Απεβιωσε ο Πατριαρχης Αλεξιος ο ΙΙ
Σε ηλικία 79 ετών απεβίωσε το πρωί της Παρασκευής ο Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος ο Β’ (Αλεξέι Μιχάλοβιτς Ρίντιγκερ). Ο θάνατος επήλθε στην κατοικία του, στα περίχωρα της Μόσχας. Ο Αλέξιος αντιμετώπιζε καρδιολογικά προβλήματα για μακρό χρονικό διάστημα.
Η ασθένεια του Πατριάρχη
Να υπενθυμίσουμε ότι το φθινόπωρο του 2002 ο Πατριάρχης Αλέξιος ο ΙΙ έπαθε βαριά αποπληξία, όταν ήταν στην πόλη του Αστραχάν. Χρειάστηκε διάστημα ενός χρόνου για να αποκατασταθεί η υγεία του. Η απουσία του επικεφαλής της ρωσικής Ορθόδοξης εκκλησίας από την κηδεία του πρώτου προέδρου της Ρωσίας Μπόρις Γιέλτσιν στις 25 Απριλίου 2007 ερμηνεύτηκε από τα ρωσικά ΜΜΕ ως εξής: σύμφωνα με δημοσιεύσεις στην εφημερίδα «Μοσκόφσκι Κομσομόλετς» ο Πατριάρχης δύο φορές πέρασε από κλινικό θάνατο. Ο ραδιοφωνικός σταθμός «Η Ηχώ της Μόσχας» έχοντας δικές του πηγές ανακοίνωσε ότι ο Πατριάρχης νοσηλεύεται σε μια κλινική της Ελβετίας σε βαριά κατάσταση. Το περιβάλλον του επικεφαλής της ρωσικής Ορθόδοξης εκκλησίας επιβεβαίωσε τις πληροφορίες για την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, όμως, είχε διαψεύσει κατηγορηματικά τις φήμες που ήθελαν τον Πατριάρχη να είναι βαριά άρρωστος.
Στο Πατριαρχείο της Μόσχας τότε δήλωσαν ότι θα εξετάσουν τους λόγους διάδοσης τέτοιου είδους «ανήθικων και κακών φημών» για την κατάσταση της υγείας του Πατριάρχη και ζήτησαν την παραίτηση των αρχισυντακτών του ραδιοφωνικού σταθμού «Η Ηχώ της Μόσχας» και της εφημερίδας «Μοσκόφσκι Κομσομόλετς» για τις «φήμες».
Την θέση του Πατριαρχείου της Μόσχας μετέφερε τότε ο υπεύθυνος του γραφείου τύπου, ιερέας Βλαντίμιρ Βιγκιλάνσκι, σύμφωνα με τον οποίο «η φασαρία γύρω από τον κατά φαντασία θάνατο του Πατριάρχη δεν ήταν τυχαία». Ωστόσο, ο υπεύθυνος του γραφείου τύπου δήλωσε ότι ο επικεφαλής της ρωσικής Ορθόδοξης εκκλησίας δεν θα κάνει μήνυση εις βάρος των ΜΜΕ αφήνοντας στη συνείδηση «των δημοσιογράφων οι οποίοι παραβίασαν τον κώδικα της δεοντολογίας».
Βιογραφικό
Ο Πατριάρχης Αλέξιος γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1929 στο Ταλίν της Εσθονίας και φοίτησε στη Θεολογική Σχολή της Αγίας Πετρούπολης (τότε Λένινγκραντ).
Το 1950 χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος.
Το 1958 προήχθη σε Πρωτοπρεσβύτερος.
Το 1961, μετά το θάνατο της Πρεσβυτέρας του, εκάρη Μοναχός και χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1961 στον Καθεδρικό Ναό του Ταλίν χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ταλλίνης και Εσθονίας της Εκκλησίας της Ρωσίας και ανέλαβε και τοποτηρητής της Επισκοπής Ρίγας και Λεττονίας.
Το 1964 προήχθη σε Αρχιεπίσκοπος και διορίστηκε Αρχιγραμματέας του Πατριαρχείου Ρωσίας.
Το 1968 προήχθη στο βαθμό του Μητροπολίτη. Το 1986 εξελέγη Μητροπολίτης Λένινγκραντ και Νοβγορόντ και ανέλαβε παράλληλα τοποτηρητής της Επισκοπής Ταλλίνης και Εσθονίας.
Στις 10 Ιουνίου 1990 εξελέγη Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών.
Υπήρξε επίτιμος διδάκτωρ της Θεολογικής Ακαδημίας της Αγίας Πετρούπολης και της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας.
Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Σοβιετικής Ένωσης εργάστηκε για την ανασυγκρότηση της Εκκλησίας, το χτίσιμο νέων ναών και την επανόρθωση του κύρους της Εκκλησίας. Κατηγορήθηκε όμως ότι ήταν πράκτορας της μυστικής υπηρεσίας KGB, κάτι το οποίο δεν αποδεχθηκε ποτέ.
Επί των ημερών του οι σχέσεις του Πατριαρχείου Ρωσίας με τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες, ιδίως δε τις ελληνόφωνες και μάλιστα το Οικουμενικό Πατριαρχείο μπορούν να χαρακτηριστούν ως ψυχρές.
Η ψυχρότητα αυτή οφείλεται κυρίως στην άρνηση της Ρωσικής Εκκλησίας να υπαναχωρήσει από εκκλησιαστικά τετελεσμένα που προκλήθηκαν από την εγκαθίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης, και τα οποία πλέον έχουν εκλείψει.
Αρνούταν για παράδειγμα την ανεξαρτησία την οποία κήρυξε η Εκκλησία της Εσθονίας, η οποία είχε προσαρτηθεί βιαίως το 1940 στην Εκκλησία της Ρωσίας, ως αποτέλεσμα της βίαιης προσάρτησης του κράτους της Εσθονίας στη Σοβιετική Ένωση.
Κράτος – Εκκλησία
Η καθιέρωση νέας σχέσης μεταξύ Κράτους – Εκκλησίας στη Ρωσία υπήρξε σημαντικό θέμα για τον Πατριάρχη, στο οποίο έδινε μεγάλη σημασία. Ωστόσο, βασική αρχή του ήταν ο διαχωρισμός της αποστολής της Εκκλησίας και τις δραστηριότητες του Κράτους, η μη παρέμβαση στα εσωτερικά θέματα. Ταυτόχρονα πίστευε ότι η προσφορά της Εκκλησίας και του Κράτους απέναντι στην κοινωνία απαιτούν ελεύθερη αλληλεπίδραση μεταξύ των εκκλησιαστικών, κρατικών και κοινωνικών θεσμών.
Φιλανθρωπία
Μετά από πολυετείς διωγμούς και περιορισμούς της Εκκλησίας είχε επανέλθει η δυνατότητα υλοποίησης των μορφωτικών δράσεων στην κοινωνία, αλλά και να αναλαμβάνει φιλανθρωπικά έργα προς τους άπορους πολίτες και προς τα νοσοκομεία, τα γηροκομεία και σωφρονιστικά ιδρύματα.
Εκκλησία – Πολιτισμός
Ο Πατριάρχης Αλέξιος ο II κατάφερε να εξαλείψει την ένταση που υπήρχε μεταξύ των κρατικών οργανισμών διατήρησης των πολιτιστικών μνημείων και της Εκκλησίας. Πολλές φορές ο Πατριάρχης απηύθυνε κάλεσμα για συνεργασία μεταξύ των εκπροσώπων όλων των τομέων του κοσμικού και του εκκλησιαστικού πολιτισμού. Επανειλημμένα υπενθύμιζε την ανάγκη αναγέννησης της ηθικότητας και του πνευματικού πολιτισμού, της υπερνίκησης των τεχνητών φραγμών ανάμεσα στον κοσμικό και τον θρησκευτικό πολιτισμό, ανάμεσα στην κοσμική επιστήμη και την θρησκεία. Μια σειρά από ντοκουμέντα που είχε υπογράψει ο Πατριάρχης αποτέλεσαν θεμέλιο για την ανάπτυξη της συνεργασίας της Εκκλησίας με το σύστημα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, με τις Ένοπλες δυνάμεις, τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές, τους πολιτιστικούς φορείς και με άλλες κρατικές δομές.
Μετάφραση: Μαρία Παπαδοπούλου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
