Η Λησμονημενη
[Ο Πασχάλης Κατσίκας, βιβλιοθηκονόμος του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, έχει καταφέρει να συνδέσει το όνομά του με την τέχνη του λόγου και την ιδιαίτερη ικανότητά του να «κολυμπά» με μαεστρία στα κύματα των λέξεων. Δεινός «κολυμβητής», έχει ξεχωρίσει για τη δεξιοτεχνία του στη δημιουργία ποιημάτων υψηλής αισθητικής. Ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στην εφημερίδα μας, ενώ ορισμένα έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά, τα ιταλικά, τα γερμανικά, τα αλβανικά και τα αγγλικά.
Στο ενεργητικό του καταγράφονται οι ποιητικές συλλογές «Τεταρτημόρια» (Παρατηρητής της Θράκης, 2019), «Ρετάλια» (Γράφημα, 2020), «Το κοιμώμενο τσίρκο» (Εξιτήριον, 2021), «Τα κόκκινα πουλιά» (Δρόμων, 2022) και «Νήσος Κίρκη» (Δρόμων, 2024). Παράλληλα, η ποιητική του πυξίδα ταξίδεψε εκτός συνόρων με την ισπανική ανθολογία «Σπίρτα στο σκοτάδι» (“Cerillas en la oscuridad”, Padilla Libros, Σεβίλλη 2025), σε μετάφραση του José Antonio Moreno Jurado.
Όμως, η τέχνη της ποίησης δεν εξαντλεί την εκφραστική του αναζήτηση. Ο Πασχάλης Κατσίκας επιδεικνύει το ταλέντο του και στον πεζό λόγο, υπογράφοντας διηγήματα που ξεχωρίζουν για την αφηγηματική τους ζωντάνια. Με μια τέτοια ιστορία επιστρέφει τώρα, επιλέγοντας να μας συστήσει μια ιδιαίτερη ηρωίδα, τη γριά Συμέλα, τη Λησμονημένη. Μέσα από την προσφυγική της καταγωγή και τη σημερινή της παρουσία-απουσία, ξεδιπλώνονται τα παιχνίδια της μνήμης και της λησμονιάς, παρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι στα έγκατα μιας πονεμένης ανθρώπινης ψυχής.]
Η Ελένη έμενε με τη γιαγιά της τρία τετράγωνα πιο πάνω από το δικό μας, σ’ ένα προσφυγικό ισόγειο που έβλεπε στην πλατεία του Κυριάκου. Η αυλή τους ήταν τόσο στενή, που, αν άνοιγες τα χέρια, άγγιζες από τη μια τον τοίχο κι από την άλλη το σκουριασμένο συρματόπλεγμα. Κι όμως, η γριά Συμέλα είχε στριμώξει εκεί μέσα δυο τριανταφυλλιές, μια κληματαριά, βασιλικό σε τενεκέδες από φέτα και ένα κοτέτσι που μύριζε ως τη γωνία.
Την Ελένη τη θυμάμαι πάντα στην πόρτα. Ποτέ να φεύγει, πάντα να γυρίζει. Άλλοτε με μια σακούλα ψώνια στο χέρι, άλλοτε με τα φάρμακα της γιαγιάς, άλλοτε λαχανιασμένη να τη γυρεύει από στενό σε στενό. Η Συμέλα, μόλις άρχισε να σαλεύει ο νους της, ξέφευγε από το σπίτι και τριγυρνούσε στη γειτονιά. Μια μέρα την έβρισκαν έξω από τον φούρνο να περιμένει τον άντρα της, που είχε πεθάνει πριν από τριάντα χρόνια. Την άλλη χτυπούσε τις πόρτες και ρωτούσε πού είχε αφήσει το μωρό της.
Μόνο που η Ελένη είχε περάσει τα σαράντα.
Οι γονείς της είχαν φύγει μετανάστες στη Γερμανία λίγο μετά τη γέννησή της και την άφησαν στη γιαγιά, ώσπου να σταθούν στα πόδια τους. Στάθηκαν, μα δεν πρόλαβαν να γυρίσουν. Χάθηκαν και οι δυο σ’ ένα εργατικό δυστύχημα, όταν εκείνη ήταν δώδεκα χρονών. Έτσι, η γιαγιά που είχε αναστήσει το παιδί έγινε, αργότερα, παιδί του παιδιού της.
Η Συμέλα περνούσε συχνά μπροστά από το σπίτι μας. Όταν ήταν στις καλές της, κοντοστεκόταν στη σιδερένια πόρτα, ίσιωνε το μαύρο μαντίλι και ρωτούσε τη μάνα μου αν είχε βάλει τραχανά για τον χειμώνα. Αν όμως την έπιανε το θόλωμα, στεκόταν στη μέση του δρόμου και κοίταζε γύρω της σαν να την είχαν αφήσει σε ξένη πόλη.
Η Μαρίκα την καλόπιανε.
«Έλα, Συμέλα μου, να σε κεράσω βύσσινο. Θα περάσει σε λίγο ο δικός σου να σε πάρει».
Την κάθιζε στο μπαλκόνι, της έδινε ένα ποτήρι νερό κι ύστερα μου ψιθύριζε:
«Ανέστη μου, τρέχα. Πάρε με τρόπο την Ελένη. Πες της πως εδώ είναι η Λησμονημένη».
Για εμάς δεν ήταν ποτέ η Συμέλα. Όχι γιατί ξεχνούσε. Γιατί, έλεγε, την είχε λησμονήσει πρώτα ο Θεός κι ύστερα ο θάνατος.
Η Ελένη έφτανε πάντα λαχανιασμένη. Μας ζητούσε συγγνώμη, σκούπιζε τον ιδρώτα από το μέτωπό της και πλησίαζε τη γιαγιά της όπως πλησιάζει κανείς ένα πληγωμένο ζώο. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Όχι πως δεν βρέθηκαν άνθρωποι. Ένας υπάλληλος από τη Νομαρχία την πολιόρκησε χρόνια. Ένας άλλος, ηλεκτρολόγος, ερχόταν σχεδόν κάθε Κυριακή και καθόταν μαζί τους στην αυλή. Μα η Λησμονημένη δεν μπορούσε να μείνει ούτε μία ώρα μονάχη.
«Πάρ’ τη μαζί μας», της είπε κάποτε ο ηλεκτρολόγος.
Την πήραν. Στη μέση της πλατείας, η γριά άρχισε να φωνάζει πως την απήγαγαν και μαζεύτηκε κόσμος. Ο άντρας ξαναφάνηκε δυο τρεις φορές, ύστερα αραίωσε και στο τέλος χάθηκε.
«Της γης τ’ αφτί», η κουτσομπόλα της γειτονιάς, ήταν η πρώτη φορά που δεν κακολόγησε.
«Δεν αντέχουν όλοι να γεράσουν πριν από την ώρα τους», είπε μονάχα.
Η Ελένη γέρασε. Όχι στο πρόσωπο· εκεί διατηρούσε κάτι από το ήσυχο κορίτσι που θυμόμουν. Γέρασε στον τρόπο που περπατούσε, στον τρόπο που αφουγκραζόταν κάθε θόρυβο μέσα από το σπίτι, στον τρόπο που σταματούσε την κουβέντα της στη μέση, μήπως τη φώναζε η γιαγιά.
Μια φορά που τη συνάντησα στον δρόμο, κρατούσε έναν μεγάλο χάρτη της Τουρκίας και προσπαθούσε να τον διπλώσει.
«Πού θα πας;» τη ρώτησα.
Κοίταξε γύρω της, λες και φοβόταν μήπως την ακούσει κανείς.
«Στο Τσιπλάκ».
Δεν ήξερα πού έπεφτε. Μου έδειξε ένα μικρό χωριό στην επαρχία του Τσανάκκαλε. Από εκεί είχε έρθει η οικογένεια της Συμέλας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το Τσιπλάκ. Εξού και το επίθετο Τσιπλακίδου. Η γριά τής μιλούσε συχνά για ένα πέτρινο σπίτι στην πλαγιά, με ξύλινο εξώστη και γαλάζια παράθυρα. Στην αυλή υπήρχε, έλεγε, μια συκιά τόσο μεγάλη, που από κάτω χωρούσε ολόκληρο πανηγύρι.
Η Ελένη είχε και μια φωτογραφία. Τη φύλαγε μέσα σ’ έναν φάκελο, τυλιγμένη σε λαδόκολλα. Μου την έδειξε προσεκτικά, κρατώντας την από τις άκρες. Μπροστά στο σπίτι στέκονταν γυναίκες, όλες ντυμένες στα σκούρα. Η μικρότερη πρέπει να ήταν η Συμέλα.
«Θα πάω μόλις μπορέσει να μείνει λίγο μόνη της», είπε.
Η γιαγιά, στις σπάνιες ώρες που καθάριζε το μυαλό της, θυμόταν το Τσιπλάκ καλύτερα απ’ ό,τι θυμόταν τη γειτονιά. Καθόταν στην αυλή και μιλούσε για το πέτρινο σπίτι, για τη συκιά, για μια βρύση που έτρεχε χειμώνα καλοκαίρι. Έλεγε πως βρισκόταν στις άκρες του χωριού και πως εκεί κατέληγαν όλες οι γυναίκες όταν τις έβρισκε το κακό. Άλλες φορές ορκιζόταν πως είχε ζήσει κι η ίδια εκεί, άλλες πως το σπίτι δεν υπήρχε και το είχε δει στον ύπνο της. Κάποτε έπιανε την Ελένη από τον καρπό και την παρακαλούσε: «Να με πας εκεί. Οι άλλες θα με περιμένουν».
Τον τελευταίο χειμώνα η Λησμονημένη έπαψε να βγαίνει. Από το σπίτι τους ακουγόταν μόνο η τηλεόραση, δυνατά, για να μην αισθάνεται η Ελένη τη σιωπή. Περνούσα καμιά φορά και της πήγαινα ψωμί ή φάρμακα. Η γριά ήταν ξαπλωμένη στο σιδερένιο κρεβάτι, με τα μάτια ανοιχτά. Δεν μιλούσε πια. Μονάχα κουνούσε τα χείλη της, σαν να συνεννοούνταν με ανθρώπους που εμείς οι υπόλοιποι δεν βλέπαμε.
Μια νύχτα η Ελένη ήρθε και μας χτύπησε την πόρτα. Η Μαρίκα κατάλαβε προτού μιλήσει. Πήρε το μαύρο της ζακετάκι από την κρεμάστρα και την ακολούθησε κουτσαίνοντας. Εγώ έμεινα στο κατώφλι. Από το απέναντι σπίτι βγήκε «Της γης τ’ αφτί». Από το παρακάτω άναψε φως. Σε λίγα λεπτά ολόκληρη η γειτονιά ήξερε πως η Λησμονημένη είχε θυμηθεί επιτέλους τον δρόμο.
Στην κηδεία η Ελένη στεκόταν δίπλα στο φέρετρο, ακίνητη. Δεν έκλαψε. Δεχόταν τα συλλυπητήρια και έγνεφε, σαν να της μιλούσαν για κάποια ξένη. Μόνο όταν πήγαν να σηκώσουν το καπάκι, έσκυψε και ψιθύρισε: «Δεν σε πήγα».
Μετά τα σαράντα, άρχισαν να καταφτάνουν οι φάκελοι. Πρώτα οι ειδοποιήσεις, ύστερα τα εξώδικα και, στο τέλος, οι άνθρωποι της τράπεζας. Το προσφυγικό σπίτι ήταν φορτωμένο με παλιά χρέη και τόκους που είχαν γεννήσει άλλους τόκους. Η Λησμονημένη δεν της είχε αφήσει περιουσία. Μονάχα τοίχους που δεν της ανήκαν πια, λίγα έπιπλα, τον χάρτη και την ασπρόμαυρη φωτογραφία από το Τσιπλάκ.
Δεν παρακάλεσε κανέναν. Δεν πήγε σε δικηγόρους ούτε ζήτησε παράταση. Άφησε τους υπαλλήλους να μετρούν τα δωμάτια, την αυλή και την αποθήκη, λες και μετρούσαν κάτι που είχε ήδη πάψει να είναι δικό της. Μέσα σε δυο ημέρες χάρισε τα περισσότερα έπιπλα, μοίρασε τα ρούχα της Συμέλας στις γειτόνισσες και πήγε το αυτοκίνητο στο συνεργείο. Αγόρασε δυο ζευγάρια παπούτσια και μια φωτογραφική μηχανή από δεύτερο χέρι. Την Τρίτη το απόγευμα ήρθε έξω από το σπίτι μας και κόρναρε κρατώντας τον χάρτη.
«Θα σας γράψω μόλις φτάσω», μας φώναξε και πάτησε γκάζι. Η μάνα μου έτρεξε με το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι, αλλά μέχρι να κατέβει τα σκαλιά της βεράντας, το αυτοκίνητο είχε ήδη απομακρυνθεί. Στη στροφή σταμάτησε για λίγο. Δεν ξέρω αν κοίταξε πίσω το σπίτι, τη γειτονιά ή τη ζωή που άφηνε. Ύστερα χάθηκε.
Για έναν ολόκληρο χρόνο δεν μάθαμε τίποτε. Το γράμμα έφτασε στις αρχές του επόμενου χειμώνα. Ο φάκελος ήταν χοντρός, λερωμένος στις άκρες και γεμάτος ξένα γραμματόσημα. Στο επάνω μέρος έγραφε τη διεύθυνσή μας με μεγάλα, κάπως ασταθή γράμματα. Μέσα υπήρχαν πολλές σελίδες χαρτιού και μία φωτογραφία. Μπροστά σε ένα ξεχαρβαλωμένο σπίτι στέκονταν επτά ηλικιωμένες γυναίκες. Ανάμεσά τους ήταν και η Ελένη. Είχε αδυνατίσει, μα χαμογελούσε. Στην πίσω πλευρά ήταν γραμμένη η φράση: «Βρήκα το σπίτι».
Η μάνα μου, αφού φόρεσε τα γυαλιά της, μου έκανε νόημα να αποχωρήσω.
«Θα σου πω την ιστορία της Λησμονημένης αύριο το πρωί με τον καφέ», απολογήθηκε και χάθηκε ανάμεσα στις σελίδες.
Την επομένη το πρωί που μπήκα στην κουζίνα, μπροστά στον νεροχύτη στέγνωνε με την πετσέτα τα πιάτα. Δεν μου μίλησε. Μου έδειξε μόνο με το βλέμμα τα χαρτιά που ήταν απλωμένα δίπλα στο ζεστό φλιτζάνι του καφέ. Πλησίασα και τα πήρα στα χέρια μου. Τα γράμματα της Ελένης, μεγάλα και νευρικά, είχαν χαράξει το χαρτί. Ξεκίνησα να διαβάζω:
«Μαρίκα μου,
Το σαραβαλάκι αγκομαχούσε ως τον Έβρο, λες και δυσκολευόταν κι αυτό να αφήσει τη γειτονιά. Στα σύνορα των Κήπων οι ξένοι φαντάροι κοίταξαν τα παπούτσια μου στο πίσω κάθισμα, μου έδειξαν τον δρόμο για το Τσανάκκαλε και δεν με ξαναρώτησαν τίποτα.
Στο Τσιπλάκ έφτασα με το πρώτο κρύο. Οι ντόπιοι δεν κατάλαβαν τα τουρκικά μου, αλλά όταν τους έδειξα την ασπρόμαυρη φωτογραφία, ένας γέροντας με το κομπολόι στο χέρι με κατεύθυνε προς την ανηφόρα.
Το σπίτι ήταν εκεί. Τα γαλάζια παράθυρα είχαν ξεθωριάσει, το ξύλο στον εξώστη είχε σαπίσει από τη μεριά του βοριά, αλλά η συκιά στεκόταν ακόμα στην αυλή, γυμνή από φύλλα.
Στο κατώφλι με περίμενε μια γυναίκα. Λιγνή, με μάτια σαν ξεπλυμένα από τη βροχή. Με κοίταζε στα χέρια, όχι στο πρόσωπο.
“Από πού έρχεσαι;” με ρώτησε.
“Από την Κομοτηνή. Έφερα τη Συμέλα”, της είπα και της έδειξα το χαρτί.
Εκείνη χάιδεψε την άκρη της φωτογραφίας.
“Εδώ δεν έχουμε ονόματα πια. Μόνο σπίτια που θυμούνται”, είπε με τρεμάμενη φωνή και μου έκανε νόημα με το χέρι της να περάσω.
Μέσα μύριζε τσάι και βρεγμένο χώμα. Στην κουζίνα κάθονταν άλλες δύο. Είχαν μπροστά τους καθαρισμένα κυδώνια, ενώ τα μαχαίρια τους είχαν μείνει ακίνητα πάνω στο ξύλο. Έπεφτε το σκοτάδι, αλλά καμία δεν έκανε κίνηση για να ανάψει τη λάμπα. Κάθισα κοντά τους. Τις ρωτούσα για τα χωριά τους, για το αν είχαν παιδιά, αν θυμούνταν τη θάλασσα. Εκείνες μου έδειχναν τις ρυτίδες στα χέρια τους ή μου απαντούσαν για τον καιρό.
Τότε κατάλαβα γιατί βάφτισες τη γιαγιά μου Λησμονημένη. Δεν είναι που ξεχνάς. Είναι που οι άλλοι παύουν σιγά σιγά να σε βλέπουν.
Έμεινα μια βδομάδα, μετά έναν μήνα. Έπλενα τα φλιτζάνια τους, τους σκούπιζα τα ψίχουλα από τις ποδιές, τους χτένιζα τα γκρίζα μαλλιά. Έγινα η καθημερινότητά τους. Μια Τετάρτη, προσπάθησα να φέρω στο μυαλό μου την κουζίνα του προσφυγικού μας, τη μυρωδιά από το κοτέτσι της γιαγιάς. Δεν τα κατάφερα. Είδα μόνο λευκό. Τρομοκρατήθηκα, Μαρίκα. Έκλεισα τα μάτια με δύναμη, ώσπου η μορφή της Συμέλας ήρθε ξανά στην επιφάνεια.
Το απόγευμα, η Κασσάνδρα –μια γριά που φοράει τρία μαντίλια μαζί– με είδε που μάζευα τα πράγματά μου.
“Μην παλεύεις με το κενό, κορίτσι μου”, μου είπε σιγανά. “Κάποτε κουραζόμαστε κι από τις αναμνήσεις”.
Δεν της απάντησα. Κοίταξα τη βαλίτσα μου δίπλα στην πόρτα. Κάθε πρωί την κλείνω. Κάθε βράδυ την ξανανοίγω για να βγάλω το νυχτικό μου. Κάτι με κρατάει εδώ, κάτι που λειαίνει τις γωνίες του μυαλού μου. Ο “Οίκος των Λησμονημένων” δεν έχει ταμπέλα στην είσοδο. Είναι ένα σπίτι σαν όλα τα άλλα».
Όσο η μάνα μου τακτοποιούσε πιάτα και ποτήρια στα ντουλάπια, εγώ κοιτούσα τη φωτογραφία που μας είχε στείλει. Τις επτά ηλικιωμένες γυναίκες μπροστά στο ξεχαρβαλωμένο σπίτι και την Ελένη, ανάμεσά τους, να φορά πια κι εκείνη μαύρο μαντίλι. Το χαμόγελό της δεν ήταν χαρούμενο· ήταν το ήσυχο χαμόγελο των ανθρώπων που έχουν πάψει να περιμένουν.
Σκέφτομαι όλες τις ιστορίες που έχω ακούσει από τα χείλη της. Τόσα χρόνια μετά, κοιτάζοντας το άδειο οικόπεδο του προσφυγικού, δεν ξέρω πια πού τελειώνει η μνήμη της Μαρίκας και πού αρχίζει η δική μου.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

