Άννα Παληκίδου*: «Με την αιχμηρή πένα της, η Ιφιγένεια Καραντωνίου διεισδύει στον ψυχισμό των χαρακτήρων της, τους δημιουργεί αλλά και τους αποδομεί, ταυτόχρονα, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη»

09.12.2019 15:00

«Σπασμένο Λευκό», Ιφιγένεια Καραντωνίου, εκδόσεις Υδροπλάνο, 2019

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Το σπασμένο λευκό, η ασυνέχεια του χρώματος της αθωότητας, της καθαρότητας και της διαφάνειας είναι το φόντο της ζωής της Ελισάβετ, της πρωταγωνίστριας του έργου που έχουμε στα χέρια μας. Η συγγραφέας παρουσιάζει την Ελισάβετ να ζει σε μια  αποστειρωμένη λευκή πληκτική καθημερινότητά την «καθωσπρέπει λευκότητα» της σχέσης της με τον σύζυγό της Παύλο. Ο τίτλος του βιβλίου ήδη μυεί τον αναγνώστη στην αίσθηση της αβεβαιότητας και της αλλοίωσης, στοιχεία που σε καμία περίπτωση δεν πρεσβεύει το πιο διάφανο χρώμα της παλέτας. Με την πρώτη επαφή, λοιπόν, με το πόνημα της Ιφιγένειας Καραντωνίου, ο αναγνώστης καλείται να συλλάβει την εικόνα ενός σπασμένου χρώματος, να αναλογιστεί την αφοπλιστική αντίθεση που ενέχει η σύντομη ονοματική φράση «σπασμένο λευκό». Ο τίτλος αποτυπώνεται γλαφυρά στο όμορφο εξώφυλλο και προϊδεάζει τον αναγνώστη. Η αντίθεση του τίτλου διατρέχει όλο το κείμενο χαράσσοντας μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δίπολα του κειμένου: τη ζωή και τον θάνατο, τη γυναίκα και τον άνδρα, την ειρήνη και τον πόλεμο. Δίπολα δημιουργημένα από τύχη, άγραφους κοινωνικούς κανόνες, παράδοση στον μακραίωνο κοινωνικό κομφορμισμό. Στα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου η έννοια άνθρωπος χρησιμοποιείται καταχρηστικά. Ένας τέτοιος όρος συγκαλύπτει όλες τις διακρίσεις και τις κοινωνικές συμβάσεις. Στο έργο υπάρχει κυρίως το δίπολο άντρας-γυναίκα.

Η Ελισάβετ γεννήθηκε γυναίκα, σε μία εποχή όταν το φύλο της προδιέγραφε με ακρίβεια τα δυνητικά μονοπάτια της ζωής. Κόρη του παππά-Φώτη, στα 17 της χρόνια παντρεύτηκε τον συνταγματάρχη Παύλο Αυγουστίδη. Όχι από έρωτα, όχι από ελεύθερη και συνειδητή επιλογή. Παντρεύτηκε επειδή απλά πίστευε ότι αυτό είναι το γυναικείο πεπρωμένο της: «Ο γάμος ήταν μονόδρομος και όλα τα υπόλοιπα ωχριούσαν αφού μέσα από αυτήν την επιλογή εκπληρωνόταν ο σκοπός της ύπαρξής της». Η Ελισάβετ βρέθηκε σε ένα πλούσιο σπίτι στον Πειραιά, μακριά από τους γονείς της και ό, τι της ήταν οικείο, και κλήθηκε να ξεκινήσει τη ζωή της με έναν άγνωστο άνδρα, που νόμιζε ότι είναι απόλυτη δικαιοδοσία πάνω της. Υπό το πέπλο του έννομου έγγαμου βίου και των κοινωνικών προσδοκιών, ο άνδρας της αποφάσιζε και συμπεριφερόταν αποκλειστικά και μόνο με βάση τη δική του βούληση. Μέσα σε αυτόν τον γάμο η Ελισάβετ δεν είχε δικαιώματα. Με την ανοχή της κοινωνίας, ο συνταγματάρχης κακοποιούσε ανενόχλητος τη γυναίκα του, η οποία έπρεπε μαρτυρικά να υπομένει κάθε συμπεριφορά που τον ικανοποιούσε. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η κακοποίηση δεν υφίσταται ούτε ως έννοια, τόσο ηθικά όσο και νομικά, ακόμα και όταν σε κάποιες στιγμές ο Παύλος Αυγουστίδης παρουσιαζόταν μετανιωμένος.

Η ιστορία εκτυλίσσεται Σε μία εποχή εθνικής αναταραχής. Τα σύννεφα του πολέμου μαζεύονται πάνω από την Ευρώπη, ο φασισμός κυριαρχεί ήδη σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες και στην Ελλάδα έχει εγκαθιδρυθεί η δικτατορία του Μεταξά, με τον Παύλο Αυγουστίδη να την υπηρετεί πειθήνια. Το ζοφερό πολιτικό κλίμα δεν φαίνεται να επηρεάζει την Ελισάβετ, που μοιάζει να ζει εγκλωβισμένη στο δικό της χρυσό κελί. Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η δεύτερη αντίθεση του έργου.  Από τη μία πλευρά, η Ελισάβετ είναι τυχερή. Δεν παλεύει για να ζήσει ούτε ζει με τον συνεχή φόβο του θανάτου. Σαν σε θερμοκήπιο, το σπίτι της αποτελεί άνοιξη μέσα σε έναν δεινό χειμώνα. Η δική της ζωή, όμως, υποτάσσεται στη δικτατορία του άνδρα της: «Οι ταραγμένες εποχές για το έθνος έφερναν την γαλήνη για κάποιους από τους πολίτες του. Η Ελισάβετ δεν είχε την δυνατότητα να ενημερώνεται για τις εξελίξεις μιας και δεν είχε επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Ήταν σχεδόν έγκλειστη μέσα σε εκείνο το μεγάλο σπίτι που έβλεπε από ψηλά το λιμάνι του Πειραιά. Κρυφά ευχαριστούσε τη μοίρα της που κάτι άλλο εκτός από αυτήν τραβούσε τόσο έντονα το ενδιαφέρον του Παύλου».

Μέσα σε αυτά τα διλλήματα ο αναγνώστης προκαλείται να τοποθετηθεί. Είναι όντως τυχερή η Ελισάβετ; Μήπως είναι αχάριστη; Μήπως ο εγκλεισμός την έκανε να αγνοεί τα «πραγματικά προβλήματα» που αντιμετωπίζουν οι άλλοι άνθρωποι; Ή, από την άλλη, ο καθένας δικαιούται να βιώνει την προσωπική του δυστυχία και να επιδιώκει να την αντιμετωπίσει ως κάτι υπέρμετρα σημαντικό; Η αλήθεια δεν είναι μία. Ο αναγνώστης δύναται να ακολουθήσει το δικό του ερμηνευτικό μονοπάτι και να ζωγραφίσει το λογοτεχνικό προφίλ της πρωταγωνίστριας με βάση τη δική του πρόσληψη. Το βέβαιο όμως είναι πως καμιά ιστορική πραγματικότητα δεν μπορεί να εξασθενίσει και να διαγράψει το προσωπικό δράμα κάθε ανθρώπου. Γι αυτό, άλλωστε, και η Ελισάβετ συνεχίζει να αναλογίζεται τον δικό της ασφυκτικό μικρόκοσμο, αποπειράται να ανηφορίσει τον προσωπικό της απέρατο Γολγοθά, με μοναδική λύτρωση στον νου της τον θάνατό της. Το σπασμένο λευκό σπίτι της διαγράφει τα όρια της ζωής της: τέσσερις τοίχοι, πολυτελή έπιπλα, μοναξιά και σιωπή. Ακόμη και απών ο Παύλος επιβάλλει την αίσθηση του χώρου της: τα πρωινά ηχεί η ανακουφιστική απουσία του, τα βράδια μετατρέπει την Ελισάβετ σε «σάκο του μποξ». Της προκαλεί το άγχος της προσμονής του, διαμορφώνει κάθε λεπτό της καθημερινότητάς της.

Από την άλλη πλευρά και ο Παύλος Αυγουστίδης κάθε άλλο παρά μονοδιάστατος χαρακτήρας είναι. Το τρίτο δίπολο ανιχνεύεται στο εσωτερικό του μυαλού του. Και ο ίδιος ισορροπεί ανάμεσα, από τη μια, στην υποτίμηση και τον σωφρονισμού της γυναίκας του, από την άλλη στην αγάπη και υπερπροστατευτικότητα που πιάνει κρυφά τον εαυτό του να τρέφει για αυτήν. Αυτή του η αμφιταλάντευση κάνει πιο περίπλοκη τη σχέση του με την Ελισάβετ. Αφενός, ο ίδιος διχάζεται ανάμεσα στην ανάγκη του να θέσει αυστηρά όρια και να της επιβληθεί, και στις τύψεις που επέρχονται μετά από κάθε βίαιη αντίδρασή του, αφετέρου Η Ελισάβετ δεν μπορεί να παγιώσει τη στάση της και τα συναισθήματά της απέναντι στον άνδρα της. Αποζητά την τρυφερή του πλευρά, παραδέχεται πως αν δεν την καταπίεζε και δεν την κακοποιούσε, θα ήταν ένας άνδρας ερωτεύσιμος. Τρέμει, παράλληλα, την κτηνώδη φύση του, την ανάγκη του να καταστέλλει κάθε συμπεριφορά και αντίδραση που παραβιάζει τους κανόνες του. Όπως και στη δουλειά του, έτσι και στην προσωπική του ζωή, απεχθάνεται την αποστασία, την αντίσταση. Η σχέση τους είναι έρμαιο της διάθεση του Αυγουστίδη, στην τάση του να επικυρώνει την κυριαρχία του και να θρέφει τον εγωισμό του. Η Ελισάβετ, ανήμπορη να αποφασίσει ποια είναι η ιδανική έκβαση των πραγμάτων, νιώθει ευτυχισμένη κάθε φορά που ο άνδρας της φέρεται με αγάπη και ευγένεια: «Ίσως να μην ήταν τόσο τραγικό λάθος ο γάμος της με τον Αυγουστίδη. Μπορεί παρασυρμένη από το νεαρό της ηλικίας της να βιάστηκε να τον κατηγορήσει. Ο χρόνος θα λάξευε τις διαφορές και θα μίκραινε τις αποστάσεις. Εξάλλου όταν κούνησε καταφατικά το κεφάλι στον παππά-Φώτη που την ρώτησε εάν θέλει αυτόν τον γάμο ήταν απόλυτα σίγουρη για την επιλογή της. Δεν μπορούσε να κυνηγήσει τα όνειρα της. Θα ήταν πάντα υπόλογη πιθανόν αποτυχημένη και ίσως δακτυλοδεικτούμενη. Όσες γυναίκες είχαν τολμήσει να διεκδικήσουν μια καλύτερη τύχη και να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους ήταν χαρακτηρισμένες οι περισσότερες στα χωριά ως παστρικές».

Όταν η Ελισάβετ μένει έγκυος, προκύπτει μία ακόμη αντίθεση, αυτή της ζωής και του θανάτου. Καθώς εκπληρώνει τον βασικό της σκοπό σε αυτόν τον κόσμο, που δεν είναι άλλως από την τεκνοποίηση, κατά την άποψη του άντρα της, ταυτόχρονα περιορίζεται ακόμα περισσότερο στο σωματικά και ψυχολογικά. Ενώ το παιδί που περιμένει εξωραΐζει ακόμα περισσότερο την εικόνα του Παύλου στην κοινωνία, για την ίδια «Το παιδί που κουβαλούσε έγινε θηλιά στο λαιμό της».  Η νέα ζωή γίνεται ο θάνατος της όποιας ελευθερίας βούλησης μπορούσε να ελπίζει πως είχε καταφέρει να διατηρήσει η Ελισάβετ. Αλλά, όπως είναι «φυσικό», έπρεπε να κάνει το καθήκον της ως γυναίκα: «Στο κάτω κάτω αυτός ήταν ο ρόλος της από την φύση. Η αιτία που δικαιολογούσε την δημιουργία της. Έπρεπε να είναι εκεί όπως ο ίδιος επιθυμούσε, πρόθυμη και υπάκουη να ικανοποιεί τις ορέξεις του. Η παραμόρφωση στο σώμα της από την εγκυμοσύνη ήταν ακόμη μια απόδειξη της δικής του εξουσίας. Αυτός ήταν ο υπαίτιος όλων αυτών των αλλαγών. Αυτός είχε την ευθύνη για όλα όσα συνέβαιναν στο κορμί της, εκείνη ήταν απλά το μέσον. Το υλικό που χρειαζόταν ο Αυγουστίδης για να ολοκληρώσει το έργο του».

Με την αιχμηρή πένα της, η Ιφιγένεια Καραντωνίου διεισδύει στον ψυχισμό των χαρακτήρων της, τους δημιουργεί αλλά και τους αποδομεί, ταυτόχρονα, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Με ένα ύφος άμεσο, απαλλαγμένο από επιτηδεύσεις και βερμπαλισμούς, απευθύνει ξεκάθαρα το μήνυμά της στον αποδέκτη, χωρίς να αποτρέπει προσωπικές αναγνώσεις. Τα ποιητικά στοιχεία που προσδίδει στις περιγραφές της, δεν αποπροσανατολίζουν τον αναγνώστη, αντιθέτως οικοδομούν σταδιακά την απόγνωση, την απελπισία, τη δυστυχία, την ελπίδα που τραγικά πεθαίνει και ανασταίνεται διαρκώς στην ψυχή της ηρωίδας της. Με αυτήν τη σκέψη, η πρωταγωνίστρια Ελισάβετ κοιμάται και ξυπνά κάθε πρωί, ενώ εμείς, ανήμποροι να παρέμβουμε και να τη βοηθήσουμε, παρασυρόμαστε από τη χειμαρρώδη ροή του κειμένου, έως τη τελευταία του σελίδα.  
 
 

* Το κείμενο είναι η ομιλία της Άννας Παληκίδου στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου με τίτλο «Σπασμένο Λευκό», της Ιφιγένειας Καραντωνίου, που έγινε στο Καφέ «Κυκλικόν» στη Χρυσούπολη, την Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019.
 

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine