Oδοιπορικο στον Εβρο που ολο και ερημωνει

Ένα σύντομο πέρασμα είναι αρκετό για να διαπιστώσεις την απόλυτη εγκατάλειψη. Δυο Θρακιώτες και ένας φωτογράφος μιλάνε για την παρακμή ενός από τα πιο νευραλγικά σημεία της χώρας

Οι δύο Τούρκοι φαντάροι με πλησίασαν με καχυποψία, κρατώντας οπλοπολυβόλα. Δεν γνωρίζουν αγγλικά. Με ρωτάνε κάτι στα τουρκικά, δεν καταλαβαίνω αλλά φαντάζομαι ότι θέλουν να μάθουν τι κάνω δίπλα στον έλεγχο διαβατηρίων των τουρκικών συνόρων πεζός, κρατώντας το σάκο μου. Απευθυνόμενος στο τηλέφωνο του ενός εξηγώ στα αγγλικά ότι δεν ήξερα ότι δεν μπορώ να περάσω τα σύνορα περπατώντας και ότι πρέπει να βρω κάποιον να δεχτεί να με πάρει με το αυτοκίνητο του. Δεν καταλαβαίνουν αλλά μόλις πλησιάζει μία Μερσεντές και κάνω νόημα να σταματήσει, γελάνε και κάνουν «α, οτοστόπ!». Ούτε ο οδηγός του αυτοκινήτου μιλάει αγγλικά αλλά ευτυχώς μιλάει ο Ερμίν, ο δεκαεξάχρονος γιος του, και δέχονται να με πάρουν μαζί τους.

Στις Καστανιές, από την ελληνική πλευρά πια, έχοντας περάσει τα σύνορα ασφαλής, περπατάω προς το χωριό, ενώ η ουρά προς Τουρκία είναι ατέλειωτη – δεκάδες οχήματα με αριθμούς Γερμανίας, Βελγίου, Ολλανδίας, προφανώς Τούρκοι που επιστρέφουν στην πατρίδα για το καλοκαίρι. Καλώ με το κινητό μου ένα ταξί από την Ορεστιάδα. Όσο περιμένω και καθώς διασχίζω το χωριό μέχρι την πλατεία όπου θα με περίμενε το ταξί, συναντάω ελάχιστους κατοίκους, κυρίως ηλικιωμένους, στα δυο καφενεία.

Οι πόρτες των μονοκατοικιών μοιάζουν ερμητικά κλειστές από χρόνια. Πιάνω κουβέντα με τον ταξιτζή, του λέω πόσο εντύπωση μου έκανε η απουσία ανθρώπων στο χωριό και όπως όλοι του επαγγέλματος, ξεκινάει την ανάλυση. «Δεν έχει μείνει κανένας, όλοι οι νέοι έχουν φύγει για τις μεγάλες πόλεις, Αλεξανδρούπολη, Θεσσαλονίκη και Αθήνα». «Ποιος καλλιεργεί τα χωράφια;» ρωτάω. «Μέχρι πριν λίγα χρόνια εποχικοί Βούλγαροι εργάτες», μου απαντάει. «Τώρα σταμάτησαν να έρχονται κι αυτοί καθώς οι μισθοί στα μέρη τους αυξήθηκαν και δεν διαφέρουν πολύ από της Ελλάδας». Μαθαίνω ότι κάποια ημερομίσθια κάνουν οι αστυνομικοί και οι στρατιωτικοί. Παίρνουν άδεια από τις υπηρεσίες τους και δουλεύουν στα χωράφια συμπληρώνοντας τον πενιχρό τους μισθό.

Πώς θα χαρακτήριζα τον Έβρο; Ένα ορθογώνιο σύνορο, η πεδιάδα που σε καταπίνει, η υγρασία που σε τυλίγει σαν πέπλο, η ατελείωτη πρασινάδα, το πυκνό υδάτινο τοπίο, η déjà vu πραγματικότητα που όμως έχει τη δική της ταυτότητα.

Σε λιγότερο από 20 λεπτά έχουμε φτάσει στην Ορεστιάδα. Είναι Κυριακή μεσημέρι, κατακαλόκαιρο, και θα πρέπει να περιμένω σχεδόν τρεις ώρες για το ΚΤΕΛ που θα με αφήσει στο αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης. Ο ήλιος καίει, οι δρόμοι είναι έρημοι, τα καφέ άδεια. Πιθανόν οι φοιτητές να έχουν φύγει για τις διακοπές τους, σκέφτομαι, αλλά αναρωτιέμαι πού είναι ο στρατός, έχοντας αφήσει πίσω μου το Εντίρνε, δηλαδή την Αδριανούπολη, μια πόλη που συνεχώς χτίζεται και επεκτείνεται και σφύζει από ζωή. Συγκριτικά η Ορεστιάδα μού φαίνεται υπερβολικά μικρή, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Στο μεγαλύτερο μέρος της δεν διαφέρει από την πλειονότητα των επαρχιακών πόλεων της ελληνικής περιφέρειας: άσχημες πολυκατοικίες, χαμηλά κτίρια, παντού η γαλανόλευκη, σε τοίχους, σε τζάμια, ακόμα και σε δορυφορικά πιάτα, να υπερασπίζεται την απειλούμενη από τους γείτονες ελληνική επικράτεια.

Στους τοίχους και στις κολόνες της ΔΕΗ βλέπεις αφίσες γνωστών αθηναϊκών θιάσων και μουσικών εκδηλώσεων. Φαντάζομαι ότι θα είναι και οι μόνες καλλιτεχνικές επιλογές σε αυτήν την εσχατιά της Ελλάδας. Αλλά αυτό που με σοκάρει είναι η απουσία ανθρώπων. Διαβάζω στο διαδίκτυο ότι ο επίσημος πληθυσμός της πόλης δεν ξεπερνάει τις δεκαοχτώ χιλιάδες, άρα πιθανόν ένα ζεστό καλοκαιρινό μεσημέρι οι περισσότεροι, και κυρίως οι νέοι, να προτιμάνε να πάνε στις κοντινότερες παραλίες. Ωστόσο, η απογοήτευσή μου είναι μεγάλη καθώς σκέφτομαι ότι βρίσκομαι στην ελληνική μεθόριο. Περίμενα μια διαφορετική και πιο δυναμική εικόνα, μια πιο ζωντανή πόλη, όχι εγκατάλειψη και ερημιά. Από την άλλη, αν ένας τόπος δεν διαθέτει δυνατή οικονομία, τίποτα δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να αποδώσει. Οπότε ο ταξιτζής είχε δίκιο.

Αυτό ακριβώς ήταν και το βασικότερο επιχείρημα που άκουσα όταν λίγες ημέρες μετά, μίλησα τηλεφωνικά με τον συγγραφέα Χρήστο Κιοσσέ (βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ελκυστής) που ζει μόνιμα στην Ορεστιάδα, αναζητώντας απαντήσεις για αυτό που αντίκρισα. Μου είπε λοιπόν: «Έτσι όπως εξελίσσεται η όλη κατάσταση δεν υπάρχει μέλλον. Μας έχουν αφήσει στο έλεος του θεού. Σαν πόλη, η Ορεστιάδα είναι πολύ ωραία, είναι μια ήρεμη πόλη ιδανική για οικογένειες, δεν υπάρχει άγχος. Εδώ έχω ζήσει όλη μου τη ζωή. Αν η οικονομία συνεχίσει έτσι όμως, ο κόσμος θα φύγει, τι θα κάνει; Μια φιλική μου οικογένεια μόλις μετακόμισε στην Γερμανία, πρώτα ο πατέρας, και θα ακολουθήσουν οι υπόλοιποι. Εδώ δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα.

Είμαστε στην άκρη του κόσμου, δεν μας δίνουν σημασία. Εν τω μεταξύ έχει μειωθεί ο πληθυσμός και τα χωριά έχουν σβήσει. Θα έπρεπε να δώσουν περισσότερη βάση σε εμάς. Η Αδριανούπολη απέναντι έχει μεγάλη ανάπτυξη, είναι το άκρως αντίθετο. Πήγε ο ίδιος ο Ερντογάν και έδωσε ένα σωρό παροχές. Εμείς είχαμε ένα σημαντικό εργοστάσιο ζάχαρης κι έκλεισε, όπως και πολλές βιοτεχνίες. Κι όμως ήταν μεγάλο κεφάλαιο για την οικονομία της περιοχής, όπως και για όλη την καλλιέργεια τεύτλων της περιοχής – τώρα παράκμασε και αυτή. Έκλεισε ο κύκλος αυτός. Οι νέοι δεν σκέφτονται να κάτσουν, αναζητούν την τύχη τους αλλού. Δεν ξέρω πού θα βγάλει όλο αυτό. Το πανεπιστήμιο δεν βοηθάει. Είναι να ανοίξει Κτηνιατρική Σχολή και Μουσικό Γυμνάσιο αλλά είναι σπασμωδικές κινήσεις αυτές. Εδώ χρειάζεται ένα άλμα όχι βήματα».

Νομίζω δραστηριοποιούνται διάφοροι πολιτιστικοί σύλλογοι, διάβασα ότι υπάρχει και ένας θεατρικός σύλλογος, ο Διόνυσος, κάτι θα προσφέρει, του λέω. «Προσπαθούν. Έχουμε και το Public όπου γίνονται παρουσιάσεις βιβλίων. Γίνονται προσπάθειες πολιτιστικές, με φεστιβάλ και τα λοιπά, αλλά χρειάζονται περισσότερη στήριξη. Κάποιοι θέλουν να μείνουν, προσπαθούμε, αλλά δεν αρκεί. Καλοί οι σύλλογοι και τα πανηγύρια αλλά χρειάζονται δουλειές για να κρατήσουν τον κόσμο εδώ, π.χ. να ανοίξουν εργοστάσια. Το Φεστιβάλ του Άρδα που γίνεται εδώ και δεκαετίες, όταν ξεκίνησε ήταν μεγάλο γεγονός, έρχονταν χιλιάδες κατασκηνωτές, τώρα αργοπεθαίνει. Και ας μη μιλήσουμε για νυχτερινή ζωή, που δεν υπάρχει. Οι νέοι κατεβαίνουν στην Αλεξανδρούπολη για να διασκεδάσουν ή πηγαίνουν τριήμερο στην Θεσσαλονίκη».

Ο Χ. Κιοσσές μου επιβεβαίωσε όλη εκείνη την απαισιόδοξη αίσθηση που εισέπραξα από το σύντομο πέρασμα μου από την πόλη του. Αναπόφευκτα έπρεπε να επικοινωνήσω με την καλή φίλη Αγγελική Γιαννακίδου, ιδρύτρια του περίφημου Εθνολογικού Μουσείου Θράκης που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη για να ζητήσω και τη δική της γνώμη. Αν υπάρχει κάποιος που γνωρίζει τη Θράκη πραγματικά, είναι αυτή η γυναίκα. Αφού της μετέφερα τις ανησυχίες μου, μου εξήγησε με τη σειρά της: «Ο Έβρος έχει πάνω από 250 πολιτιστικούς συλλόγους – άτυπους μηχανισμούς που μέσα από τις δράσεις τους, αναβίωση εθίμων και κυρίως της χορευτικής παράδοσης, προσδίδουν ένα αίσθημα συμβολικής οχύρωσης και αυτοπεποίθησης απέναντι σε μια αίσθηση εγκατάλειψης και ερήμωσης. Οι σύλλογοι αυτοί, ως ιδιαίτερα ζωντανοί πυρήνες σε κάθε χωριό, θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικά παραγωγικοί και να βοηθήσουν πολύ την κατάσταση. Αλλά πρέπει να πάψουν να λειτουργούν ως ψηφοφορικές δεξαμενές. Και εννοώ να σταματήσει να είναι το βασικό κίνητρο για την επιβίωση και τη στοχοθέτησή τους η κάθε είδους επιχορήγηση από τοπικούς αυτοδιοικητικούς φορείς ή και από την κεντρική πολιτική διοίκηση. Να μετρήσει όχι ο αριθμός των μελών τους αλλά η δυνατότητα παρέμβασης και σύμπραξης με την τοπική κοινωνία την οποία εκπροσωπούν με την ευρεία έννοια της πολιτικής, που είναι εκείνη της ανάπτυξης γόνιμου και ουσιαστικού διαλόγου, της εκπροσώπησης και, τέλος, της παρέμβασης. Με βάση το πολιτιστικό απόθεμα θα μπορούσαν να αναπτύξουν πολιτιστική επιχειρηματικότητα, η οποία βέβαια προϋποθέτει δημιουργικότητα και όχι απλή αντιγραφή-αναπαραγωγή ενός ‘’μουσειακού’’ παρελθόντος. Η πολιτιστική κληρονομιά πρέπει να γίνει μια βιώσιμη οικονομική δραστηριότητα με κοινωνικό αντίκτυπο».

Μήπως η Αλεξανδρούπολη λόγω του λιμανιού της λειτούργησε σαν «ταφόπλακα» του υπόλοιπου νομού; ρωτάω. «Από το 2018, όταν δια στόματος του τότε πρέσβη της Αμερικής ακούστηκε ότι το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης αποτελεί ‘’ένα φανταστικό οικονομικό πόρο’’, ήρθε στο προσκήνιο η προνομιούχα γεωπολιτική θέση της Θράκης. Η Αλεξανδρούπολη έγινε ορατή. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να τραβήξει όλη την οικονομική ικμάδα των πόλεων του Έβρου, όπως το Σουφλί, η Ορεστιάδα, το Διδυμότειχο. Όλοι ενδιαφέρονται να επενδύσουν εδώ. Ο τομέας της πρωτογενούς παραγωγής και της μεταποίησης των προϊόντων, όπως και το πολιτιστικό απόθεμα στον Έβρο δεν γίνονται επενδυτικός στόχος, όπως θα έπρεπε. Γιατί υπάρχει μια τρομερή δυναμική μέσα στο πλαίσιο της βιώσιμης ανάπτυξης. Αλλά δεν το χειριζόμαστε όπως θα έπρεπε.

Στο Σουφλί π.χ. υπάρχουν 2-3 άνθρωποι που υποστηρίζουν όλο αυτό το θέμα της πολύτιμης μεταξωτής κλωστής. Η διαχείριση αυτής της κληρονομιάς, άυλης και υλικής, θα έπρεπε να έχει σαν στόχο αυτό το βιομηχανικό κέντρο του παρελθόντος να καταστεί ένας διεθνής πρότυπος δημιουργικός θύλακας. Δεν θα πρεπε να παραμένει μόνο μια πόλη-πωλητήριο ενός προϊόντος που ανέθρεψε γενιές και γεφύρωσε πανελλήνιες και όχι μόνο εμπορικές συναλλαγές και συνεργασίες, αλλά να προτείνει νέες και αλλιώτικες κοιτώντας το μέλλον.

Στο κέντρο του νομού το Διδυμότειχο σηκώνει ένα τεράστιο ιστορικό βάρος που είναι συνυφασμένο με ένα αυτοκρατορικό παρελθόν. Υπήρξε η έδρα του Ιωάννη ΣΤ’ του Καντακουζηνού. Μεταξύ Αδριανούπολης και Διδυμότειχο έγιναν κρίσιμες συγκρούσεις που οδήγησαν στο τέλος του Βυζαντίου μετά από τους εικοσαετείς καταστροφικούς εμφύλιους σπαραγμούς. Σήμερα το γεγονός ότι η πλούσια κληρονομιά σε μνημεία και ιστορικά κτίρια συνυπάρχει με ένα αδιάφορο και υποβαθμισμένο σύγχρονο αστικό περιβάλλον εγείρει το ζήτημα της λήθης που απειλεί τη συλλογική ιστορική μνήμη. Ακόμα δεν έχει βρεθεί ουσιαστική λύση.

Είναι γεγονός ότι μετά τα γεγονότα του 2020 στα ελληνοτουρκικά σύνορα τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Η κυβέρνηση έχει στρέψει την προσοχή της στην περιοχή και γίνονται έργα στη Θράκη που δίνουν ορατότητα στο Διδυμότειχο. Τελειώνει η αποκατάσταση του τεμένους Βαγιαζήτ, ξεκίνησαν οι εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης του κάστρου όπως και της Πλωτινόπολης, η συντήρηση των τριών μεταβυζαντινών εκκλησιών δυτικά του Διδυμοτείχου συνεχίζεται όπως και τα έργα στη Δοξιπάρα. Ιδρύθηκε η Ψυχιατρική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Παρόλα αυτά χρειάζεται να γίνουν πολλά πράγματα ακόμα. Γιατί; Το Διδυμότειχο έχει μια μεγάλη περιφέρεια από χωριά με τεράστιο πολιτιστικό απόθεμα το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί και να καταστεί οικονομικός πόρος στο πλαίσιο του αειφόρου, εναλλακτικού, βιωματικού τουρισμού ως εργαλείου βιώσιμης τοπικής ανάπτυξης.

Γιατί παράδοση δεν είναι μόνο αυτό που κληρονομήσαμε, είναι και αυτό που επιλέγουμε να συνεχίσουμε. Όσο δε για την Ορεστιάδα, είναι μια νέα πόλη, τοποθετημένη σε έναν απέραντο κάμπο με σπουδαία πρωτογενή παραγωγή. Στην πόλη λειτουργεί ήδη το Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων του Δημοκρίτειου ενώ πρόσφατα εξαγγέλθηκε και η ίδρυση Κτηνιατρικής Σχολής, μια εξέλιξη που ανοίγει νέες προοπτικές για σύγχρονες μορφές ζωικής και γεωργικής παραγωγής. Θα ήταν ευχής έργον το πανεπιστήμιο να συνεργαστεί με τους αγρότες για την εισαγωγή νέων πειραματικών καλλιεργειών και την ενίσχυση της μεταποίησης των προϊόντων. Η Ορεστιάδα αποτελεί την πιο εύφορη περιοχή της Θράκης, μια ‘’Μεσοποταμία’’, όπως τη λένε οι ντόπιοι, χτισμένη σε μια γόνιμη γη ανάμεσα στα δυο ποτάμια, στον Άρδα και τον Έβρο. Κι όμως, οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν παραιτηθεί – και αυτό είναι το χειρότερο. Ο μεγαλύτερος εχθρός του τόπου».

Ρωτάω αν θεωρεί απειλή το αυξανόμενο ενδιαφέρον Τούρκων επιχειρηματιών για αγορά ακινήτων στην περιοχή όπως διατείνονται πολλοί. Δίνει τη δική της ερμηνεία πάνω σε αυτό: «Το θέμα δεν είναι αν αγοράζουν οι Τούρκοι και οι Βαλκάνιοι. Εμείς τι κάνουμε; Αν εγώ έχω ‘’τα του οίκου μου’’ τακτοποιημένα, νιώθω ασφαλής στον τόπο μου και είμαι δημιουργική και δυνατή, δεν με νοιάζουν οι επιχειρηματικές  τους  δραστηριότητες. Το θέμα είναι εμείς τι κάνουμε. Η ανησυχία δεν αφορά τη συμπεριφορά του άλλου αλλά τη δική μας αίσθηση αξίας γι’ αυτό που έχουμε. Και όσο  περισσότερο ασφαλής νιώθουμε και δενόμαστε μ αυτό, τόσο αυξάνεται η αξία του. Η Αλεξανδρούπολη έχει λιμάνι, έχει δήμαρχο ικανό και είναι σημαντικό – αλλά η πόλη έχει φτάσει στα όριά της. Μπορεί τα ξενοδοχεία να έχουν 100% πληρότητα χειμώνα-καλοκαίρι και η εστίαση να δουλεύει συνεχώς στο 80% με 100%, αλλά αυτό δεν φτάνει. Και το προφίλ  του τουρίστα αλλάζει, διαμορφώνεται από το τι του προσφέρει ο επιλεγμένος προορισμός. Αν θέλουμε υψηλότερου επιπέδου τουριστική ανάπτυξη θα πρέπει να τους προσφέρουμε υψηλότερου επιπέδου τουριστική εμπειρία. Ο δήμαρχος, όπως και κάθε δήμαρχος, πρέπει να σκεφτεί την τουριστική βιωσιμότητα. Να συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα πέρα από την εστίαση και τη φιλοξενία. Και εδώ πολλά μπορούνε να γίνουν.

Πρέπει να υπάρξει μια περιφερειακή πολιτιστική πολιτική και ερμηνεία, ώστε να αναδείξουμε τον πολιτισμό, την ανθρωπογεωγραφία του τόπου. Τότε μόνο ο τουρισμός θα γινόταν πολύ πιο ουσιαστικός και προσοδοφόρος. Δεν υπάρχει μόνο ο κεντρικός και ο παραλιακός δρόμος, υπάρχει και ο Άβαντας με τους δύο μεσαιωνικούς πύργους, η Παναγία Κοσμοσώτειρα και το Διδυμότειχο. Και ναι, αν δοθεί μια τέτοια προοπτική όσον αφορά την ενίσχυση των δεξιοτήτων που σχετίζονται με τον πολιτισμό μας και την ανάπτυξη της πολιτιστικής επιχειρηματικότητας, θα ενισχυθεί τόσο η αυτοεκτίμηση όσο και η οικονομία μέσα από δραστηριότητες συναφείς με τον τουρισμό.

Η Αλεξανδρούπολη ήταν πάντα μια πόλη στρατιωτικών, δημοσίων υπαλλήλων, γιατρών και δικηγόρων. Με το που έπαιρναν τη σύνταξη τους έφευγαν για την Αθήνα. Η πόλη δεν πρέπει να ενστερνίζεται τη λογική του αθηναϊκού κράτους ότι η Ελλάδα είναι μόνο η Αθήνα, άρα Έβρος και Θράκη είναι μόνο Αλεξανδρούπολη. Πρέπει να σκεφτεί με όρους μητροπολιτικούς. Αν συνεργαστεί ο δήμος με τους άλλους δήμους θα μπορέσει να κρατήσει τους τουρίστες περισσότερες μέρες. Γι’ αυτό οφείλουμε να βρούμε δημιουργικούς τρόπους για να μετατρέψουμε το πολιτιστικό μας απόθεμα σε κινητήριο δύναμη. Η πραγματική και βιώσιμη ανάπτυξη της περιοχής μας περνά αναγκαστικά μέσα από το τρίπτυχο “πολιτισμός – δημιουργία – οικονομία”. Είναι η απάντηση στα μεγάλα προβλήματα της κλιματικής, οικονομικής, κοινωνικής κρίσης και του δημογραφικού».

Ένας ακόμα άνθρωπος που προσέγγισα ήταν ο Σάκης Δαζάνης, από τους πιο ενδιαφέροντες Έλληνες φωτογράφους, ο οποίος με έδρα την Κοζάνη ταξιδεύει και φωτογραφίζει ολόκληρη την περιφέρεια. Θεωρώ τις φωτογραφίες του από τις πιο αντιπροσωπευτικές του Έβρου. Θέλησα να μιλήσω μαζί του ώστε να συμπεριλάβω και τη γνώμη κάποιου που δεν ζει εκεί αλλά η φύση και το τοπίο τον έχουν κερδίσει. Το πρώτο πράγμα που μου εκμυστηρεύτηκε ήταν ότι είχε κάνει τη θητεία του εκεί και ότι η έκπληξη του ήταν μεγάλη όταν επέστρεψε μετά από χρόνια καθώς η περιοχή έχει αλλάξει δραστικά. Μάλιστα από αυτόν έμαθα γιατί αναφερόμενοι στην περιοχή χρησιμοποιούμε τη λέξη «πινέζα»· έτσι αποκαλούσαν κάποτε οι φαντάροι τον Έβρο (ίσως ακόμα και σήμερα) γιατί οι χάρτες σταθεροποιούνταν με πινέζες στον τοίχο στα δύο άκρα, εκ των οποίων το ένα ήταν αυτό, ως το βορειότερο ανατολικά σημείο της Ελλάδας.

Μου είπε: «Οι Έλληνες ταυτίζουμε τον Έβρο με το στρατιωτικό μας, με μια δύσκολή περίοδος της νιότης μας, την λεγόμενη πινέζα, αλλά ως φωτογράφος δεν μένεις σε αυτά. Για μένα το καινούργιο ήταν οι ατέλειωτες πεδιάδες. Υπάρχει χωριό που λέγεται Καναδάς, δεν χρειάστηκε να ρωτήσω γιατί του έδωσαν αυτό το όνομα, έχει απέραντη πρασινάδα. Βλέπεις κάτι που εκτείνεται και στην άλλη χώρα, στην Τουρκία, όσο προχωράς πιο πάνω η αίσθηση είναι ακόμα πιο δυνατή. Όταν πλησιάζεις το Τριεθνές, είναι σαν να βρίσκεσαι ταυτόχρονα σε τρεις κόσμους. Στον Έβρο βλέπεις και την ερημιά, αλλά αυτή την βλέπεις παντού στην ελληνική επαρχία, απλά εκεί το συναίσθημα είναι πιο γιατί σκέφτεσαι ότι βρίσκεσαι στη μεθόριο. Πώς θα χαρακτήριζα τον Έβρο; Ένα ορθογώνιο σύνορο, η πεδιάδα που σε καταπίνει, η υγρασία που σε τυλίγει σαν πέπλο, η ατελείωτη πρασινάδα, το πυκνό υδάτινο τοπίο, η déjà vu πραγματικότητα που όμως έχει τη δική της ταυτότητα. Οι μικροί λόφοι που δημιουργούν σκαλοπάτια για να ξαναδείς παρόμοια τοπία λίγο διαφορετικά. Η απομόνωση που κάνει το τοπίο επιβλητικό και γιγάντιο. Τα ενεργά και ανενεργά στρατόπεδα, ελληνικές σημαίες ξεθωριασμένες και καινούριες, αγάλματα του μακρινού αλλά και πιο κοντινού παρελθόντος, ηρώων και ηρωίδων, μνημεία πεσόντων, οι χακί στολές εν είδει τζιν και φόρμας, οι σιδηροδρομικές γραμμές που μένουν ανενεργές χωρίς φορτίο, ο Άρδας που ανταγωνίζεται τον Έβρο. Αυτός ήταν ο βόρειος Έβρος στα μάτια μου το μικρό διάστημα που έμεινα στην Ορεστιάδα τέλη χειμώνα του 2025».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.