Λευτερης Σουκουλδανος, «Για μενα, Ιστορια δεν ειναι μονο αυτη που διαβαζουμε στο σχολειο, στις επισημες εκδοχες. Ιστορια ειναι και το πως τη βιωσε ο απλος κοσμος της υπαιθρου»
Μια συνομιλία με τον Εβρίτη συγγραφέα, με αφορμή το βιβλίο του «Το νυχτέρι»
Πώς μπορεί μια ολονύχτια αγρυπνία γυναικών να μετατραπεί σε μυσταγωγικό πέρασμα στον πλούτο της θρακιώτικης παράδοσης; Την απάντηση δίνει η φρέσκια και νεανική ματιά του Λευτέρη Σουκουλδάνου, μέσα από τη συλλογή διηγημάτων του «Το νυχτέρι», που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Πηγή και είναι αφιερωμένη στη δική του Ρηνιώ, η οποία είμαστε σίγουροι πως θα καμάρωνε για το αποτύπωμά του.
Αν και ο κ. Σουκουλδάνος εργάστηκε ως νοσηλευτής στο Ηνωμένο Βασίλειο και στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, τα τελευταία χρόνια έχει αφοσιωθεί συστηματικά στη συγγραφή και την επιμέλεια κειμένων. Έχει διακριθεί δε σε διάφορους διαγωνισμούς (Magic Pen 2024) και έχει κερδίσει το πρώτο βραβείο στον 2ο πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος των εκδόσεων Bookstagram.
Στον πυρήνα του νέου του έργου βρίσκεται η επιστροφή στις ρίζες: με τα επτά διηγήματα της συλλογής να συμπλέκονται αρμονικά γύρω από το νήμα της αγρύπνιας, ο συγγραφέας ανασύρει θρακιώτικα «μασάλια», έθιμα, γλωσσικά ιδιώματα, τραύματα αλλά και τη δύναμη των ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου.
Με αφορμή αυτήν τη λογοτεχνική κατάθεση, συνομιλούμε με τον κ. Σουκουλδάνο για τη γενεσιουργό ιδέα του βιβλίου, για τις περιθωριοποιημένες ηρωίδες που διεκδίκησαν την ελευθερία τους μέσα σε μια περίκλειστη κοινωνία, για την καταφυγή στο «μαγικό», για τη γοητεία της θρακιώτικης ντοπιολαλιάς, αλλά και για το στοίχημα της συλλογικής μνήμης απέναντι στα κύματα της λήθης.
Ο λόγος στον κ. Σουκουλδάνο, λοιπόν…
Λευτέρης Σουκουλδάνος, «Στα διηγήματα του “Νυχτεριού”, ηρωίδες είναι γυναίκες καταπιεσμένες, με αποκλίνουσα συμπεριφορά και περιθωριοποιημένες σε μια κοινωνία που τις ήθελε πάντα μέσα στο σπίτι»
ΠτΘ: Μια ολονύχτια αγρυπνία γίνεται η αφορμή για ένα νυχτέρι, όπου γυναίκες του χωριού ξεκινούν αφηγήσεις που εστιάζουν, στην πλειονότητά τους, πάλι σε γυναίκες, τις ίδιες ή οικείες τους. Σε μια εποχή που η θέση τους περιοριζόταν στα του οίκου, στις αφηγήσεις συναντάμε και μορφές θαρραλέες, δυναμικές και τολμηρές. Γυναίκες που αρκετές φορές αναπτύσσουν και μια άτυπη, «λανθάνουσα» εξουσία. Πώς επιλέξατε να δώσετε τον πρώτο λόγο σε γυναικείες ηρωίδες;
Λ.Σ.: Η αρχική ιδέα για το σκηνικό της πλοκής του βιβλίου ήταν ο θάνατος της γιαγιάς μου. Έτσι, συνδύασα το νυχτέρι ως παλαιότερη συνήθεια κοινωνικοποίησης με το ξενύχτισμα του νεκρού. Και στις δύο περιπτώσεις, μιλάμε για δραστηριότητες γυναικών, όπου πρώτο ρόλο είχαν οι αφηγήσεις ιστοριών. Και πράγματι, μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα πως τα περισσότερα παραμύθια, τα περισσότερα μασάλια (για να μιλήσω και θρακιώτικα) και τις περισσότερες αφηγήσεις σχετικά με την ιστορία της οικογένειας ή του τόπου τις έμαθα από γυναικείες φιγούρες στον περίγυρό μου. Και ποιος θα μπορούσε, άλλωστε, να πει πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες από τους καταπιεσμένους, τους περιθωριοποιημένους, τους αποκλίνοντες; Στα διηγήματα του «Νυχτεριού», ηρωίδες είναι τέτοιες γυναίκες: καταπιεσμένες, με αποκλίνουσα συμπεριφορά και για διάφορους λόγους περιθωριοποιημένες σε μια κοινωνία που τις ήθελε πάντα μέσα στο σπίτι. Συχνά λοιπόν, τις βλέπουμε να σπάνε αυτά τα μοτίβα και να κυκλοφορούν ελεύθερες στη φύση, να θίγουν θέματα απαγορευμένα και εν τέλει να δημιουργούν ένα ολόκληρο δίκτυο δράσης κάτω από τη μύτη αυτών που νομίζουν ότι ελέγχουν την κοινότητα. Δεν είναι τυχαίο που οι ηρωίδες στο δεύτερο διήγημα, προκειμένου να σπάσουν τα ξόρκια της Βλάχας «μάγισσας», καταφεύγουν για βοήθεια, όχι στον (άντρα) παπά του χωριού, αλλά σε μια άλλη (γυναίκα) μάγισσα.
ΠτΘ: Εκτός από τις δυναμικές παρουσίες, συγκλονίζουν και οι πιο ευάλωτες. Στην ιστορία της Βαλάντως-Λαμπρινής, ο θρήνος της Παναγίας παραβάλλεται με τη σιωπή μιας μητέρας, ενώ η τοπική κοινωνία καταναλώνει φήμες, σωπαίνει και υποθέτει. Πόσο εύκολα μπορεί κανείς στην επαρχία να εγκλωβιστεί σε τέτοιες παρανοήσεις και να γίνει έρμαιο των συλλογικών αφηγήσεων;
Λ.Σ.: Μέσα από το «Νυχτέρι», ήθελα να δείξω πρωτίστως την αγάπη μου για την ύπαιθρο, όμως θα ήταν ψέμα αν περιέγραφα μονάχα τη ρομαντική και εξιδανικευμένη εκδοχή της. Ήθελα, επίσης, να αγγίξω και διάφορα κοινωνικά ζητήματα, αφού η ελληνική ύπαιθρος κρύβει (όχι και τόσο καλά) φοβερές παθογένειες. Μία από αυτές, ίσως και η χειρότερη, είναι η κοινωνική αποσιώπηση. Δεν είναι τρομερό το πόσο κοντά ζούνε οι άνθρωποι στα χωριά, αλλά ταυτόχρονα και πόσο απομακρυσμένοι είναι ο ένας από τον άλλον; Και πόσο διατεθειμένοι να κοιτάξουν από την άλλη, προκειμένου να μην μπλέξουν ή να μη χάσουν τη βολή τους; Δεν πιστεύω τόσο πως η πλειονότητα των ανθρώπων γίνεται ακούσια έρμαιο των συλλογικών αφηγήσεων∙ πολλές φορές, έστω και ασυνείδητα, επιλέγουν να το κάνουν.
ΠτΘ: Μέσα από τη σκιαγράφηση των ηρώων γίνεται σαφές ότι οι δεισιδαιμονίες, οι προλήψεις και τα μάγια ήταν βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις με τις οποίες ερμήνευαν την τύχη, τα καιρικά φαινόμενα, τη γονιμότητα και τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Πόσο καθοριστικές ήταν οι λαογραφικές καταγραφές στο να πλάσετε αυτό το αφηγηματικό υπόβαθρο; Και ως πολίτης της σήμερον, πώς αντιμετωπίζετε, και κατανοείτε, την καταφυγή στο μαγικό; Μυθική σκέψη επιβίωσης;
Λ.Σ.: Επί προσωπικού, η καταφυγή στο μαγικό είναι σίγουρα μια μυθική σκέψη επιβίωσης! Ως άνθρωποι γενικότερα όμως έχουμε μια έμφυτη και σχεδόν απελπισμένη ανάγκη να πιστέψουμε κάπου, ώστε να μπορούμε να εξηγήσουμε κάθε τι που δεν μας φαίνεται λογικό. Μέσα από την έρευνα, τόσο στη βιβλιογραφία όσο και στις προφορικές αφηγήσεις, κατάλαβα πόσο βαθιά ριζωμένη είναι η πίστη στο μαγικό/φανταστικό, ακόμη και σε θρησκευόμενους ανθρώπους του σήμερα. Και πώς να μην είναι, άλλωστε, όταν τα ήθη και τα έθιμα, οι γιορτές και οι αργίες τους βασίστηκαν κατά κύριο λόγο σε παγανιστικές δοξασίες του παρελθόντος; Κάπως έτσι, αναδύθηκε ως βασική, θα έλεγα, θεματική του βιβλίου η πίστη ή μη στο υπερφυσικό. Για αυτό και στο τέλος του βιβλίου αφήνω εσκεμμένα ανοιχτό το ερώτημα αν η ηρωίδα πέθανε τελικά από φυσικά αίτια ή συνέβη κάτι πιο ύποπτο και υπερφυσικό.
«Με γοήτευαν από παιδί οι διαφορετικές ιστορίες των “παλαιότερων”»
ΠτΘ: Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στον βόρειο Έβρο. Πώς βιώσατε εσείς ο ίδιος αυτές τις «μεταγγίσεις» ιστοριών και παραδόσεων από τις παλαιότερες γενιές; Επίσης, ζήσατε και στο εξωτερικό. Ήταν εύκολη η επιλογή της επιστροφής στην πατρίδα; Και όχι μόνον στην πατρίδα αλλά και σ’ ένα πολιτισμικό της υπόστρωμα καθόλου «δυτικό»…
Λ.Σ.: Το περιβάλλον που μεγάλωσα ήταν καθαρά χωριάτικο και βαλκανικό, και οι επιρροές από τη γειτονική επαρχιακή Βουλγαρία και Τουρκία καθημερινές. Ο βόρειος Έβρος συγκεντρώνει πληθυσμούς από διάφορα μέρη της ευρύτερης περιοχής της Θράκης, πριν αυτή χωριστεί από τα σημερινά σύνορα (Ανατολικορωμυλιώτες, Γκαγκαβούζηδες κ.ά.). Καθένας από αυτούς έχει φέρει από τη γενέτειρά του και κάτι ξεχωριστό κι εμένα με γοήτευαν από παιδί οι διαφορετικές ιστορίες των «παλαιότερων», αυτές που μέσα τους είχαν ίσως και μια δόση αλήθειας, τουλάχιστον για τα δικά τους πιστεύω. Όσο για το εξωτερικό, αν δεν είχα φύγει μακριά από τον τόπο μου, ίσως και να μην είχα εκτιμήσει ποτέ τη λαογραφία του, καθώς βρίσκω αυτό το καθόλου δυτικό υπόστρωμα άκρως ενδιαφέρον και σαγηνευτικό.
ΠτΘ: Μέσα από τις διηγήσεις των γυναικών, βλέπουμε πως οι ίδιες βιώνουν μεγάλα ιστορικά γεγονότα, όπως τους Παγκόσμιους Πολέμους, τις Βουλγαρικές Κατοχές, το «Μαύρο Πάσχα», κ.ά., χωρίς πάντα να συνειδητοποιούν τη «μεγάλη Ιστορία». Από τις συνομιλίες σας με ανθρώπους της περιοχής, ή και απογόνους τους, θεωρείτε πως ακόμα και σήμερα υπάρχει αυτή η ιδιαίτερη πρόσληψη των ιστορικών γεγονότων; Αντιλαμβάνονται δηλαδή όσα βίωσαν ως αμετάκλητο πεπρωμένο, ανθρώπινη δυσπραγία, κακή τύχη;
Λ.Σ.: Για μένα, Ιστορία δεν είναι μόνο αυτή που διαβάζουμε στο σχολείο, στις επίσημες εκδοχές και στα, πολλές φορές, βαρετά βιβλία. Ιστορία είναι και το πώς τη βίωσε ο απλός κόσμος της υπαίθρου. Δυστυχώς, ελάχιστοι επιβιώνουν από τη γενιά που πρόλαβε τα «μεγάλα γεγονότα» και, όσο ζούσαν, ήμουν αρκετά μικρός για να μπω στη διαδικασία να τους ρωτήσω. Αυτοί που κατάφερα να πάρω συνέντευξη είναι οι απόγονοι της γενιάς εκείνης, οπότε η άποψή τους είναι διαμορφωμένη από αυτά που άκουγαν ως παιδιά σε συνδυασμό με την πλύση εγκεφάλου που υφίστανται καθημερινά από διάφορες αμφιλεγόμενης αξιοπιστίας ομάδες στα social media. Και είναι φυσικά ευρέως διαδεδομένο πως, ειδικά στα σύνορα, υπεύθυνος για όλα τα δεινά του κόσμου είναι πάντα κάθε τι ξένο.
ΠτΘ: Ιδιαίτερα συγκινητικό είναι το αφήγημά σας για τη δημιουργία της Νέας Ορεστιάδας. Πώς πιστεύετε ότι ο γενέθλιος τόπος χαράσσει και καθορίζει τελικά τη ματιά ενός συγγραφέα;
Λ.Σ.: Όσον αφορά τη συγγραφή, πειραματίστηκα αρκετά μέχρι να βρω τελικά τη «φωνή» μου, κι αυτή επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη γλώσσα που άκουγα ως παιδί. Ήθελα οπωσδήποτε να εντάξω στο «Νυχτέρι» ένα διήγημα σαν φόρο τιμής για τη δημιουργία της Νέας Ορεστιάδας, αν και για μένα γενέθλιος τόπος ήταν και θα είναι πάντα το χωριό στο οποίο μεγάλωσα.
ΠτΘ: Η ντοπιολαλιά της Θράκης κερδίζει αμέσως τον αναγνώστη με την αυθεντικότητά της, δίνοντας έναν ιδιαίτερο ρυθμό στη ροή του λόγου. Πώς διαχειριστήκατε την ισορροπία ανάμεσα στη γλωσσική πιστότητα του ιδιώματος και την πρόσληψή του από έναν αναγνώστη που δεν είναι εξοικειωμένος με αυτό;
Λ.Σ.: Αρχικά, προσπάθησα να δημιουργήσω χαρακτήρες που, όπως και οι πληθυσμοί της Θράκης, προέρχονται από ποικίλα μέρη της και να διαφοροποιήσω τον τρόπο με τον οποίο μιλάνε∙ είναι γνωστό ότι μέχρι και χωριό από χωριό στον Έβρο χρησιμοποιεί διαφορετικές λέξεις και προφορά. Επίσης, ενώ στην αρχή είχα αφήσει αυτούσιο το κείμενο, αποφάσισα τελικά να βάλω υποσημειώσεις με αστερίσκους, ώστε να μην ξενίσει τους αναγνώστες. Ναι μεν πρωτίστως έγραψα για τους συντοπίτες μου, αλλά σκοπός μου ήταν να γνωστοποιήσω τις παραδόσεις, τα δρώμενα και τη γλώσσα της Θράκης σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με αυτή.
ΠτΘ: Και σε συνέχεια αυτού, ως αναγνώστης λογοτεχνίας τώρα, αλλά και ως συγγραφέας, πώς αξιολογείται τη συχνή σχεδόν χρήση ιδιωμάτων και διαλέκτων στη λογοτεχνία; «Νεοηθογραφισμός» κόντρα στην εξαφάνιση και τον θάνατο της ντοπιολαλιάς από την παγκοσμιοποιημένη γλώσσα; Και πώς το προσλαμβάνουν οι Θράκες αλλά και όσοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή μέσω του έργου σας με αυτό;
Λ.Σ.: Είναι ξεκάθαρο πως τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί ένα κύμα επιστροφής στις ρίζες μας∙ από τη μουσική και την ανάμιξη στοιχείων μοντέρνας με την παραδοσιακή, μέχρι τα εκατοντάδες πια πανηγύρια και φυσικά τη λογοτεχνία. Ενδεικτικά αναφέρω το «Γκιακ»του Παπαμάρκου που αναδεικνύει την αρβανίτικη διάλεκτο, το «Μόνο το αρνί» της Πέτσα, το «Λυκοχαβιά και άλλες ιστορίες» του Μπαρμπάτση και πολλά άλλα. Βλέπουμε πως υπάρχει τεράστια εκπροσώπηση της ντοπιολαλιάς, κυρίως από τη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα, όμως υπάρχουν και βιβλία από Ήπειρο, Κρήτη, Σέρρες. Και σκέφτηκα γιατί να μην κάνω κι εγώ το ίδιο σχετικά με τη Θράκη; Στην αρχή δίσταζα να «εκτεθώ», αλλά μετά αποφάσισα πως αυτό ακριβώς ήθελα να κάνω. Κι ευτυχώς δικαιώθηκα∙ οι περισσότεροι αναγνώστες μού λένε πως η ντοπιολαλιά είναι αυτή που κάνει το «Νυχτέρι» να ξεχωρίζει και εξάλλου, όπως είχα αναφέρει και κατά την επιμέλειά του, οι χαρακτήρες του έτσι ξέρουν να μιλάνε.
ΠτΘ: Στις ευχαριστίες του βιβλίου ανοίγετε ένα παράθυρο στο συγγραφικό σας εργαστήρι, μνημονεύοντας ψηφιοποιημένα λαογραφικά περιοδικά, ιστοσελίδες και εκδόσεις. Πώς λειτούργησε αυτή η έρευνα;
Λ.Σ.: Μελετώ το ψηφιακό αρχείο του Εργαστηρίου Λαογραφίας του ΔΠΘ εδώ και χρόνια και, μαζί με άλλες ερευνητικές πηγές, αποτελεί τον πυρήνα της έμπνευσης σχεδόν ολόκληρου του συγγραφικού μου έργου. Σκοπός μου είναι η δημιουργία ενός ενιαίου λογοτεχνικού σύμπαντος, μέσα στο οποίο ανήκει και το «Νυχτέρι». Όσον αφορά τώρα το ίδιο το βιβλίο, το έναυσμα ήταν το διήγημα «Πυραμίδα Ε401/Ε.Φ. 40» που έγραψα για τον 2ο λογοτεχνικό διαγωνισμό των εκδόσεων Bookstagram (τον οποίο και τελικά κέρδισα). Το συγκεκριμένο διήγημα δεν συμπεριλαμβάνεται στο «Νυχτέρι», αλλά ήταν η πρώτη φορά που εκτέθηκα, αν θέλετε, ως συγγραφέας θρακιώτικης ντοπιολαλιάς και εν τέλει επιβραβεύτηκα για αυτό. Έτσι, μου ήρθε η ιδέα να γράψω το «Νυχτέρι» ως μια συλλογή διηγημάτων που να επικεντρώνεται αποκλειστικά στο φολκλόρ της εποχής της άνοιξης.
ΠτΘ: Στην ξένη λογοτεχνία συναντάμε τον όρο “Folk Horror”. Θεωρείτε ότι η ελληνική επαρχία και η θρακική παράδοση προσφέρουν το δικό τους ξεχωριστό υλικό γι’ αυτό το είδος;
Λ.Σ.: Ερευνώντας, συνειδητοποίησα πόσο πλούσια σε υλικό (μύθους, δρώμενα, κλπ.) είναι η ελληνική λαογραφία και ειδικά η θρακική. Ας μην ξεχνάμε τα Ορφικά και τα Καβείρια μυστήρια, τη λατρεία της Εκάτης και άλλων χθόνιων θεοτήτων, την πυρολατρεία κ.ά. Πάμπολλες θρησκευτικές πρακτικές που τελούνταν από τα αρχαία θρακικά φύλα και που οι καταβολές τους φτάνουν μέχρι και σήμερα (π.χ. Αναστενάρια). Και φυσικά, μέσα σε όλα αυτά, συνάντησα και διάφορα υπερφυσικά πλάσματα (δράκους, γίγαντες, βρικόλακες, φαντάσματα) που ανήκουν κατά κύριο λόγο στο είδος του horror. Οπότε ναι, η ελληνική επαρχία μπορεί να γίνει πολύ τρομακτική!
«Η λογοτεχνία ήταν και είναι ένας τρόπος να γνωρίσουμε τις ρίζες μας»
ΠτΘ: «Το Νυχτέρι δε θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε ο θάνατος», σημειώνετε καταληκτικά στο βιβλίο. Καθώς οι παλαιότερες γενιές «φεύγουν» και το νήμα με την προφορική παράδοση διαρρηγνύεται, πώς πιστεύετε ότι μπορούν να διασωθούν αυτές οι ιστορίες; Είναι η λογοτεχνία ένας τέτοιος τρόπος, έστω και φαντασιακός; Μπορούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να παίξουν κάποιον ρόλο;
Λ.Σ.: Μεγαλώνοντας, έχω το εξής άγχος: καθώς οι παλαιότερες γενιές μάς αφήνουν, πώς θα συνεχίσουν να γνωστοποιούνται οι παραδόσεις μας; Πώς θα μαθαίνουν οι νέες γενιές για τη γενεαλογία τους, από πού προέρχονται, ποιοι ήταν οι πρόγονοί τους; Γιατί κάνουμε τα έθιμα που κάνουμε; Αυτές ήταν και οι ερωτήσεις που ήθελα να απαντήσω στο «Νυχτέρι»∙ πέρα από τη λαογραφική έρευνα, έκανα και προσωπική. Με αφηγήσεις από ανθρώπους της οικογένειας που έχουν απομείνει, κατάφερα να φτιάξω το γενεαλογικό μου δέντρο μέχρι και 4 γενιές πίσω. Οπότε για μένα η λογοτεχνία ήταν και είναι ένας τρόπος να γνωρίσουμε τις ρίζες μας∙ ευτυχώς, ανήκω στη γενιά που πρόλαβε να μεγαλώσει με βιβλία κι όχι με ίντερνετ. Για αυτό και δεν είμαι τόσο fan των social media, όσον αφορά τη συνέχιση της ιστορίας μας∙ νιώθω πως δίνουν μόνο μια επιφανειακή εικόνα των πραγμάτων. Δεν με ενδιαφέρει να πάω απλώς σε ένα δρώμενο, με ενδιαφέρει να μάθω για ποιον λόγο γίνεται το δρώμενο. Σίγουρα όμως μπορούν να αποτελέσουν το έναυσμα για μια πιο εκτεταμένη και επιστημονική, αν θέλετε, έρευνα.
ΠτΘ: Όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό σας, το «Νυχτέρι» είναι η πρώτη από τις τρεις συλλογές με στοιχεία θρακικής λαογραφικής φαντασίας. Τι να περιμένουμε στη συνέχεια και προς ποια κατεύθυνση σκέφτεστε να κινηθείτε;
Λ.Σ.: Όπως ανέφερα και παραπάνω, το «Νυχτέρι» είναι μια συλλογή διηγημάτων ανοιξιάτικου φολκλόρ. Δεν είναι όμως η πρώτη που έγραψα ούτε και η τελευταία. Υπάρχουν άλλες δύο (προς το παρόν)∙ η μία επικεντρώνεται σε λαϊκές παραδόσεις του χειμώνα και η άλλη του καλοκαιριού-φθινοπώρου. Η σκέψη είναι αυτές οι τρεις συλλογές να αποτελούν κάτι σαν ετήσιο ημερολόγιο, μέσα από το οποίο ο αναγνώστης θα μαθαίνει για τη θρακική λαογραφία. Θα διαβάζει ιστορίες με πλοκή και χαρακτήρες αντί για μια βαρετή και στεγνή καταγραφή από ήθη κι έθιμα. Και εν τέλει, ίσως και να επιστρέφει σε αυτές κάθε εποχή του χρόνου ώστε να παίρνει μια γεύση από τον φανταστικό κόσμο της Θράκης.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
