Η Κομοτηνη εμπλουτισε τις αποψεις της για τη μουσειακη παιδαγωγικη,  τον κοινωνικο ρολο των μουσειων και τη συμπεριληπτικοτητα  

―Στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του ιστορικού και γνώστη της Μουσειακής Εκπαίδευσης, Στάθη Γκότση με τίτλο «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία»

―Με ομιλητές τους Νάγια Δαλακούρα, Βασίλη Δαλκαβούκη, Στέφανο Μακρυγιάννη και συντονίστρια τη Νατάσσα Βαφειάδου

Στον φυσικό, όπως αποδείχθηκε, χώρο για μια συζήτηση γύρω από τη μουσειακή εκπαίδευση, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής, παρουσιάστηκε το απόγευμα της Κυριακής 27 Σεπτεμβρίου το βιβλίο του κ.Στάθη Γκότση «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Τόπος».

Την εκδήλωση συνδιοργάνωσαν η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ροδόπης, ο «Παρατηρητής της Θράκης», ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ροδόπης «Οι Τρεις Ιεράρχες» και οι εκδόσεις Τόπος, ενώ για το βιβλίο παρουσία του συγγραφέα μίλησαν η αρχαιολόγος-μουσειολόγος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ροδόπης κ.Νάγια Δαλακούρα, ο καθηγητής Εθνογραφίας του Ελλαδικού Χώρου στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης κ.Βασίλης Δαλκαβούκης και ο πρόεδρος του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ροδόπης κ.Στέφανος Μακρυγιάννης, υπό τον συντονισμό της δημοσιογράφου κ.Νατάσσας Βαφειάδου.

Νάγια Δαλακούρα

«Η μουσειακή εκπαίδευση κάθε άλλο παρά αυτονόητη υπήρξε»

Τον λόγο έλαβε πρώτη η κ.Νάγια Δαλακούρα η οποία στάθηκε αρχικά στην πολυετή διαδρομή του Στάθη Γκότση στον χώρο της μουσειακής εκπαίδευσης. Όπως υπενθύμισε, ο συγγραφέας σπούδασε Ιστορία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε για περισσότερα από τριάντα χρόνια στο Υπουργείο Πολιτισμού, αρχικά στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και στη συνέχεια στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, σχεδιάζοντας και υλοποιώντας εκπαιδευτικές δράσεις τόσο για σχολικές ομάδες όσο και για ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες.

Η ίδια υπογράμμισε ότι σήμερα η αντίληψη του μουσείου ως εκπαιδευτικού χώρου μπορεί να μοιάζει αυτονόητη, ωστόσο χρειάστηκε μακρά και επίπονη διαδικασία για να εδραιωθεί στην ελληνική πραγματικότητα, περιγράφοντας τα «άλματα» που γίνονταν ανά δεκαπενταετία περίπου, από το 1954, έτος υλοποίησης της διεθνούς συνάντησης στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας με θέμα τον ρόλο των μουσείων στην εκπαίδευση, έως και σήμερα όπου μπορούμε να μιλάμε για τη σταδιακή ανάπτυξη οργανωμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων στα ελληνικά μουσεία.

Ένα σύγχρονο μουσείο δεν μπορεί να περιορίζεται στην απλή έκθεση αντικειμένων, αλλά οφείλει να διαμορφώνει ένα μαθησιακό περιβάλλον που ευνοεί τον πειραματισμό, τον διάλογο, την προσωπική ανακάλυψη και την ενεργό συμμετοχή του επισκέπτη

Όπως εξήγησε η ίδια το βιβλίο συνδυάζει δύο διαφορετικές αλλά αλληλένδετες διαστάσεις: από τη μία την ιστορική αναδρομή της μουσειακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα και από την άλλη τη βιωματική καταγραφή εμπειριών και πρακτικών που διαμόρφωσαν τη μουσειακή πολιτική των τελευταίων δεκαετιών. Άλλωστε, όπως υποστήριξε, ένα σύγχρονο μουσείο δεν μπορεί να περιορίζεται στην απλή έκθεση αντικειμένων, αλλά οφείλει να διαμορφώνει ένα μαθησιακό περιβάλλον που ευνοεί τον πειραματισμό, τον διάλογο, την προσωπική ανακάλυψη και την ενεργό συμμετοχή του επισκέπτη.

Ιδιαίτερη αξία απέδωσε στα κεφάλαια του βιβλίου που αφορούν δράσεις με ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, μεταξύ αυτών και προγράμματα με κοινότητες Ρομά, χαρακτηρίζοντας τη σχετική εμπειρία του συγγραφέα ιδιαίτερα χρήσιμη για όσους δραστηριοποιούνται στον χώρο της μουσειακής παιδαγωγικής.

Βασίλης Δαλκαβούκης

Ένα βιβλίο «συμπεριληπτικό» σε χώρο, κοινωνία και επιστήμες

Με διαφορετική αφετηρία προσέγγισε το βιβλίο ο κ.Βασίλης Δαλκαβούκης, συμφοιτητής του συγγραφέα κατά τα φοιτητικά τους χρόνια,. ο οποίος παραδέχθηκε εξαρχής τη δική του «ιδιόμορφη σχέση» με τα μουσεία. Η ακριβώς αντίθετη αυτή αφετηρία τον οδήγησε, όπως είπε, να αναγνωρίσει στο βιβλίο έναν τρόπο επαναπροσέγγισης της έννοιας του μουσείου.

Κεντρική έννοια στην τοποθέτησή του υπήρξε η συμπεριληπτικότητα. Όχι μόνο με τη συνήθη κοινωνική της έννοια, αλλά ως συμπερίληψη του χώρου, των κοινωνικών ομάδων και διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων.

Ο κ. Δαλκαβούκης στάθηκε ιδιαίτερα στη διευρυμένη έννοια της μουσειακής εκπαίδευσης που υιοθετεί ο συγγραφέας, σύμφωνα με την οποία η εκπαιδευτική διαδικασία δεν περιορίζεται στο κτίριο του μουσείου, αλλά μπορεί να αναπτύσσεται σε μνημεία, αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικούς οικισμούς και γενικότερα «σε κάθε τόπο όπου ανιχνεύεται η ανθρώπινη παρουσία και δημιουργία μέσα από τα υλικά της ίχνη».

Τα μουσειακά αντικείμενα δεν διαθέτουν μία και μοναδική, παγιωμένη ερμηνεία, αλλά επανανοηματοδοτούνται κάθε φορά από το παρόν και από τις κοινωνίες που τα προσεγγίζουν

Παράλληλα μίλησε για τα γραφόμενα του κ.Γκότση που αφορούν τον κοινωνικό αποκλεισμό, τα άτομα με αναπηρία, την τρίτη ηλικία, την ψυχική υγεία, τις φυλακές, τη διαπολιτισμικότητα και τις κοινότητες Ρομά, υπογραμμίζοντας ότι το μουσείο, εφόσον θέλει να έχει κοινωνικό ρόλο, δεν μπορεί να απευθύνεται αποκλειστικά στις μορφωμένες ελίτ.

Για τον ίδιο, ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του βιβλίου είναι ότι δεν μένει στη θεωρία. Συνδυάζει την αρχαιολογία, τη μουσειολογία, την παιδαγωγική και την κοινωνική ανθρωπολογία, αλλά τελικά καταλήγει σε συγκεκριμένες εφαρμογές, πρακτικές και τεχνικές.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε επίσης στην ιστορική διάσταση του έργου, στην πρωτοποριακή συνάντηση της UNESCO στην Αθήνα το 1954, αλλά και στην αλλαγή των κοινωνικών και πολιτικών πλαισίων μέσα στα οποία εξελίχθηκαν οι μουσειακές αντιλήψεις τις επόμενες δεκαετίες.

Ο κ. Δαλκαβούκης στάθηκε ακόμη στην ιδέα ότι τα μουσειακά αντικείμενα δεν διαθέτουν μία και μοναδική, παγιωμένη ερμηνεία, αλλά επανανοηματοδοτούνται κάθε φορά από το παρόν και από τις κοινωνίες που τα προσεγγίζουν.

«Το παρελθόν δεν υφίσταται από μόνο του. Υφίσταται επειδή το παρόν ενδιαφέρεται γι’ αυτό», ήταν η ιδέα που ανέδειξε μέσα από την ανάγνωσή του, χαρακτηρίζοντας τελικά το βιβλίο ένα καλά τεκμηριωμένο και ουσιαστικό εργαλείο προσέγγισης του μουσείου.

Στέφανος Μακρυγιάννης

Το μουσείο ως μέρος του δικαιώματος στην εκπαίδευση

Την οπτική του επί των γραφομένων του κ.Γκότση, ως εκπαιδευτικός, παρουσίασε ο κ.Στέφανος Μακρυγιάννης υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων πως μέσα στις σελίδες του βιβλίου του μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τις προϋποθέσεις για την ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος στην εκπαίδευση, ακόμη και σε χώρους μη τυπικής μάθησης όπως το μουσείο.

Στάθηκε ειδικότερα στις έννοιες της διαθεσιμότητας, της προσβασιμότητας, της δεκτικότητας και της δυνατότητας προσαρμογής, υπογραμμίζοντας ότι η πρόσβαση στο μουσείο δεν εξαντλείται στην ύπαρξη μιας ράμπας ή ενός ανελκυστήρα και γενικότερα των υποδομών.

Οι επισκέπτες δεν φτάνουν στο μουσείο χωρίς ταυτότητα και εμπειρίες. Κουβαλούν μαζί τους το δικό τους πολιτισμικό κεφάλαιο, το οποίο δεν αρκεί απλώς να γίνεται ανεκτό αλλά πρέπει να αξιοποιείται δημιουργικά στη μουσειακή εμπειρία. Δεν μπορούμε εμείς να σχεδιάζουμε μουσεία και χώρους χωρίς τη γνώμη αυτών που θέλουν να τα επισκεφθούν

Προσβασιμότητα, όπως εξήγησε, σημαίνει κατάλληλο προσωπικό, παιδαγωγικό υλικό, κατανοητή γλώσσα, δυνατότητα συμμετοχής και φυσικά οικονομική δυνατότητα μετάβασης και επίσκεψης, παραθέτοντας μάλιστα τα εμπόδια που θέτει σε αυτήν, η πιο πρόσφατη εγκύκλιος του Υπουργείου Παιδείας για τις σχολικές εκδρομές.

Έθεσε επίσης το ζήτημα του κατά πόσο τα μουσεία είναι πραγματικά δεκτικά απέναντι σε διαφορετικές κοινωνικές και πολιτισμικές ομάδες.

Οι επισκέπτες, τόνισε, δεν φτάνουν στο μουσείο χωρίς ταυτότητα και εμπειρίες. Κουβαλούν μαζί τους το δικό τους πολιτισμικό κεφάλαιο, το οποίο δεν αρκεί απλώς να γίνεται ανεκτό αλλά πρέπει να αξιοποιείται δημιουργικά στη μουσειακή εμπειρία.

«Δεν μπορούμε εμείς να σχεδιάζουμε μουσεία και χώρους χωρίς τη γνώμη αυτών που θέλουν να τα επισκεφθούν», σημείωσε, εξηγώντας ότι διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να μην αισθανθούν ποτέ ότι το μουσείο τα αφορά.

Ως εκπαιδευτικός, χαρακτήρισε το βιβλίο ένα εργαλείο που μπορεί να αξιοποιηθεί όχι μόνο μέσα στα μουσεία αλλά και στη σχολική τάξη, στον περίπατο, στα μνημεία της πόλης και σε κάθε περιβάλλον στο οποίο μπορεί να παραχθεί βιωματική γνώση.

Αναφέρθηκε μάλιστα στο πώς η ανάγνωση του βιβλίου τον έκανε να επανεξετάσει ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο υποδέχεται τους μαθητές του στο εργαστήριο φυσικών επιστημών, ώστε αντί να τους παρέχει έτοιμες απαντήσεις να τους ενθαρρύνει να παρατηρούν και να διατυπώνουν οι ίδιοι ερωτήματα.

Στάθης Γκότσης

«Το μουσείο πρέπει να βρει τρόπους να φτάσει στο κοινωνικό σώμα»

Παίρνοντας τον λόγο, ο κ.Στάθης Γκότσης περιέγραψε το βιβλίο ως μια προσωπική κατάθεση τριών και πλέον δεκαετιών εμπειρίας στον χώρο της μουσειακής εκπαίδευσης, αλλά και ως καταγραφή αγωνιών και ερωτημάτων για το μέλλον της.

Όπως σημείωσε, παρά τα βήματα που έχουν γίνει, πολλά από όσα θεωρούνται σήμερα κατακτήσεις της μουσειακής εκπαίδευσης δεν έχουν εδραιωθεί πλήρως στην πράξη.

Έθεσε, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα της έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού στις αρχαιολογικές υπηρεσίες, επισημαίνοντας ότι οι εκπαιδευτικές δράσεις συχνά εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως πάρεργο, το οποίο υλοποιούν αρχαιολόγοι παράλληλα με αυξημένες διοικητικές, ερευνητικές και τεχνικές υποχρεώσεις.

Το μουσείο να μη μεταδίδει απλώς έτοιμη γνώση, αλλά να διαμορφώνει συνθήκες διαλόγου. Μια σχολική ομάδα, για παράδειγμα, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παθητικός δέκτης πληροφοριών αλλά ως ομάδα ανθρώπων με διαφορετικές εμπειρίες και προσλαμβάνουσες, που μπορεί μέσα από τη συζήτηση να συνθέσει μια νέα γνώση

Ο ίδιος στάθηκε και σε μια ακόμη δυσκολία: στο γεγονός ότι τα μουσεία εξακολουθούν για σημαντικό μέρος της κοινωνίας να θεωρούνται χώροι βαρετοί, δυσνόητοι ή ξένοι προς τις δικές του εμπειρίες.

Παράλληλα, επισήμανε ότι τα μουσεία καλούνται πλέον να λειτουργήσουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου ανταγωνίζονται τη σύγχρονη «βιομηχανία του ελεύθερου χρόνου», γεγονός που εγκυμονεί, όπως υποστήριξε, τον κίνδυνο να προσαρμόζονται σε περισσότερο θεαματικές και εύπεπτες εκδοχές παρουσίασης του παρελθόντος, εις βάρος της επιστημονικής και κοινωνικής τους λειτουργίας.

Για τον Στάθη Γκότση, πάντως, το βασικό ζητούμενο παραμένει το ίδιο: το μουσείο να μπορέσει να φτάσει σε εκείνους που σήμερα δεν το επισκέπτονται. «Το ανοίξαμε και σας περιμένουμε, δεν είναι πια αρκετό», τόνισε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι τα μουσεία οφείλουν να βρουν ενεργητικούς τρόπους σύνδεσης με το κοινωνικό σώμα. Και το κοινωνικό σώμα, συνέχισε, δεν είναι ενιαίο. Περιλαμβάνει διαφορετικές κοινωνικές, μορφωτικές, οικονομικές και πολιτισμικές ομάδες, οι οποίες πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζουν και τη δική τους εμπειρία μέσα στις αφηγήσεις του μουσείου.

Στο πλαίσιο αυτό, έδωσε έμφαση στην ανάγκη το μουσείο να μη μεταδίδει απλώς έτοιμη γνώση, αλλά να διαμορφώνει συνθήκες διαλόγου. Μια σχολική ομάδα, για παράδειγμα, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παθητικός δέκτης πληροφοριών αλλά ως ομάδα ανθρώπων με διαφορετικές εμπειρίες και προσλαμβάνουσες, που μπορεί μέσα από τη συζήτηση να συνθέσει μια νέα γνώση.

Επιλέγοντας, σε μια φθίνουσα πολιτισμικά εποχή, η συζήτηση για τη μουσειακή εκπαίδευση στην Κομοτηνή και τον ρόλο των μουσείων, που δυστυχώς δεν προλάβαμε να τα καταστήσουμε με ικανοποιητικό τρόπο προσβάσιμα στα πολλαπλά κοινά που συμβιώνουν και στον τόπο μας,  συντέλεσε να συνειδητοποιήσουμε  ότι πολλά βήματα πρέπει ακόμη  να γίνουν…

Είθε…

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.