Μια αναδρομη στο καλενταρι της παραδοσης: αγροτικες εργασιες, νυχτερια και προετοιμασια για τον χειμωνα
[Μπορεί ο Σεπτέμβριος να μας αποχαιρέτησε πριν από λίγες ημέρες, δίνοντας τη θέση του στον Οκτώβριο, όμως οι δύο αυτοί μήνες ήταν ανέκαθεν άρρηκτα συνδεδεμένοι με τις αγροτικές εργασίες μιας άλλης εποχής, της εποχής των παππούδων και των γιαγιάδων μας.
Τότε, τον Σεπτέμβρη, οι οικογένειες βοηθούσαν η μία την άλλη με τα «δαν’κά» στη συλλογή του τρύγου και στις ετοιμασίες για τη σπορά. Με την έλευση του Οκτώβρη, η σπορά εντατικοποιούνταν και οι άνθρωποι περίμεναν με αγωνία τη βροχή που θα τους χάριζε πλούσια σοδειά. Πλάι, όμως, στην έγνοια για την επιβίωση, τις προετοιμασίες των νοικοκυρών για τον χειμώνα και τα νυχτέρια, έβρισκαν πάντα χρόνο να στήσουν έναν χορό, έτσι, στα ξαφνικά, γιατί, όπως μας υπενθυμίζει και η δρ Κυριακή Μπουρμά, που αγαπά βαθιά τις αφηγήσεις και τον παραδοσιακό πολιτισμό: «Οι άνθρωποι ήταν φτωχοί αλλά ξέγνοιαστοι. Δεν ζητούσαν πολλά, παρά τα απαραίτητα για να ζουν καλά».
Τις αφηγήσεις και τις αναμνήσεις εκείνου του καιρού μάς μεταφέρει η κ. Μπουρμά μέσα από το παρόν κείμενό της, το οποίο προέρχεται από το «Λεύκωμα – Πολιτιστικό Ημερολόγιο 2001» του Εκπολιτιστικού Μορφωτικού Συλλόγου Ριζίων, που επανεκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2025, σε επιμέλεια κειμένων της ιδίας.
Πάμε, λοιπόν, σε ένα ταξίδι στον χρόνο, για να θυμηθούμε τι έκαναν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής τέτοια περίοδο.]
Σεπτέμβριος, μήνας παραγωγής και προετοιμασίας για σπορά
«Άλλος ένας μήνας που για μας ήταν μήνας παραγωγής. Μαζεύαμε τη σοδειά μας, όποια κι αν ήταν αυτή, για να έχουμε για τον χειμώνα και να μπορούμε να πούμε “Δόξα τω Θεώ”, ας είμαστε γεροί και φέτος για να φάμε, να πιούμε και να ξεχειμωνιάσουμε καλά…»
«… σαν έφτανε “Σταυρουδεκατέσσερις” έπρεπε να “τιναχτούν” οι καρυδιές. Η μέρα αυτή ήταν συγκεκριμένη ‒ούτε πρωτύτερα ούτε αργότερα‒ κι αυτό όχι γιατί υπήρχε κάποιο έθιμο που το απαιτούσε, αλλά γιατί έτσι ήθελαν οι “ζαμπήτδις”.[1]
Τη συγκεκριμένη μέρα “έπιαναν” τους δρόμους, και από τον κάμπο και από τα αμπέλια, για να ελέγξουν την παραγωγή, να μετρήσουν την ποσότητα σε “σνίκια”[2] και να πάρουν τον ανάλογο φόρο».
Ύστερα, ερχόταν η σειρά του τρύγου. Γέμιζαν τα αμπέλια κόσμο. Μικροί και μεγάλοι δούλευαν χαρούμενοι και αλληλοβοηθούνταν με τον γνωστό τρόπο «δαν’κά» (δανεικά), δηλαδή σήμερα σε μένα, αύριο σε σένα. Με φωνές, τραγούδια, χορούς, αστεία και πειράγματα δούλευαν και συνάμα διασκέδαζαν. Πανηγύρι σωστό.
Κι όταν η μέρα τελείωνε, τα αμάξια, φορτωμένα με σταφύλια, γύριζαν στο χωριό. Κι ήταν η σειρά να αρχίσει η διαδικασία για να γίνουν τα σταφύλια κρασί. Έπρεπε να είναι στεγνά και καθαρά από τυχόν σάπια που είχαν μείνει. Κι ύστερα, ξεκινούσε το πάτημα, κι έτρεχε άφθονος ο γλυκός μούστος… Παιδιά και μεγάλοι δοκίμαζαν με λαχτάρα, γιατί σε λίγες μέρες θα «γυρνούσε» και δεν θα είχαν την ευκαιρία να τον ξαναγευτούν.
«… κι όταν τα κρασιά ήταν έτοιμα, έρχονταν έμποροι από την Αδριανούπολη για να αγοράσουν μπρούσκο ή γλυκό κρασί από αυτούς που είχαν “πολύ” και για “πούλημα”… Ήταν ονομαστά τα κρασιά μας, γιατί αν δεν τελείωναν τα δικά μας, δεν πήγαιναν να αγοράσουν απ’ αλλού…» μας είπε ο κ. Κώστας (αφήγηση: Κώστας Χαρδαλίδης).
«… Σταυρού δεκατέσσερις κι ύστερα, σταύρωνει κι σπέρνει»
Αυτή η χαρακτηριστική φράση σηματοδοτούσε πως οι ετοιμασίες για τη σπορά έπρεπε να αρχίσουν. Από τα αλώνια ακόμα χώριζαν τη «σπορά» και τη φύλαγαν καλά, σαν τα μάτια τους, γιατί, αν δεν έσπερναν, δεν θα είχαν ψωμί να φάνε.
Την τριόριζαν,[3] τη «φαρμάκωναν», έβαζαν δηλαδή φάρμακο για να μη χαλάσει, κι ήταν έτοιμη για «σπάρσιμο», για σπορά. Στη συνέχεια, τοίμαζαν τα «γινιά», τα υνιά δηλαδή. Πήγαιναν στον σιδερά για να τα «χτυπήσει» και να τα ακονίσει καλά για να αντέχουν.
«Ενώ οι άνδρες ήταν απασχολημένοι με το όργωμα και τη σπορά, οι γυναίκες ξεκινούσαν τις δουλειές για τον χειμώνα. Ετοίμαζαν τα τουρσιά, κρεμούσαν στου “μαϊζί” τις πλέχτρες, τις πλεξούδες δηλαδή, με τα σκόρδα και τα κρεμμύδια για να μην παγώσουν, τακτοποιούσαν τους τραχανάδες, τα κουσκούσια και τους “ιφκάδις”.
Τα βράδια, τα νυχτέρια αντικαθιστούσαν τα “ντιρνέκια” κι άρχιζαν οι απαραίτητες δουλειές. Έκλωθαν μαλλί, “γλιτίριζαν”, έπλεκαν φανέλες, τσουράπια και “τιρλίκια”. Τα κορίτσια ύφαιναν στον αργαλειό, “καραμιλωτά, φιτιλίθκα, ψιφωτά, παρτσαλένια” κι άλλα πολλά σχέδια για τις προίκες τους. Οι νοικοκυρές τοίμαζαν κεράσματα για να φιλέψουν τις γειτόνισσες και τα παιδιά. Του “γκιβγκίρι” έμπαινε στη φωτιά για να χορτάσουν “πατλάκις”, ποπ κορν δηλαδή, μικροί και μεγάλοι»
Οκτώβρης, μήνας σποράς και προετοιμασιών για τον χειμώνα
Σαν ερχόταν ο Οκτώβρης, τοίμαζαν τον ζυγό, τη ζυψιά, το ντισλίκ’[4] δηλαδή, φόρτωναν στο αμάξι τον πλούχο[5] και τη σπορά. Κι όταν το αμάξι ήταν έτοιμο, «έζεφταν» βόδια, βουβάλια, αγελάδες ή άλογα (ό,τι είχε ο καθένας για ζευγάρι) και κινούσαν για να «κάνουν χωράφι», να ετοιμάσουν δηλαδή το χωράφι για σπορά.
Όργωναν, έσπερναν και έκαναν «τουρμούκ’»[6] όταν το χωράφι είχε «τιζέκις».[7] Ο κάθε νοικοκύρης, ανάλογα με τα στρέμματα χωραφιών που διέθετε, έσπερνε στάρι, κριθάρι, σίκαλη και «καπουλτζιά».[8]
Ύστερα, περίμεναν βροχή «Αϊ-Δημητρίσια», για να φυτρώσει η σπορά και παρακαλούσαν για έναν χειμώνα χωρίς πολλές παγωνιές, για να αντέξουν τα γεννήματα και να πάρουν καλή σοδειά.
Νυχτέρια
Κι ενώ οι άνδρες ήταν απασχολημένοι με το όργωμα και τη σπορά, οι γυναίκες ξεκινούσαν τις δουλειές για τον χειμώνα. Ετοίμαζαν τα τουρσιά, κρεμούσαν στου «μαϊζί»[9] τις πλέχτρες, τις πλεξούδες δηλαδή, με τα σκόρδα και τα κρεμμύδια για να μην παγώσουν, τακτοποιούσαν τους τραχανάδες, τα κουσκούσια και τους «ιφκάδις». Τα βράδια, τα νυχτέρια αντικαθιστούσαν τα «ντιρνέκια» κι άρχιζαν οι απαραίτητες δουλειές.
Έκλωθαν μαλλί, «γλιτίριζαν», έπλεκαν φανέλες, τσουράπια[10] και «τιρλίκια».
Τα κορίτσια ύφαιναν στον αργαλειό, «καραμιλωτά, φιτιλίθκα, ψιφωτά, παρτσαλένια[11]» κι άλλα πολλά σχέδια για τις προίκες τους. Οι νοικοκυρές τοίμαζαν κεράσματα για να φιλέψουν τις γειτόνισσες και τα παιδιά. Του «γκιβγκίρι»[12] έμπαινε στη φωτιά για να χορτάσουν «πατλάκις», ποπ κορν δηλαδή, μικροί και μεγάλοι.
Οι «μασίνες», οι σόμπες, έκαιγαν και το δωμάτιο μοσχομύριζε ψημένα ηλιόσπορα ή κολοκυθόσπορα που ψήνονταν στον φούρνο. Τα καλά γλυκά, όπως ριτσέλι, πελτές, ψητό κυδώνι, βραστό ή ψητό κολοκύθι, με ζάχαρη και κανέλα, έβγαιναν για κέρασμα μόνο σε ιδιαίτερες στιγμές, όπως γιορτές, μουσαφιριά, προξενιά κ.ά.
Κι όταν η παρέα στο σπίτι ήταν κεφάτη, παρατούσαν όλες το αδράχτι, το βελόνι ή τη σαΐτα και έστηναν χορό τραγουδώντας, έτσι, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Οι άνθρωποι ήταν φτωχοί αλλά ξέγνοιαστοι. Δεν ζητούσαν πολλά, παρά τα απαραίτητα για να ζουν καλά. Κι ήταν στ’ αλήθεια ευχαριστημένοι!
[1] Ζαμπίτης (Ζabit): επόπτης, επιτηρητής, κατώτερος αξιωματούχος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, υπεύθυνος για τη φοροείσπραξη. Από τον 17ο αιώνα και ύστερα, ο τίτλος δινόταν σε επιτηρητές επιφορτισμένους με την τήρηση της τάξης και είχε αστυνομικά κυρίως καθήκοντα.
[2] Σνίκια (πληθ.) (Sinik): οθωμανική μονάδα μέτρησης όγκου ίση με 9,25 λίτρα. Το 1926 καταργήθηκε.
[3] Τριορίζω= καθαρίζω με τριόρι, με το ειδικό δηλαδή μηχάνημα για καθαρισμό σπόρων από χώματα, άχυρα και γενικά ξένα σώματα.
[4] Ντισλίκ’= ξύλο που έμπαινε στη μέση του ζυγού.
[5] Πλούχος= αλέτρι-άροτρο.
[6] Τουρμούκ’= γεωργικό εργαλείο, αντίστοιχο με τον σημερινό καλλιεργητή.
[7] Τιζέκις= μεγάλα άσπαστα κομμάτια από χώμα.
[8] Καπουλτζιά= είδος κριθαριού που γινόταν «γιαρμάς», δηλαδή αλεσμένη τροφή για τα ζώα.
[9] Μαϊζί= πρόχειρη κουζίνα στο χαμηλό πίσω μέρος του σπιτιού – στον σαρκ’τμά.
[10] Τσουράπια (πληθ.)= πλεχτές μάλλινες κάλτσες.
[11] Παρτσαλένια (πληθ.)= κουρελούδες.
[12] Γκιβγκίρι= εργαλείο για προετοιμασία ποπ κορν.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

