Οι ανακαλυψεις μετα απο το πρωτο ταξιδι του Κολομβου
Ο Κολόμβος είχε κυριολεκτικά «ανοίξει τον ασκό του Αιόλου» μετά το πρώτο ταξίδι του (βλ. σχετικά εδώ). Μετά από αυτό, πολλοί τυχοδιώκτες ήταν πρόθυμοι να διαπλεύσουν τον Ατλαντικό και να ρισκάρουν τη ζωή τους, προκειμένου να κερδίσουν δόξα και, κυρίως, πλούτη. Προτού όμως αναφερθούμε εν συντομία στα ταξίδια που ακολούθησαν στον Νέο Κόσμο, μετά το 1492, θα στρέψουμε το βλέμμα μας ανατολικά στον πρώτο ταξιδευτή, ο οποίος κατάφερε πράγματι να φτάσει στην Ινδία από την Ευρώπη, πλέοντας προς τα ανατολικά και όχι προς τα δυτικά. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Πορτογάλος εξερευνητής Βάσκο ντα Γκάμα (1460-1524 περίπου).
Ο Βάσκο ντα Γκάμα, ο οποίος θεωρείται ο συνεχιστής του έργου του Βαρθολομαίου Ντιάζ, ξεκίνησε από τη Λισαβώνα στις 8 Ιουλίου του 1497 με τέσσερα πλοία, τα ιστιοφόρα Σάο Γκαμπριέλ και Σάο Ραφαέλ, τη μικρή καραβέλα Μπέριο και ένα μικρότερο πλοίο για ανεφοδιασμό, με πλήρωμα συνολικά 170 ατόμων, με σκοπό να προχωρήσει πέρα από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και να φτάσει ως τις Ινδίες. Μετά από πολλές στάσεις στα Κανάρια νησιά, το Πράσινο Ακρωτήρι, τη Νότιο Αφρική, τη Μοζαμβίκη και την Κένυα, ο στόλος έφτασε τελικά στην Καλκούτα στις 20 Μαΐου 1498.
Παρά τη σχετικά θερμή υποδοχή της οποίας έτυχε εκεί ο ντα Γκάμα από τον Ινδό ηγεμόνα της περιοχής, οι μουσουλμάνοι έμποροι ενοχλήθηκαν που ανάμεσα στα δώρα του ταξιδευτή προς τον ηγεμόνα τους δεν υπήρχε χρυσάφι. Έτσι, οι έμποροι θεώρησαν πειρατές τους νεοφερμένους και οι σχέσεις τους βαθμιαία ψυχράνθηκαν. Όπως κι αν είχε όμως, ο βασικός στόχος του ταξιδιού είχε αποδειχθεί: ο ντα Γκάμα είχε καταφέρει να ενώσει εμπορικά την Ευρώπη με την πλούσια γη των μπαχαρικών και του χρυσαφιού, την Ινδία. Μπορεί ο θαλάσσιος δρόμος ως εκεί να ήταν μεν επικίνδυνος, αλλά δεν ήταν ακατόρθωτο να τον διασχίσει κανείς.
Ο ντα Γκάμα και το πλήρωμά του επέστρεψαν τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβρη –οι πηγές δεν συμφωνούν ως προς αυτό– του 1499 στην Πορτογαλία, με μονάχα δύο από τα τέσσερα πλοία τους ακέραια. Ο βασιλιάς Μανουέλ Α΄ τίμησε τον ντα Γκάμα, ο οποίος το 1502 επιχείρησε ένα δεύτερο ταξίδι στις Ινδίες.

Είχε προηγηθεί, εντωμεταξύ, ένα ακόμη ταξίδι, με ναύαρχο τον Πέδρο Καμπράλ, τον Πορτογάλο που ανακάλυψε τη Βραζιλία το 1500.[1] Το ταξίδι αυτό είχε προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερες εντάσεις μεταξύ των Ινδών, των μουσουλμάνων και των Πορτογάλων και οι πρώτοι είχαν καταλήξει να σφάξουν όλους τους Πορτογάλους τους οποίους είχε αφήσει πίσω του ο Καμπράλ στο ταξίδι του. Για να εκδικηθούν οι Πορτογάλοι τη σφαγή αυτή, οργανώθηκε το δεύτερο ταξίδι του Βάσκο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο ντα Γκάμα περιέπλευσε τη Νότια Αραβία και αιχμαλώτισε ένα αραβικό πλοίο με εμπορεύματα και εκατοντάδες επιβάτες, ανάμεσά τους και γυναικόπαιδα, το οποίο και πυρπόλησε, μην αφήνοντας κανέναν να διαφύγει ζωντανός. Η συγκεκριμένη συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πρώτες πράξεις βαρβαρότητας από τις πολλές που θα διέπρατταν οι Ευρωπαίοι στο όνομα της αποικιοκρατίας τους κατοπινούς αιώνες.
Ο τρανός εξερευνητής ανακηρύχθηκε Αντιβασιλέας της Ινδίας από τον διάδοχο του Μανουέλ Α΄, τον Ιωάννη Γ΄. Την ίδια χρονιά πραγματοποίησε ένα τελευταίο ταξίδι στις Ινδίες, αλλά πέθανε κατά τη διάρκειά του, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1524, αφού προσβλήθηκε από ελονοσία.
Όσο ο ντα Γκάμα εξερευνούσε και εδραίωνε τον ανατολικό δρόμο προς τις Ινδίες, ο Φλωρεντινός εξερευνητής Αμέριγκο Βεσπούτσι (1454-1512) ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε ότι η ξηρά που είχε ανακαλύψει ο Κολόμβος ήταν πολύ μεγαλύτερη από όσο πίστεψαν οι άνδρες του και ότι προφανώς επρόκειτο για μια νέα ήπειρο. Ο Βεσπούτσι πραγματοποίησε έτσι μεταξύ 1497-1504 τρία ταξίδια στον Νέο Κόσμο και, πιο συγκεκριμένα, στη Νότιο Αμερική, δηλαδή τη Γουιάνα και τον Αμαζόνιο –με το τρίτο να μην επιβεβαιώνεται από όλους τους ιστορικούς. Οι παρατηρήσεις του έγιναν γνωστές στους Ευρωπαίους, κυρίως μέσα από επιστολές του. Οι επιστολές αυτές διαβάστηκαν και από τον διάσημο χαρτογράφο της εποχής, τον Γερμανό Μάρτιν Βάλντζεεμυλλερ(1472 ή 1475-1520), ο οποίος και πρότεινε να ονομαστεί η νέα ήπειρος Αμερική από το όνομα του Βεσπούτσι.
Σύγχρονοι του Βεσπούτσι ήταν ο Ισπανός εξερευνητής της Βενεζουέλας και της Κολομβίας Αλόνσο ντι Οχέδα(1468-1515) και ο επίσης Ισπανός Βισέντε Γιάνες Πινσόν (περίπου 1462-1514). Αυτός ήταν ο κυβερνήτης του Νίνια του Κολόμβου και από τους πρώτους που περιέπλευσαν τις εκβολές του Αμαζονίου. Πρέπει να αναφερθούμε επίσης στον έτερο εξερευνητή του Αμαζονίου Φραγκίσκο ντε Ορελλάνα(1511-1546) και τον Λουντοβίκο ντι Βαρτέμα(περίπου 1470-1517), ο οποίος ταξίδεψε στις χώρες της αραβικής χερσονήσου. Ακόμα, ο Φλωρεντινός Τζιοβάνι ντα Βερατζάνο (1485-1528) εξερεύνησε τη Βόρεια Αμερική για λογαριασμό του Γάλλου βασιλέα. Πήγε στη Βόρεια Καρολίνα, σαλπάροντας το 1524 με τέσσερα πλοία και θεωρείται ο πρώτος Ευρωπαίος που έφτασε στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε την ίδια χρονιά στη Διέπη της Γαλλίας, από όπου είχε ξεκινήσει, μονάχα με το ένα από τα τέσσερα πλοία του, το Λα Ντοφνίν.

Ιταλός ήταν επίσης ο Τζον Κάμποτ (1450-1498), ο οποίος άνοιξε πανιά υπό βρετανική σημαία και χρηματοδότηση το 1496 για τον Νέο Κόσμο, και πιο συγκεκριμένα για τη Νέα Γη του Καναδά. Το 1497 επέστρεψε στο Μπρίστολ της Αγγλίας, προκειμένου να σαλπάρει ξανά την επόμενη χρονιά με πέντε ιστιοφόρα. Δεν γύρισε, όμως, ποτέ πίσω στην πατρίδα του, αφού το 1498 τα ίχνη του πλοίου του χάθηκαν ανεξήγητα, κατά τη διάρκεια μιας σφοδρής καταιγίδας στο ταξίδι της επιστροφής. Μονάχα ένα από τα πέντε πλοία της αποστολής του Κάμποτ κατάφερε να γυρίσει πίσω.
Οι προσπάθειες των Κάμποτ και Βερατζάνο αποτελούν τις πρώτες απόπειρες της Αγγλίας και της Γαλλίας, αντίστοιχα, να μπουν στο παιχνίδι των «Ανακαλύψεων» των Νέων Χωρών. Εντωμεταξύ, οι δύο πρωτοπόρες στα ερευνητικά ταξίδια χώρες, η Ισπανία και η Πορτογαλία, αποφάσισαν να διαμοιράσουν τις Νέες Χώρες που είχαν ανακαλύψει στην πρώτη απόπειρα διανομής του κόσμου που έγινε ποτέ, αιώνες πριν από τη μοιρασιά στη Γιάλτα,[2] προκειμένου να «διασκεδάσουν» τις αντιδικίες τους, με τις ευλογίες μάλιστα του Πάπα Αλέξανδρου Στ΄. Το πρόβλημα είχε δημιουργηθεί κυρίως από τις αμφισβητήσεις τις οποίες ενέγειρε ο Πορτογάλος βασιλέας Ιωάννης Β΄ Τέλειος σχετικά με τα εδάφη που είχε ανακαλύψει ο Κολόμβος.
Αρχικά, οι δύο χώρες έθεσαν ως όριο τον Μεσημβρινό, ο οποίος διέρχεται 100 λεύγες δυτικά από τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου. Όσα εδάφη βρίσκονταν ανατολικά από αυτό το όριο θα ανήκαν στην Πορτογαλία και όσα βρίσκονταν δυτικά στην Ισπανία. Ο Πορτογάλος όμως βασιλέας θεώρησε άδικη αυτήν τη μοιρασιά και ζήτησε να αναθεωρηθεί. Οι δύο πλευρές, λοιπόν, συναντήθηκαν, πάντα με τη σύμφωνη γνώμη του Πάπα, στην ισπανική πόλη Τορδεσίγιας,στις 7 Ιουνίου του 1494 και συναίνεσαν να μετατοπιστεί η γραμμή οριοθέτησης κατά 270 λεύγες δυτικότερα της προηγούμενης. Έτσι, η νέα γραμμή οριοθέτησης βρισκόταν 370 λεύγες δυτικά από τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου. Κατά συνέπεια, η μόνη χώρα της Αμερικής, η οποία θα ανήκε στους Πορτογάλους και όχι στους Ισπανούς μαζί με τις Ινδίες, θα ήταν η Πορτογαλία. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα η Βραζιλία είναι η μόνη χώρα της Νοτίου και της Κεντρικής Αμερικής που έχει ως επίσημη γλώσσα τα πορτογαλικά και όχι τα ισπανικά.
Όσο συνέβαιναν αυτά, ξεκινούσε παράλληλα στον Νέο Κόσμο μία από τις μεγαλύτερες γενοκτονίες της Ιστορίας. Αυτή αφορούσε τους αυτόχθονες πληθυσμούς της Αμερικής και της Καραϊβικής, οι οποίοι λανθασμένα είχαν αποκληθεί από τον Κολόμβο Ινδιάνοι. Η ήπειρος αυτή φαίνεται πως αριθμούσε τότε περίπου πενήντα με εξήντα εκατομμύρια κατοίκους και δεν ήταν τόσο αραιοκατοικημένη όσο πίστευαν οι ερευνητές παλαιότερα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ως το 1600 είχαν απομείνει το πολύ πέντε με έξι εκατομμύρια Ινδιάνοι συνολικά σε Βόρεια και Νότια Αμερική, εξαιτίας των φονικών μεθόδων των Ευρωπαίων και της βάναυσης μεταχείρισής τους ως δούλους, αλλά και εξαιτίας των ασθενειών που μεταφέρθηκαν από την Ευρώπη προς τον Νέο Κόσμο, όπως η ευλογιά. Η εξόντωση, επομένως, των αυτοχθόνων πληθυσμών της αμερικανικής ηπείρου συνιστά τη μεγαλύτερη γενοκτονία της Ιστορίας.
Οι περισσότεροι από τους εξερευνητές της Αμερικής ήταν συγχρόνως και διαβόητοι δολοφόνοι, συνεχιστές της απάνθρωπης πολιτικής προς τους ιθαγενείς, την οποία ο Κολόμβος εφάρμοσε πρώτος. Έτσι, στους Ισπανούς αποικιοκράτες συγκαταλέγουμε τον Βάσκο Νούνιεθ ντε Μπαλμπόα (1475-1519), ο οποίος εποίκισε τον σημερινό Παναμά περί το 1510 και ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος που αντίκρισε ποτέ τον Ειρηνικό Ωκεανό από την ξηρά, τον Χουάν Πόνθε δε Λεόν (περίπου 1460-1521), ο οποίος εποίκισε το Πουέρτο Ρίκο και ανακάλυψε τη Φλόριντα την ίδια περίπου εποχή, ο εποικιστής της Φλόριντα Ερνάντο δε Σότο (περίπου 1496-1542) και, φυσικά, τους μεγαλύτερους εξερευνητές, αλλά συγχρόνως και δολοφόνους, της Ιστορίας: τον Ερνάν Κορτές (1485-1547) και τον Φρανθίσκο Πιθάρρο (περίπου 1478-1541).
Ο Κορτές με τη βοήθεια της ανώτερης τεχνολογίας των ευρωπαϊκών όπλων και των υποτελών στους Αζτέκους λαούς του Μεξικού, κατέλυσε το 1519 την τεράστια αυτοκρατορία των τελευταίων, καταλαμβάνοντας την Τενοχτιτλάν[3] και θανατώνοντας τον τελευταίο βασιλιά τους, τον Μοντεζούμα Β΄.
Ο Πιθάρρο, από την άλλη, ανέλαβε την κατάκτηση της αυτοκρατορίας των Ίνκας στο σημερινό Περού, δέκα χρόνια περίπου αργότερα, καταλαμβάνοντας την αρχαία τους πρωτεύουσα ,το Κούσκο και εκτελώντας τον τελευταίο βασιλιά των Ίνκας, Αταχουάλπα.
Εκτός από τις ασθένειες, οι οποίες βοήθησαν τους Ισπανούς στο φονικό τους έργο, και τη διαίρεση που επικρατούσε στους κόλπους των Αζτέκων και των Ίνκας, άλλοι λόγοι που συνεπικούρησαν την επικράτηση των Ισπανών κονκισταδόρων ήταν το γεγονός ότι ο τροχός, τα ατσάλινα όπλα και η πυρίτιδα ήταν πράγματα άγνωστα στους ιθαγενείς λαούς της Αμερικής. Επίσης, κάποιον ρόλο έπαιξε σίγουρα και η τακτική που είχαν οι Αζτέκοι στη μάχη να πιάνουν αιχμάλωτους τους αντίπαλούς τους, αντί να τους σκοτώνουν με ένα μονάχα χτύπημα όπως οι Ισπανοί. Η γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών της αμερικανικής ηπείρου –και στους μεταγενέστερους αιώνες και της Ωκεανίας– ήταν, το δίχως άλλο, η πιο θλιβερή και ειδεχθής πλευρά των μεγάλων γεωγραφικών Ανακαλύψεων.
*Η Λεύκη Σαραντινού είναι εκπαιδευτικός, ιστορικός και συγγραφέας.
[1] Κάποιοι ιστορικοί δεν είναι πεπεισμένοι ότι ο Καμπράλ ήταν πράγματι ο πρώτος Ευρωπαίος που έφτασε στη Βραζιλία.
[2] Εκεί συναντήθηκαν το 1945 οι ηγέτες της Μεγάλης Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Ρωσίας, ήτοι ο Τσόρτσιλ, ο Ρούσβελτ και ο Στάλιν αντίστοιχα, προκειμένου να καθορίσουν τις ζώνες επιρροής τους στον μεταπολεμικό κόσμο.
[3] Η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων στην κοιλάδα του Μεξικού, εκεί όπου είναι χτισμένη σήμερα η Πόλη του Μεξικού.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

