Το μουσειο ως ζωντανος χωρος γνωσης, επικοινωνιας και συμμετοχης
Κωνσταντίνα Καλλιντζή, «Με αφορμή το βιβλίο, να αναφέρω πως ο σχεδιασμός του Διαχρονικού Μουσείου Ξάνθης βρίσκεται στις άμεσες προτεραιότητες της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ξάνθης»
[Πριν λίγες ημέρες, το απόγευμα της Τετάρτης 23 Σεπτεμβρίου, στον χώρο του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ξάνθης, πραγματοποιήθηκε μια γόνιμη συζήτηση γύρω από τη σχέση του μουσείου με την εκπαίδευση και την κοινωνία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το μουσείο μπορεί να λειτουργήσει ως ζωντανός χώρος γνώσης, επικοινωνίας και συμμετοχής, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Στάθη Γκότση, «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία» (εκδ. Τόπος, 2026).
Την εκδήλωση διοργάνωσαν η Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης, η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ξάνθης, η Ένωση Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης Ξάνθης και οι εκδόσεις Τόπος, στην οποία χαιρετισμούς απηύθυναν ο κ. Απόστολος Τσότσος, πρόεδρος της Φιλοπρόοδης Ένωσης Ξάνθης, η κ. Μαρία Χρυσάφη, αρχαιολόγος και αναπληρώτρια προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ξάνθης και η κ. Μαρία Λουκοπούλου, πρόεδρος της ΕΛΜΕ Ξάνθης. Για το βιβλίο δε μίλησαν η Επίτιμη Έφορος Αρχαιοτήτων κ. Κωνσταντίνα Καλλιντζή, ο κοινωνικός ανθρωπολόγος και διευθυντής του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ξάνθης κ. Γιάννης Κουκμάς, ο φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση κ. Βασίλης Οικονομίδης, η δασκάλα σε Μειονοτικό Σχολείο της Ξάνθης κ. Λένα Παπαδοπούλου, καθώς και ο ίδιος ο συγγραφέας.
Για να μεταφέρουμε το στίγμα της βραδιάς και την ουσία του βιβλίου, παραθέτουμε στη συνέχεια την εισήγηση της κ. Καλλιντζή.]
Είθισται να συγχαίρουμε τον συγγραφέα σε μια βιβλιοπαρουσίαση, έτσι δεν είναι; Είναι. Εγώ όμως, πριν να τον συγχαρώ, θα ήθελα να τον ευχαριστήσω για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε, προτείνοντάς με για τη σημερινή εκδήλωση. Ας μην κρυβόμαστε, όλοι μας έχουμε ανάγκη την εμπιστοσύνη και την αποδοχή.
Και φθάνω στα συγχαρητήρια. Αγαπητέ Στάθη, θα έχεις ακούσει μέχρι τώρα πολλά. Θα προσθέσω και τα δικά μου, για λόγους που θα φανούν συνηθισμένοι και αυτονόητοι, ενώ δεν είναι. Σε συγχαίρω, λοιπόν, επειδή τόσα χρόνια ασχολήθηκες με την παιδεία που μπορεί να προσφέρει το μουσείο στην κοινωνία, επειδή το υποστήριξες αυτό με πρωτότυπες δράσεις, επειδή τη βιωματική σου γνώση την κατέθεσες στο χαρτί (αλλιώς τα λόγια πετούν και χάνονται) και επειδή μπήκες στον κόπο να συγκροτήσεις αυτά τα κατά καιρούς γραμμένα κείμενα σε ενιαίο σώμα, προσιτό τοις πάσι.
Η επιτυχία ενός βιβλίου έγκειται, εκτός των άλλων, στην ευκολία πρόσληψης των γραφομένων από τον αναγνώστη και στην προβολή τους στα δικά του βιώματα και παραστάσεις. Να αναγνωρίσει δηλαδή αβίαστα τον εαυτό μέσα σε αυτό.
Σε μένα, έτσι λειτούργησε και θέλησα να σας κάνω κοινωνούς. Όσοι από εσάς με ξέρετε, γνωρίζετε ότι υπηρέτησα την Αρχαιολογική Υπηρεσία σχεδόν σαράντα χρόνια. Και στα χρόνια αυτά είχα την ευκαιρία, μέσα από τα εκπαιδευτικά προγράμματα, τα οποία μου είχε αναθέσει ο προϊστάμενός μου Διαμαντής Τριαντάφυλλος, ήδη από το 1986 – και που αργότερα, με τη σειρά μου, τα ανέθεσα και εγώ σε άξιους συνεργάτες και διαδόχους (τη Μαρία, την Κική, τη Δέσποινα, την Ελένη, την Έφη, την Παγώνα κ.ά.), είχα την ευκαιρία να τα παρακολουθήσω στα πρώτα τους δειλά βήματα της δεκαετίας του ’80, να τα δω να εντατικοποιούνται στη δεκαετία του ’90 και να λαμβάνουν άλλη, πλουσιότερη μορφή μόλις διαβήκαμε το κατώφλι της νέας χιλιετίας. Ομιλώ, βέβαια, για τα καθ’ ημάς, διότι, όπως αναφέρει και ο Στάθης στον πρόλογό του, η μουσειοπαιδαγωγική είχε αρχίσει να αναπτύσσεται από τη δεκαετία του ’60 σε άλλες χώρες. Εκείνο που προσπαθώ να πω είναι ότι ταυτίζονται οι εμπειρίες μου με αυτές του συγγραφέα, συμφωνώ με όσα λέει και σας διαβεβαιώνω ότι είναι αλήθεια.
Μέσα στον 21ο αιώνα, καθώς τα μουσεία αποκτούσαν ράμπες και πινακίδες σε γραφή Braille, τα απλά εκπαιδευτικά προγράμματα μετουσιώθηκαν σε ποικίλους και ευρύτατους τομείς εκπαίδευσης, απευθυνόμενα με στοχευμένες και εξειδικευμένες δράσεις σε παιδιά, νέους, ενήλικες και υπερήλικες, άτομα με ποικίλες και διάφορου βαθμού αναπηρίες, άτομα διαφορετικών κοινωνικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών καταβολών, κοντολογίς σε άτομα που δεν είναι αυτονόητο ότι έχουν την επιθυμία να επισκεφθούν, ή που δυσκολεύονται να επισκεφθούν τους συγκεκριμένους χώρους.
Δεδομένης της εμπειρίας μου αυτής, αλλά και της απειρίας μου στις βιβλιοπαρουσιάσεις (αυτή είναι η πρώτη που κάνω!), θεώρησα ότι θα αδικούσα το βιβλίο εάν επιχειρούσα να το παρουσιάσω ή να το σχολιάσω ολόκληρο στον χρόνο που μου αναλογεί. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα ήταν προσφορότερο να εστιάσω σε συγκεκριμένα ζητήματα που θίγει, τα οποία απασχόλησαν και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ξάνθης. Διότι, προσθέτοντας στα γραφόμενα του Στάθη και τη δική μας τη δουλειά, αναδεικνύεται περισσότερο το πολύπλευρο έργο του Υπουργείου Πολιτισμού, δηλαδή των αρχαιολόγων και μουσειολόγων του, σε αυτόν τον τομέα.
Και επειδή ο ίδιος έχει διανθίσει το βιβλίο του με πλείστα όσα παραδείγματα, με παραδείγματα θα μιλήσω και εγώ.
Ο σχεδιασμός του Διαχρονικού Μουσείου Ξάνθης – Έρευνα κοινού
Τι συμβαίνει στην πράξη όταν σχεδιάζεις μια μουσειακή έκθεση και πρέπει ταυτόχρονα να την κάνεις επιστημονικά έγκυρη και επικοινωνιακά λειτουργική; Το κεφάλαιο 4 του βιβλίου, «Αντιμέτωποι με τις προσδοκίες των επισκεπτών», μου έδωσε το έναυσμα να σας μιλήσω για τον σχεδιασμό του Διαχρονικού Μουσείου Ξάνθης, ο οποίος βρίσκεται αυτήν τη στιγμή στις άμεσες προτεραιότητες της Εφορείας. Η προϊσταμένη Μαρία Χρυσάφη βρίσκεται επικεφαλής μιας ομάδας που εργάζεται εντατικά, ώστε η πόλη να αποκτήσει έναν χώρο που θα αναδείξει την ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα της περιοχής από την αρχαιότητα έως και τους νεότερους χρόνους.
Από τα πρώτα πράγματα, λοιπόν, με τα οποία ασχοληθήκαμε ήταν η έρευνα κοινού, υπεύθυνη της οποίας ήταν η αρχαιολόγος-μουσειολόγος Δέσποινα Σκουλαρίκη. Προσπαθήσαμε, δηλαδή, να έρθουμε αντιμέτωποι με τις προσδοκίες των επισκεπτών. Η τέτοιου είδους έρευνα δείχνει σεβασμό προς το δυνητικό κοινό, καθώς μεταθέτει την ερώτηση από το «Τι πιστεύουμε εμείς ότι πρέπει να κάνει το μουσείο» στο «Τι μας είπε ο κόσμος ότι περιμένει από το μουσείο».
Με αυτόν τον τρόπο, δόθηκε η δυνατότητα στους συμμετέχοντες να αισθανθούν ήδη ως μελλοντικοί επισκέπτες και, μάλιστα, όχι ως απλοί παθητικοί αποδέκτες, αλλά ως συμμέτοχοι, εκφέροντας την άποψή τους και καθιστώντας γνωστές τις προσδοκίες, τις στάσεις και τις απόψεις τους.
Από τις απαντήσεις, οι οποίες έχουν περιληφθεί στη μουσειολογική μελέτη, λήφθηκαν πολύ ενδιαφέροντα δεδομένα, τα οποία συμβάλλουν στον σχεδιασμό του νέου μουσείου και στη διαμόρφωση της επικοινωνιακής του στρατηγικής. Εν ολίγοις, οι επισημάνσεις των συμμετεχόντων αποδεικνύουν το επαυξημένο ενδιαφέρον που υπάρχει για το Διαχρονικό Μουσείο και, παράλληλα, φαίνεται ήδη να δημιουργείται μια συναισθηματική σχέση με αυτό: διαπιστώθηκε η θετική προδιάθεση και επιθυμία των ανθρώπων να το εντάξουν στον πολιτιστικό ιστό της περιοχής και να συμμετάσχουν ενεργά στις δράσεις που θα προσφέρει στο μέλλον.
Σχέση μουσειακής εκπαίδευσης και αρχαιολογικής ερμηνείας
Το κεφάλαιο 9, με τίτλο «Η πολυσημία του μουσειακού εκθέματος: ανιχνεύοντας τον συνδυασμό επιστήμης και τέχνης στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου», μου έδωσε την ευκαιρία να σκεφτώ τι συμβαίνει όταν η εκπαιδευτική και κοινωνική αποστολή του μουσείου συναντά το ίδιο το περιεχόμενο και την τεκμηρίωση της έκθεσης. Με άλλα λόγια, τη σχέση μουσειακής εκπαίδευσης με την αρχαιολογική ερμηνεία των εκθεμάτων.
Πράγματι, το ίδιο αντικείμενο προσλαμβάνεται διαφορετικά και αποκτά διαφορετικές προεκτάσεις ανάλογα με την ηλικία, τις γνώσεις και τις εμπειρίες του επισκέπτη. Έτσι, ο ρόλος του αρχαιολόγου που θέλει να προσελκύσει τον κάθε θεατή και ακροατή, στο πλαίσιο συγκεκριμένης δράσης, είναι να προσαρμόσει τον τρόπο επικοινωνίας για να μεταδώσει την πληροφορία, έτσι ώστε να γίνει αντιληπτή. Πρόκειται για έναν ρόλο καθοριστικό, καθώς ο αρχαιολόγος γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, ο «μάγος» που θα μετατρέψει το έκθεμα σε αφετηρία διαφορετικών νοηματοδοτήσεων, που θα κάνει δηλαδή τον κόσμο να περάσει από το «είδαμε» στο «κατανοήσαμε».
Επί του προκειμένου, θα σας αναφέρω δύο παραδείγματα, το ένα από το βιβλίο, το άλλο από προσωπική εμπειρία.
Στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο έλαβε χώρα εκπαιδευτικό πρόγραμμα με τίτλο «Οι Βυζαντινοί και ο Κόσμος», στο πλαίσιο της περιοδικής έκθεσης «Το Βυζάντιο ως Οικουμένη» (Οκτώβριος 2001 – Ιανουάριος 2002). Ανάμεσα στα εκθέματα υπήρχε ένα εικονογραφημένο χειρόγραφο του γεωγράφου, αστρονόμου και μαθηματικού του 2ου αι. μ.Χ. Κλαύδιου Πτολεμαίου. Σε αυτό, μια μικρογραφία αποδίδει τον Ζωδιακό Κύκλο. Στο κέντρο του βρίσκεται ο Ήλιος πάνω σε άρμα, κρατώντας τη σφαίρα της Οικουμένης. Η παρατήρηση της μικρογραφίας αυτής, με την ανάλογη καθοδήγηση, οδήγησε στη συζήτηση για τη σημασία που αποδόθηκε στον Ήλιο ως «εκείνο το ουράνιο σώμα που διέγραφε εκλειπτική τροχιά στην ετήσια φαινόμενη πορεία του» και αυτό, επειδή το κοσμολογικό σύστημα του Πτολεμαίου ήταν το γεωκεντρικό. Ανάλογη συζήτηση γινόταν και με την παρατήρηση της μικρογραφίας που κοσμεί το χειρόγραφο με τη Χριστιανική Τοπογραφία του πολυταξιδεμένου Αλεξανδρινού εμπόρου του 6ου αι. μ.Χ. Κοσμά του Ινδικοπλεύστη. Ο Κοσμάς, συνδυάζοντας εμπειρικές γεωγραφικές παρατηρήσεις με βιβλικές αναφορές, είδε το σύμπαν ως ένα κιβώτιο, σαν την Κιβωτό της Διαθήκης, που αποτελείται από δύο παράλληλα βασίλεια: το ουράνιο και το επίγειο. Αυτή η μικρογραφία επέτρεπε στους συμμετέχοντες στη δράση να δουν τον τρόπο με τον οποίον οι περισσότεροι μη μορφωμένοι Βυζαντινοί αντιλαμβάνονταν τη Γη.
Και τώρα το δικό μου: Μία από τις μεγαλύτερες ενότητες του Μουσείου Αβδήρων αφορά τα ταφικά έθιμα. Σε αυτήν εκτίθενται αγγεία, κοσμήματα, επιτύμβιες στήλες με επιγραφές, και τάφοι, τρεις από τους οποίους περιέχουν τα οστεολογικά κατάλοιπα, όπως ακριβώς βρέθηκαν. Οι αναπαραστάσεις αυτές αποτελούν το πιο «δημοφιλές» τμήμα του μουσείου. Θα σταθώ στις αντιδράσεις από την επίσκεψη ενός ΚΑΠΗ που είχα ξεναγήσει απροετοίμαστα.
Στη θέα των ανθρώπινων καταλοίπων, οι κυρίες επέδειξαν μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση και τάση για σύγκριση με σύγχρονους τρόπους διαχείρισης του θανάτου. Οι κύριοι, από την άλλη, έδειχναν περισσότερο αποστασιοποιημένοι και αντιμετώπιζαν το θέαμα με μια ειρωνική διάθεση: «Άντε, κοντεύουμε και εμείς να πάμε να τους εύρουμε, λέτε να μας βάλουν σε κανένα μουσείο;» Επειδή τότε έγραφα μια ανακοίνωση για συνέδριο με θέμα την έκθεση ανθρώπινων καταλοίπων και την πρόσληψή τους από τον επισκέπτη, κατηύθυνα ανάλογα τη συζήτηση και τότε, φάνηκε ότι και τα δύο φύλα ενδιαφέρθηκαν εξίσου. Είχαμε μια πολύ γόνιμη και απολαυστική συζήτηση, εγώ μιλώντας ως αρχαιολόγος και αυτοί ως ηλικιωμένοι άνθρωποι που βλέπουν απρόσμενα σκελετούς. Έτσι, η μουσειολογική πρακτική μπλέχτηκε με τη φιλοσοφική και τη θεολογική προσέγγιση και η συζήτηση άνοιξε προς την ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία: στον τρόπο ζωής και την κοινωνική θέση του νεκρού, στο προσδόκιμο ζωής και τις συνθήκες θανάτου, στο ύψος και τη διατροφή των ανθρώπων – και από εκεί, στις καλλιέργειες και το εμπόριο της εποχής.
Ο κίνδυνος της υπερκατηγοριοποίησης
Θα κλείσω με έναν προβληματισμό, τον οποίο δεν θα αναπτύξω, γιατί αποτελεί περισσότερο θέμα για συζήτηση. Διαβάζοντας το βιβλίο και, παράλληλα, ζώντας έντονα στον παλμό της μουσειολογικής μελέτης του Διαχρονικού Μουσείου Ξάνθης, στην οποία συμμετέχω, αναμιμνησκόμενη δε τις κάθε είδους δράσεις που έγιναν επί των ημερών μου για πληθώρα διαφορετικών αποδεκτών, μου καρφώθηκε μια σκέψη και θέλησα να την καταθέσω.
Έχω την αίσθηση ότι στην αγωνία μας να ανταποκριθούμε στις ανάγκες όλων των κατηγοριών συνανθρώπων μας που χρειάζονται διευκόλυνση, προτροπή ή ειδική μέριμνα, υπάρχει ο κίνδυνος να ξεχάσουμε κάτι άλλο: τον επισκέπτη που δεν ανήκει σε κάποια ιδιαίτερη κατηγορία.
Μήπως, λέω, μήπως, στην προσπάθειά μας να καταστήσουμε το μουσείο προσβάσιμο σε όλους, κινδυνεύουμε καμιά φορά να ξεχάσουμε ότι το «όλοι» περιλαμβάνει και εκείνον που δεν χρειάζεται ειδική μέριμνα, αλλά χρειάζεται εξίσου να αισθανθεί ότι το μουσείο απευθύνεται σε αυτόν; Δεν το λέω ως αντίθεση προς τη συμπερίληψη. Το λέω ως έναν ακόμη προβληματισμό για το τι σημαίνει, τελικά, ένα μουσείο που απευθύνεται σε όλους. Το λέω ως υπεράσπιση της καθολικότητας της συμπερίληψης και θίγοντας τους κινδύνους της υπερκατηγοριοποίησης.
Και για να προλάβω τυχόν παρεξηγήσεις και για να μη μου πει κανείς «ο χορτάτος του νηστικού τι του χρωστάει;», σπεύδω να ομολογήσω ότι εγώ η ίδια είμαι άτομο με ειδικές ανάγκες. Έχοντας παιδιόθεν πολύ σοβαρά προβλήματα όρασης και ακοής, μπορώ να συναισθανθώ αυτήν τουλάχιστον την κατηγορία επισκεπτών. Αναφέρω μάλιστα ότι με δυσκολεύουν αφάνταστα οι ντεμέκ ντιζαϊνάτες αφίσες, φυλλάδια, εποπτικό υλικό κ.λπ. με περίεργες καλλιγραφικές γραμματοσειρές που προβάλλονται σε φόντο με διάφορα μοτίβα.
Επιθυμώντας, λοιπόν, να συνεισφέρω καλοπροαίρετα, καταθέτω τη σκέψη μου ως ερέθισμα για προβληματισμό.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
