Το Χατσιάδκο το θέρος, στη Μεσσούνη του εξήντα και τα μπάνια στο Φανάρι

17.06.2020 22:50

Του Τάσου Γιοβανούδη

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Η αφήγηση είναι πραγματική, έτσι την άκουσα από την Χαρικλέ (Χαρίκλεια) πριν από πολλά χρόνια, σε παρέα, όπου διηγούμασταν ωραίες παλιές ιστορίες του χωριού.

Ο μπάρμπα Γιώργης, κλασικός καφετζής, σερβίριζε καφέδες στους Καβακλιώτες, πού καιρός για αγροτικές ενασχολήσεις;

Τα μεγάλα παιδιά απουσίαζαν, ο Γιάννης στην Χωροφυλακή και ο Νίκος στο στρατό. Έτσι τις λίγες αγροτικές δουλειές έμειναν να τις φροντίσουν ο έφηβος τότε Κώστας και η Χαρίκλεια, που δεν είχαν και πολύ όρεξη για θερισμό.

Μια Κυριακή πρωί, πρωί; Τι πρωί, κατά τις εννιά η ώρα, πήραν τα δρεπάνια και τις παλαμαριές (παουαμαρές), στον τρουβά λίγο ψωμί και μια σταμνούδα νερό, τα μικρότερα αδέλφια, ο Κώτσιος και η Χαρικλέ και πήγαν στο χωράφι τους, που είναι λίγο έξω από το χωριό, κοντά στο δρόμο για την Κομοτηνή, παραδίπλα στο βαθύ χαντάκι.

Μόλις έφθασαν, άφησαν τα υπάρχοντά τους στον παχύ ίσκιο, κάτω από το καραγάτσι,  έβαλε η Χαρικλέ την άσπρη μαντίλα στο κεφάλι, μην την κάψει ο ήλιος, πήρε το δρεπάνι, έπιασε ένα αρδήνι  και άρχισε λίγο λίγο να θερίζει.

Ο Κώτσιος δεν έλεγε να σκύψει για δουλειά. Καθόταν όρθιος και καθυστερούσε, λέγοντας και γελώντας διάφορες ιστορίες, ανεμίζοντας με το χέρι το άσπρο πεσκίρι που του έδωσε η μάνα του, να το δέσει, σαν καπέλο στο κεφάλι, όταν θερίζει.

Κάποια στιγμή ξεκίνησε και εκείνος να θερίζει, αλλά πριν συμπληρώσει ένα δεμάτι με στάχια, είδε στην άσφαλτο να περνά μια ασημή κουρσάρα, μάλλον Pontiac ήταν, στάθηκε όρθιος και τη θαύμαζε. Τότε τα αυτοκίνητα που περνούσαν από την Εθνική οδό ήταν ελάχιστα.

Αμέσως, σα να τον τσίμπησε μύγα τσε-τσέ, πέταξε κάτω τα στάχια, το δρεπάνι, την παλαμαριά και το πεσκίρι από το κεφάλι, που μόλις είχε φορέσει και φώναξε:
-Χαρικλέ, Χαρικλέ, κοίταξι τ΄νκούρσα, αυτοί δα πάν στου Φανάρ και ικεί, ιτσιά δα κουλιμπούν.

Ξάπλωσε πάνω στην καλαμιά, σα να ήταν στη θάλασσα και κουνούσε χέρια και ποδάρια λες και κολυμπούσε στα βαθιά. Η Χαρικλέ, μόνο που δεν πνιγόταν, όχι βέβαια από το νερό της θάλασσας, που ξεχείλιζε από τις βουτιές του Κώτσιου, αλλά από τα δυνατά και ασταμάτητα γέλια.

Τα ΙΧ αυτοκίνητα περνούσαν κάθε τόσο, ο Κώτσιος έδειχνε στη Χαρικλέ πώς θα κολυμπούν οι τυχεροί στη θάλασσα, μπρούμυτα και ανάσκελα, γελούσε η Χαρικλέ, το θέρος δεν προχωρούσε και το αρδήνι ήταν ακόμη στην αρχή.

Έτσι πέρασαν οι ώρες, πότε όρθιοι, με το δρεπάνι στο χέρι να κοιτάζουν προς την άσφαλτο τους τυχερούς, πότε ο Κώτσιος ξαπλωμένος στη δική του τη θάλασσα, πότε καθισμένοι στη βαθιά σκιά κάτω από το καραγάτσι, έφαγαν το προσφάι, τελείωσε το νερό της στάμνας, τί να κάνουν τώρα, να σκάσουν από τη δίψα, έβαλαν τα δρεπάνια στον ώμο, πήρε ο Κώτσιος στον άλλο ώμο τη σταμνούδα και τον αδειανό τρουβά, πέρασαν από την «τουλουμπούδα», γέμισαν την στάμνα νερό και νωρίς νωρίς, πολύ κουρασμένοι (πουσταμέν-οι), από την πολύ δουλειά, βρέθηκαν στη δροσιά του σπιτιού, να απολαύσουν το φτωχικό φαΐ της Πουστουλιάς (Αποστολίας) και το μαλακό κρεβάτι.
 
Δεν μας είπε η Χαρικλέ, τι έγινε τελικά με το θέρισμα; Πήγαν άλλη ημέρα να συνεχίσουν το θέρος, στο αρδίν που μόλις είχαν ξεκινήσει και το εγκατέλειψαν ή μήπως πήγε με την θεριστική μηχανή ο Πασχάλης του Γκαϊντατζούδ και αυτοί, οι Χατσιάδες, μάζεψαν μόνο τα δεμάτια και τα έκαναν ντουκουρτζίνια;

Αρδήν(ι): Οι θεριστές, ξεκινούσαν το θέρισμα, ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο καθένας άπλωνε τα χέρια του και με το δρεπάνι θέριζε δυο μέτρα περίπου δεξιά και άλλο τόσο αριστερά. Το χώρο αυτό που θέριζε τον λέγαμε αρδήν(ι). Όταν έφθαναν στο τέλος του χωραφιού, βοηθούσε ο ένας τον άλλο να τελειώσουν όλοι το αρδήν(ι), ξεκουράζονταν για λίγο και ξεκινούσαν καινούργιο όλοι μαζί ή έτρωγαν το μεσημεριανό τους. Θεωρούσαν ντροπή να εγκαταλείψουν στη μέση το αρδήν(ι).

Ντουκουρτζίνια: Μικρές θημωνιές από τα δεμάτια του σιταριού,  στο κέντρο της καλαμιάς, στημένες με μεγάλη τέχνη, ώστε σε περίπτωση βροχής να μη βρέχεται ο καρπός και να φορτώνονται εύκολα στο αμάξι για τη μεταφορά τους στα αλώνια.

Σημείωση: Η φωτογραφία είναι από το φωτογραφικό αρχείο της Γιάννας Δραγανίδου.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine