Οταν ολοι θελουν να εκφραστουν μεσω της τεχνης…

Μιχάλης Αλμπάτης, «Η νόσος των ουρητηρίων», εκδόσεις Νήσος, Αθήνα 2026, σ. 392.

Υπάρχουν επιδημίες που προσβάλλουν το σώμα, υπάρχουν όμως κι άλλες, πιο ύπουλες, που προσβάλλουν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Στη «Νόσο των ουρητηρίων» ο Μιχάλης Αλμπάτης επινοεί μια από τις πιο παράδοξες επιδημίες που έχει γνωρίσει η λογοτεχνία μας: έναν μυστηριώδη ιό που ξεπηδά από ένα δημόσιο ουρητήριο της Αθήνας και απλώνεται, σταδιακά, σε ολάκερη την οικουμένη. Τα συμπτώματά του δεν είναι ο πυρετός, ο πόνος ή το παραλήρημα, αλλά κάτι πολύ πιο ανατρεπτικό: μια αδήριτη ανάγκη για δημιουργία. Όλοι αδιακρίτως αρχίζουν να γράφουν, να ζωγραφίζουν, να παίζουν μουσική, να φιλοσοφούν. Η τέχνη αποκτά καθολικότητα κι η ανθρωπότητα μοιάζει να διαβαίνει το κατώφλι ενός νέου Χρυσού Αιώνα.

Στον κόσμο του Αλμπάτη όλα ξεκινούν από ένα λογοτεχνικό πείραμα σκέψης. Τι θα συνέβαινε αν όλοι γίνονταν καλλιτέχνες; Τι θα απογινόταν η έννοια της δημιουργίας όταν η δημιουργικότητα δεν θα ήταν εξαίρεση, αλλά μετατρεπόταν σε μια ισοπεδωτική επιδημία; Και, προπάντων, τι θα γινόταν όταν η ανάγκη να δημιουργήσεις συγχεόταν, ύπουλα, με την ανάγκη να σε αναγνωρίσουν ως δημιουργό; Αφορμώμενος από το «Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού» του Ρουμάνου φιλοσόφου Εμίλ Σιοράν (που απόσπασμά του χρησιμοποιεί ως προμετωπίδα του βιβλίου του), γράφει μια αλληγορία για το τέλος του πολιτισμού που εντελώς παράδοξα συμπίπτει με τη στιγμή που η τέχνη, ενώ υποτίθεται πως απελευθερώνει τον άνθρωπο, κινδυνεύει να γίνει η ίδια μια νέα μορφή καταναγκασμού.

Από την Κρήτη του θανάτου στον κόσμο της τέχνης

Η «Νόσος των ουρητηρίων» είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Μιχάλη Αλμπάτη και έρχεται ύστερα από μια πορεία που έχει ήδη αποδείξει πως ο συγγραφέας δεν έχει καμία διάθεση να επαναλάβει τον εαυτό του. Προηγήθηκαν ο «Κώλος της Άννας» (2018), η «Κάρτα ελεύθερης πρόσβασης» (2019), το πολυσυζητημένο «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» (2022) και «Η κατάλυση του χρόνου» (2024). Οι κριτικές έχουν ήδη εντοπίσει στη γραφή του ορισμένα επίμονα γνωρίσματα: την ειρωνική απόσταση, το ιδιότυπο δοκιμιακό ύφος, τον λυρισμό, το γκροτέσκο, την έλξη προς το παράδοξο.

Με τους «Νεκρούς» του, ο Αλμπάτης τοποθετεί στην Κρήτη της δεκαετίας του 1950 έναν νεαρό που ακούει τις σκέψεις των νεκρών. Το υπερφυσικό εκεί δεν λειτούργησε ως φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ως τρόπος να εισχωρήσει ο συγγραφέας βαθύτερα στην ανθρώπινη ψυχή, στις ενοχές, στις επιθυμίες, στον έρωτα, στον φόβο του θανάτου. Οι κριτικές τότε διάβασαν το έργο ως μια ιδιότυπη εκδοχή γκροτέσκου ρεαλισμού, που το παράδοξο συνυπάρχει αρμονικά με την κοινωνική παρατήρηση.

Στην «Κατάλυση του χρόνου» μετακινείται από το λαϊκό-μυθολογικό στοιχείο σε μια πιο υπαρξιακή και φιλοσοφική κατεύθυνση. Ο χρόνος δεν παρουσιάζεται ως γραμμική πορεία, αλλά ως κάτι που διαστέλλεται, επανέρχεται και διαλύει τις βεβαιότητες των ηρώων. Μετατοπίζοντας το βλέμμα προς τον χρόνο, φαίνεται και μια σταδιακή μετάβαση του Αλμπάτη από την αφηγηματική γοητεία προς μια πιο στοχαστική λογοτεχνία. Δεν έχουμε λοιπόν έναν συγγραφέα που κυνηγά να επαναλάβει μια επιτυχία, αλλά έναν δημιουργό που κινείται παράλληλα, ανάμεσα σε διαφορετικές εμμονές.

Από αυτήν την άποψη, η «Νόσος των ουρητηρίων» δεν είναι ξένο σώμα μέσα στην εργογραφία του· αντίθετα, μοιάζει να συγκεντρώνει και να μετασχηματίζει ορισμένες από τις παλαιότερες αγωνίες του. Αν στους «Νεκρούς» ο άνθρωπος θέλει να συνομιλήσει με όσους έφυγαν από τον μάταιο τούτο κόσμο, στην «Κατάλυση» προσπαθεί να αναμετρηθεί με τον χρόνο και στη «Νόσο» προσπαθεί να αφήσει το δικό του χνάρι μέσα σ’ αυτόν.

Μια πανδημία του πνεύματος

Η μεγάλη επινόηση του βιβλίου είναι πως αυτή η παράξενη αρρώστια δεν κάνει τους ανθρώπους λιγότερο ανθρώπινους. Τους κάνει, φαινομενικά τουλάχιστον, περισσότερο πνευματικούς.

Οι καθαρίστριες των ουρητηρίων είναι από τα πρώτα θύματα. Αντί όμως να εμφανίσουν σωματικά συμπτώματα, αρχίζουν να διαβάζουν φιλοσοφία, αντίστοιχα οι ιερόδουλες αγιογραφούν, οι χούλιγκαν επιδίδονται στο πλέξιμο, οι νοικοκυρές ασχολούνται με την υποκριτική. Η κοινωνική τάξη αρχίζει να τρίζει, μετατοπίζεται από τα ίδια της τα θεμέλια. Κι η σάτιρα του Αλμπάτη γίνεται έτσι ακόμα πιο αιχμηρή. Γιατί η νόσος δεν μεταδίδει απλώς την τέχνη. Μεταδίδει μια νέα ιδέα για τον άνθρωπο, μια επιταγή, πως όλοι οφείλουν να δημιουργήσουν, όλοι οφείλουν να εκφραστούν, όλοι οφείλουν να ανακαλύψουν μέσα τους τον καλλιτέχνη.

Το βιβλίο δεν επιτίθεται στην τέχνη. Επιτίθεται στην ιδέα πως η τέχνη, από μόνη της, αποτελεί πιστοποιητικό πνευματικότητας. Κι αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Γιατί μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα και να παραμένει ρηχός. Μπορεί να γνωρίζει φιλοσοφία και να μην κατέχει ίχνος σοφίας. Μπορεί να δημιουργεί ασταμάτητα και να μην έχει, τελικά, τίποτα ουσιαστικό να πει. Η νόσος, λοιπόν, δεν είναι απλώς η καλλιτεχνική δημιουργία. Είναι η μετάλλαξή της σε ταυτότητα.

Δύο βιβλία μέσα σε ένα

Ο Αλμπάτης επιλέγει να αφηγηθεί αυτήν την παράδοξη ιστορία σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Τα τμήματα που τυπογραφικά θυμίζουν γραφομηχανή προέρχονται από την αρχική νουβέλα, τον πυρήνα από τον οποίο γεννήθηκε όλο το έργο. Εκεί η ματιά είναι πανοραμική, καθώς παρακολουθούμε την εξάπλωση της νόσου, τις κοινωνικές και πολιτικές της συνέπειες, τη μεταμόρφωση του πολιτισμικού γίγνεσθαι.

Το δεύτερο επίπεδο είναι το μυθιστόρημα των έξι ηρώων. Ο φακός αποτραβιέται από το ανθρώπινο σύνολο και ζουμάρει πάνω σε δύο οικογένειες: τον Μπάμπη και την Αριστέα, τον Άγη και την Κλυταιμνήστρα, με τα παιδιά τους, τον Σωτήρη και την Ιοκάστη-Άννα αντίστοιχα. Η τυπογραφική αυτή διαφοροποίηση δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή, αλλά κι ένα ορατό σημάδι της διπλής αρχιτεκτονικής του βιβλίου.

Η μεγάλη Ιστορία και η μικρή ιστορία βρίσκονται σε διαρκή διάλογο. Από τη μια η ανθρωπότητα κι από την άλλη έξι άνθρωποι που καλούνται να ζήσουν μέσα στις συνέπειες μιας αλλαγής που ποτέ δεν επέλεξαν. Αυτή η διπλή οπτική, εκτός από γοητευτικό αφηγηματικό εύρημα του βιβλίου, είναι κι ένας ακόμα τρόπος για να διαβαστεί το μυθιστόρημα, όχι πλέον ως ενιαίο κείμενο, αλλά ως δυο ξέχωρα βιβλία. Κι η αλήθεια είναι πως υπάρχουν πολλοί ευρηματικοί αναγνωστικοί συνδυασμοί για να ολοκληρώσεις αυτό το μυθιστόρημα.

Ο συγγραφέας απέναντι στον συγγραφέα

Στο κέντρο της «Νόσου» βρίσκεται ένας φέρελπις (κατά τη γνώμη του) συγγραφέας: ο Άγης. Είναι ένας από εκείνους που, πριν από την επιδημία, επιθυμούσαν να γράψουν, να αναγνωριστούν, να αποκτήσουν μια θέση στον λογοτεχνικό κόσμο. Και τότε συμβαίνει το χειρότερο δυνατό για κάποιον που θέλει να ξεχωρίσει: όλοι γίνονται συγγραφείς. Η επιτυχία παύει να είναι σπάνια. Η δημιουργία παύει να είναι προνόμιο. Η αναγνώριση χάνει, μεμιάς, την αξία της.

Εδώ η σάτιρα ενέχει αυτοαναφορικότητα. Ο Αλμπάτης γράφει ένα βιβλίο που μιλά για συγγραφείς, για εκδότες, για καλλιτέχνες, για την ανάγκη της αναγνώρισης και για την παραγωγή λογοτεχνίας, κι έτσι κι ο ίδιος βρίσκεται μέσα στο στόχαστρο που  κατασκευάζει. Δεν εξαιρεί τον εαυτό του από τη νόσο. Αντίθετα, μοιάζει να διερωτάται, γιατί γράφει; Για να πει κάτι; Για να σωθεί από τη λήθη; Για να υπάρξει; Ή μήπως, απλώς, για να τον κοιτάξουν;

Από τον πνευματικό άνθρωπο στον «παραγωγό περιεχομένου»

Η «Νόσος των ουρητηρίων» γράφεται σε μια εποχή όπου η παραγωγή λόγου έχει γίνει σχεδόν απεριόριστη. Όλοι μπορούν να δημοσιεύσουν. Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν κάνει τον καθένα δυνητικό συγγραφέα, κριτικό, σχολιαστή. Η απόσταση ανάμεσα στο «δημιουργώ» και στο «δημοσιοποιώ» έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η ανάγκη της έκφρασης μεταλλάσσεται σε ανάγκη προβολής;

Μια λογοτεχνία που δεν φοβάται την υπερβολή

Η γραφή του Αλμπάτη έχει χαρακτηριστεί και είναι πληθωρική. Συχνά υπερβολική, συχνά σαρκαστική και γκροτέσκα. Οι κριτικές έχουν επισημάνει αυτήν την υπερβολή, θεωρώντας πως σε ορισμένα σημεία η γλώσσα και η αφήγηση πλατειάζουν περισσότερο απ’ όσο αντέχει το υλικό. Ίσως, όμως, εδώ να κρύβεται το πραγματικό ενδιαφέρον του εγχειρήματος: ο Αλμπάτης γράφει ένα βιβλίο για την υπερπαραγωγή της τέχνης, και ταυτόχρονα γράφει κι ο ίδιος υπερβολικά, σαν να τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στο ίδιο του το πείραμα. Υπό αυτήν την έννοια, η φόρμα γίνεται μέρος του νοήματος, αφού ένα βιβλίο που μιλά για την πληθωρικότητα του λόγου δεν θα μπορούσε να είναι απολύτως φειδωλό.

Ποια είναι, τελικά, η νόσος;

Ίσως η «Νόσος των ουρητηρίων» να μην έχει μία και μόνη απάντηση. Μπορεί να είναι η υπερβολική παραγωγή τέχνης. Η ματαιοδοξία. Η ανάγκη αναγνώρισης. Η πνευματική επίδειξη. Η αδυναμία μας να υπάρξουμε χωρίς να αφηγούμαστε διαρκώς τον εαυτό μας. Μπορεί, όμως, να είναι και κάτι πιο απλό, πιο ανθρώπινο, ο φόβος της αφάνειας.

Γιατί πίσω από κάθε δημιουργό κρύβεται ένας άνθρωπος που ξέρει, και το ξέρει καλά, πως ο χρόνος θα τον ξεπεράσει. Ίσως, λοιπόν, ο Αλμπάτης να μας λέει πως η τέχνη γεννήθηκε ως αντίσταση στη λήθη, μα κινδυνεύει να αρρωστήσει από τη στιγμή που ξέχασε γιατί γεννήθηκε.

Και τότε το πιο δύσκολο ερώτημα δεν είναι αν όλοι μπορούν να γίνουν καλλιτέχνες. Είναι αν, μέσα στον αδιάκοπο θόρυβο της δημιουργίας, μπορούμε ακόμη να ξεχωρίσουμε εκείνη τη μία φωνή που έχει πράγματι κάτι να μας πει.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.