Στρατηγικες και εφαρμογες προληψης εγκληματικοτητας

Η αντεγκληματική πολιτική, καθώς και η πρόληψη της εγκληματικότητας αποτελούν βασικούς πυλώνες για τη διατήρηση και αποκατάσταση της δημόσιας τάξης, όπως επίσης και για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ζητούμενο αποτελεί η μείωση της εγκληματικότητας μέσω θεσμικών, κοινωνικών και κατασταλτικών μέτρων, που βασίζονται σε επιστημονικά στοιχεία και διεθνείς πρακτικές.Ουσιαστικά, η αντεγκληματική πολιτική είναι το σύνολο των στρατηγικών και των μέτρων που εφαρμόζονται για την πρόληψη και την καταπολέμηση του εγκλήματος. Κάποιες από τις προτεραιότητες της αντεγκληματικής πολιτικής είναι η προστασία των πολιτών, η ενίσχυση του κράτους δικαίου, η μείωση της εγκληματικότητας, όπως και η επανένταξη των κρατουμένων στην κοινωνία.

Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά την πολιτική πρόληψης της εγκληματικότητας, αποτελεί ένα σύνολο στρατηγικών και μέτρων, με απώτερο στόχο να μειωθεί η εγκληματικότητα πριν από την εκδήλωσή της. Αντί να βασίζεται, δηλαδή, αποκλειστικά στην καταστολή και την τιμωρία, να επικεντρώνεται περισσότερο στα βαθύτερα κοινωνικά, οικονομικά και ατομικά αίτια που οδηγούν στη διάπραξη του εγκλήματος. Τα ποσοστά εγκληματικότητας το τελευταίο διάστημα έχουν αυξηθεί πολύ κοινωνικά, ιδιαιτέρως στη χώρα μας, την Ελλάδα, μέσω διαφόρων μορφών. Κύρια χαρακτηριστικά παραδείγματα έξαρσης αποτελούν οι γυναικοκτονίες, η παραβατικότητα των ανηλίκων και, σε ευρύτερο επίπεδο, οι ανθρωποκτονίες. Η αξία της παγκόσμιας εγκληματικής δραστηριότητας ανέρχεται σε πολλά δισεκατομμύρια, ωστόσο, συγκριτικά σε σχέση με άλλους κλάδους, αυτός του εγκλήματος εξακολουθεί να είναι μάλλον ανεπαρκώς διερευνημένος. Αυτό σημαίνει ότι είναι απαραίτητη η δημιουργία νέων δομών, καλύτερης εκπαίδευσης και ενημέρωσης του προσωπικού και καλύτερης κοινωνικής πρόληψης.

Είναι σημαντικό οι πολιτικές ασφάλειας να στηρίζονται στις αξίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών, έτσι ώστε να διασφαλίζονται με αυτόν τον τρόπο οι αναγκαίες εγγυήσεις λογοδοσίας και δικαστικής προσφυγής.  Επίσης, απαραίτητη είναι η αποτελεσματική αντίδραση για την προστασία όλων των πολιτών, και κυρίως αποτελεσματική σε όλες τις ευάλωτες ομάδες. Για αυτόν τον λόγο, σημαντικό είναι να διασφαλιστεί ένα περισσότερο κοινωνικά υγιές και ασφαλές περιβάλλον για όλους τους πολίτες

Αξίζει να αναφερθεί ότι οι έρευνες που αφορούν την εγκληματικότητα φαίνεται ότι έχουν αρχίσει να αυξάνονται, εξετάζοντας ποικίλες όψεις της εγκληματικής δραστηριότητας, όπως είναι οι προσδιοριστικοί της παράγοντες, τα διάφορα είδη εγκληματικότητας, οι αποκρίσεις –μέθοδοι καταπολέμησης της εγκληματικής δραστηριότητας, καθώς και η αποτελεσματικότητα της αστυνόμευσης. Η αστυνομική υπηρεσία από τη μεριά της συνεισφέρει σημαντικά στη λειτουργικότητα του ποινικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Παρόλα αυτά, οι περιορισμοί της διακριτικής ικανότητας της αστυνομίας περιχαρακώνονται λόγω εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων. Η παρατηρούμενη αύξηση των ποσοστών εγκληματικότητας σε διεθνές επίπεδο οδηγεί πάντοτε σε εκκλήσεις για περισσότερη αστυνομική προστασία, η οποία προϋποθέτει επιπλέον διάθεση πόρων – περιορισμένων ήδη– για σκοπούς αστυνόμευσης και δημόσιας τάξης. Η αυξανόμενη δημοσιονομική πίεση και η ανάγκη τήρησης αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας εγείρουν, ωστόσο, το ζήτημα της αποτελεσματικότητας των κρατικών δαπανών, όπως οι δαπάνες για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας αυτών των δαπανών μπορεί να προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες, δεδομένου ότι η πολιτική βασίζεται και καθοδηγείται από στοιχεία.

Η ασφάλεια και ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι βασικά ζητήματα και άκρως αλληλένδετα και συμπληρωτικά μεταξύ τους. Είναι σημαντικό οι πολιτικές ασφάλειας να στηρίζονται στις αξίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών, έτσι ώστε να διασφαλίζονται με αυτόν τον τρόπο οι αναγκαίες εγγυήσεις λογοδοσίας και δικαστικής προσφυγής. Επίσης, απαραίτητη είναι η αποτελεσματική αντίδραση για την προστασία όλων των πολιτών, και κυρίως αποτελεσματική σε όλες τις ευάλωτες ομάδες. Για αυτόν τον λόγο, σημαντικό είναι να διασφαλιστεί ένα περισσότερο κοινωνικά υγιές και ασφαλές περιβάλλον για όλους τους πολίτες.

Οι στρατηγικές πρόληψης της εγκληματικότητας θα πρέπει να βασίζονται σε εκτεταμένες θεωρίες σχετικά με την εμφάνιση και εκδήλωση του εγκληματικού χαρακτήρα των ατόμων, όπως επίσης και την αλληλεπίδραση μεταξύ των δυνητικών δραστών και των δυνητικών θυμάτων σε καταστάσεις που παρέχουν ευκαιρίες για εγκληματικότητα. Η διαχείριση των κοινωνικών αιτιών της εγκληματικότητας, η αυστηροποίηση των ποινών, η ενίσχυση των ταχύτατων δικαστικών διαδικασιών, η ενίσχυση της αστυνόμευσης, σε συνδυασμό με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και την κοινωνική επανένταξη αποτελούν βασικά στοιχεία για τη δημιουργία μιας ασφαλέστερης κοινωνίας

Η αντεγκληματική πολιτική επαληθεύει το γεγονός ότι ένας ποινικός κώδικας ανταποκρίνεται στα ήδη υπάρχοντα δεδομένα της κοινωνίας. Κάποιες από τις  θεμελιώδεις συνιστώσες της είναι η ελευθερία, η νομιμότητα και η εξουσία. Το φαινόμενο της αντεγκληματικής πολιτικής προκύπτει από πολλούς κοινωνικούς παράγοντες, στους οποίους περιλαμβάνονται οι οικονομικοί, οι πολιτικοί και οι πολιτιστικοί παράγοντες. Στην αντεγκληματική πολιτική τα αμετάβλητα στοιχεία μπορούν να προκύψουν από τη διαπίστωση ότι κάθε κοινωνία έχει τις αξίες της. Ουσιαστικά, οι αξίες αυτές εκφράζουν τις προθέσεις της και, παράλληλα, καθορίζουν αυτό που είναι επιθυμητό και αυτό που δεν είναι. Αλλά πέρα από αυτό, πρόκειται για κοινωνική πειθαρχία και αυτές οι αξίες καθορίζονται στο κοινωνικό πλαίσιο όταν ενσωματώνονται σε έναν ανεξάρτητο κανόνα. Αυτό σημαίνει ότι αν η κοινωνία αναγνωρίζει ενεργά τα κοινωνικά περιστατικά, τότε αυτόματα οι υποδειγματικές συμπεριφορές θα πρέπει να θεσμοθετούνται μέσω της τιμωρίας, καθώς η ίδια η τιμωρία αποτελεί υπόδειγμα ενάντια στην ύπαρξη του εγκληματικού φαινομένου. Τα μέτρα επιβολής του νόμου ή η πρόληψη της ποινικής δικαιοσύνης εκλαμβάνονται, συνήθως, ως δράσεις που λειτουργούν άμεσα μέσω της αποτροπής, της αποδυνάμωσης και της επανένταξης και, έμμεσα, μέσω των επιδράσεων στην κοινωνικοποίηση.

Για να είναι, όμως, αποτελεσματική η καταπολέμηση της εγκληματικότητας απαιτείται ισορροπία ανάμεσα στην καταστολή και την πρόληψη. Σύμφωνα με τη θεωρία της αποτροπής, η εγκληματικότητα μπορεί να μειωθεί εφόσον η ποινή είναι βέβαιη, άμεση και αυστηρή. Επίσης, η τιμωρία θα πρέπει να λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς τη διάπραξη εγκλήματος και να λειτουργεί ως αντικίνητρο. Εκτός αυτού, βάσει της συγκεκριμένης θεωρίας, η ποινή θα πρέπει να είναι αρκετά αυστηρή ώστε να αποθαρρύνει τους παραβάτες, αλλά όχι υπερβολικά σκληρή, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα. Επιπλέον, να επιβάλλεται αμέσως μετά την πράξη, έτσι ώστε να συνδέεται νοητικά με το αδίκημα. Τέλος, οι δράστες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η εγκληματική συμπεριφορά θα έχει αναπόφευκτες συνέπειες. Το ποινικό δίκαιο έχει, αναμφίβολα, έμμεσες επιπτώσεις στην κοινωνικοποίηση, η οποία συντελείται, κυρίως, μέσω πρωτογενών θεσμών, όπως η οικογένεια, η εκπαίδευση, ο κοινωνικός περίγυρος, η θρησκεία κλπ.

Παρόλα αυτά, οι επιπτώσεις των νόμων και των νομικών διαδικασιών σε πολλές περιπτώσεις ενδέχεται να είναι περιορισμένες. Οι στρατηγικές πρόληψης της εγκληματικότητας θα πρέπει να βασίζονται σε εκτεταμένες θεωρίες σχετικά με την εμφάνιση και εκδήλωση του εγκληματικού χαρακτήρα των ατόμων, όπως επίσης και την αλληλεπίδραση μεταξύ των δυνητικών δραστών και των δυνητικών θυμάτων σε καταστάσεις που παρέχουν ευκαιρίες για εγκληματικότητα. Η διαχείριση των κοινωνικών αιτιών της εγκληματικότητας, η αυστηροποίηση των ποινών, η ενίσχυση των ταχύτατων δικαστικών διαδικασιών, η ενίσχυση της αστυνόμευσης, σε συνδυασμό με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και την κοινωνική επανένταξη αποτελούν βασικά στοιχεία για τη δημιουργία μιας ασφαλέστερης κοινωνίας.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.