
Μέσα σ΄ ένα αυτοκίνητο. Ένα αυτοκίνητο πεταμένο και χαλασμένο. Βρίσκεται στον Ήφαιστο. Το βρήκα εκεί και τρύπωσα. Το Χειμώνα είναι δύσκολα, τώρα που καλυτερεύει ο καιρός, ίσως αντέξω.
Πότε δουλέψατε για τελευταία φορά;
Έχω να δουλέψω ένα μήνα. Μισό ψωμί όλο κι όλο φάγαμε όλοι μαζί, λίγο πριν έρθεις.
Γιατί δεν αλλάζετε επάγγελμα;
Χαμάλης έμαθα να είμαι. Αυτό έμαθα από τον πατέρα μου. Δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο. Αν ήξερα μια τέχνη θα ήταν καλύτερα. Αν με έπαιρνε κάποιος κοντά του.
Ψάξατε να βρείτε αλλού δουλειά;
Πήγα στη Βιομηχανική περιοχή και όλοι μου είπαν: «Δεν έχουμε δουλειά». Έχω δυο τρία παιδιά πώς θα ζήσω; Να κλέψω θέλουν; Τι θέλουν; Όταν πεινά ο άνθρωπος κάνει κακό, αυτό να το ξέρετε. Χίλιες φορές έκανε ο νους μου άσχημες σκέψεις. Η πείνα τυφλώνει και μετά θα βγουν να πουν: «Παλιό αλήτη!». Αν είμαι αλήτης αυτοί μ’ έκαναν, αυτοί που μου έκλεισαν τις πόρτες.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
