Ανθιζουν και φετος οι αμυγδαλιες

Αρχίζουν και φέτος ν’ ανθίζουν οι αμυγδαλιές. Κάθε χρόνο τέτοιον καιρό, πριν ακόμη ζεστάνει καλά η άνοιξη, στέκονται εκεί έξω και σκορπούν το λευκορόδινο φως τους πάνω στη γη, σαν μια μικρή υπόσχεση πως η ζωή ξέρει πάντα να ξαναρχίζει.

Το πρωί άνοιξα το παράθυρο και χάρηκε η καρδιά μου. Απέναντί μου στεκόταν μια ψηλή, ολάνθιστη αμυγδαλιά. Την κοίταζα ώρα πολλή, καταγοητευμένος από την ομορφιά της. Κι εκείνη, μέσα στον μουντό ουρανό και στον ψυχρό αγέρα, έμοιαζε να ανθίζει ακόμη πιο πολύ – σαν να ήθελε να πει πως η ομορφιά δεν περιμένει πάντα τον καλό καιρό για να φανερωθεί. Και καθώς την κοιτούσα, αναρωτήθηκα: «Πώς θα μπορούσα κι εγώ να ανθίσω; Πώς θα μπορούσα κι εγώ να φορέσω αυτό το απλό, φωτεινό χαμόγελο της αμυγδαλιάς;»

Γιατί δεν είναι εύκολο να ανθίζεις στον κόσμο μας. Πώς να ανθίσεις όταν η άγρια καθημερινότητα έρχεται καταπάνω σου σαν λαίλαπα; Πώς να χαμογελάσεις όταν η ψυχή βαραίνει από εικόνες πόνου και απελπισίας; Όταν βλέπεις τη θλίψη να στέκεται δίπλα στον άνθρωπο σαν σκιά που δεν φεύγει; Νεκρά παιδιά στην Περσία, φωτιά και καταστροφή στις αραβικές χώρες, πείνα και δυστυχία στην Αφρική… επαίτες έξω από τα σούπερ μάρκετ στη χώρα μας… Τα σκέφτομαι αυτά, καιρό τώρα, και συχνά νιώθω μικρός κι ασήμαντος μπροστά σε όλα όσα συμβαίνουν. Πώς να ορθώσω ανάστημα; Πώς να υψώσω τη φωνή μου, όταν μοιάζει να μη θέλει κανείς ν’ ακούσει;

Κι όμως, κοιτάζοντας την αμυγδαλιά έξω από το παράθυρό μου, για μια στιγμή πήρα θάρρος. Σαν να μου ψιθύρισε πως το άνθισμα δεν είναι θόρυβος· είναι απλώς επιμονή. Μια σιωπηλή απόφαση να σταθείς όρθιος και να σκορπίσεις λίγη ομορφιά γύρω σου. Και τότε σκέφτηκα: «Έτσι θα ήθελα να γίνω κι εγώ. Να ψηλώσω λίγο μέσα μου και να ανθίσω. Να ομορφύνω – κι αν μπορώ, να βοηθήσω να ομορφύνει λίγο και ο κόσμος γύρω μου».

Δεν ξέρω ακόμη τον τρόπο.

Ξέρω μόνο πως, όσο κρατούσε αυτή η μικρή στιγμή θάρρους, ένιωθα σαν πουλί έτοιμο να ανοίξει τα φτερά του.

Ύστερα, η σκέψη γύρισε πάλι στην ανθρώπινη μοναξιά, γιατί καμιά φορά νομίζω πως όλοι μας, λίγο πολύ, νιώθουμε μόνοι. Σαν δέντρα που ανθίζουν χωριστά, το καθένα στο δικό του μικρό κομμάτι γης.

Κι έτσι, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι μια ευχή. Να μη φυσήξει καμιά κακοκαιρία και σκορπίσει τα άνθη της αμυγδαλιάς έξω από το παράθυρό μου. Να είμαι γερός και του χρόνου να τη δω να ανθίζει πάλι. Και μαζί μ’ εκείνη, να ανθίσει
–έστω για λίγο– και το χαμόγελο στα χείλη τα δικά μου και στα χείλη των ανθρώπων γύρω μου. Ίσως τότε να πάψουμε, έστω για μια στιγμή, να αισθανόμαστε τόσο μόνοι.

Και για να ελαφρύνει λίγο η ψυχή μου, έψαξα και βρήκα ένα παλιό τραγούδι για την ανθισμένη αμυγδαλιά, τραγουδισμένο από μια παιδική χορωδία. Καθώς το άκουγα, μου φάνηκε πως τα άνθη της αμυγδαλιάς έξω από το παράθυρο κουνήθηκαν απαλά, σαν να χαμογελούσαν κι εκείνα.

*Ο Θεόδωρος Κ. Ορδουμποζάνης είναι νομικός και συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο του το ιστορικό μυθιστόρημα «Οίκαδε…» (εκδ. Βιβλιοπωλεία Δημητριάδη, Αλεξανδρούπολη 2022).

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.