Οταν το βιβλιο γινεται γριφος και ο αναγνωστης ερευνητης

Uketsu, «Παράξενες εικόνες», μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2026, σελ. 312.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Υπάρχει πάντα ένα μικρό δίλημμα όταν αποφασίζεις να παρουσιάσεις ένα βιβλίο που βρίσκεται έξω από τα καθιερωμένα αναγνωστικά σου γούστα. Γιατί να επιλέξεις ένα μυθιστόρημα μυστηρίου, τρόμου και γρίφων, όταν συνήθως αναζητάς στη λογοτεχνία εντελώς διαφορετικά πράγματα; Μήπως όμως μια βιβλιοπαρουσίαση δεν θα έπρεπε να αφορά μόνο τα βιβλία που αγαπάμε, αλλά και εκείνα που μας κάνουν να αναρωτιόμαστε γιατί τα διάβασαν τόσοι άλλοι;

Οι «Παράξενες εικόνες» του Uketsu ξεκίνησαν για μένα ακριβώς από αυτήν την περιέργεια. Δεν είναι ένα βιβλίο που θα επέλεγα αυθόρμητα. Είναι όμως ένα βιβλίο που, ακριβώς επειδή βρίσκεται έξω από τις συνήθειές μου, με έκανε να κοιτάξω λίγο διαφορετικά όχι μόνο το είδος αυτό, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διαβάζει μια τεράστια μερίδα του αναγνωστικού κοινού –και κυρίως του νεανικού– σήμερα, διαμορφώνοντας τον εκδοτικό χάρτη. Κι ίσως τελικά αξίζει πού και πού να εγκαταλείπουμε τις ασφαλείς αναγνωστικές μας διαδρομές· όχι απαραίτητα για να αλλάξουμε προτιμήσεις, αλλά για να ανακαλύψουμε κάτι πρωτόγνωρα ενδιαφέρον εκεί όπου δεν περιμέναμε να το βρούμε.

Τον τελευταίο καιρό πολλή κουβέντα γίνεται για βιβλία που μοιάζουν να σηματοδοτούν μια αλλαγή στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε ιστορίες. Σ’ αυτήν την κατηγορία ίσως θα μπορούσαν να ενταχθούν οι «Παράξενες εικόνες» του Uketsu, ενός από τα πιο ιδιόμορφα ονόματα της σύγχρονης ιαπωνικής λογοτεχνίας μυστηρίου και τρόμου.

Ο συγγραφέας Uketsu

Ο Uketsu –που σημαίνει «τρύπα της βροχής»– δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Εμφανίζεται πάντοτε με λευκή μάσκα και μαύρη ολόσωμη φόρμα (η στολή του είναι εμπνευσμένη από τους Kuroko, τους βοηθούς σκηνής του κλασικού ιαπωνικού θεάτρου που φορούσαν μόνο μαύρα για να ενσωματωθούν στο φόντο και να γίνουν «αόρατοι»). Επειδή το παραδοσιακό κάλυμμα κεφαλής ήταν δύσκολο να κατασκευαστεί, ο Uketsu επέλεξε τη λευκή μάσκα από παπιέ μασέ, ενώ η φωνή του στα βίντεο παραμορφώνεται ψηφιακά κι ακούγεται τις περισσότερες φορές σαν ένα μικρό κορίτσι. Η πραγματική του ταυτότητα παραμένει άγνωστη και τη γνωρίζουν μόνο τριάντα άνθρωποι. Δηλώνει βέβαια ότι είναι άντρας κι ότι ζει στην επαρχία Καναγκάβα, στο νοτιοδυτικό Τόκιο. Όταν άρχισε να δημοσιεύει βίντεο, εργαζόταν σε ένα σούπερ μάρκετ. Έζησε στο Ηνωμένο Βασίλειο για ένα μικρό χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν μικρός. Πριν περάσει στη λογοτεχνία, έγινε γνωστός μέσα από το YouTube με παράξενα σουρεαλιστικά βίντεο (σπαράγγια που μετατρέπονται σε δάχτυλα όταν κόβονται, λωρίδες κρέατος καρφωμένες σε σκοινί πλυσίματος, οκτώ αυτιά που περιστρέφονται σε έναν τροχό) που έπαιζαν με την αντίληψη του θεατή. Η μετάβαση από την εικόνα και το βίντεο στο βιβλίο δεν επήλθε ως εγκατάλειψη του προηγούμενου μέσου, αλλά μάλλον ως φυσική συνέχεια μιας δημιουργικής γλώσσας που στηρίζεται στην παρατήρηση, στην παραπλάνηση και στην αποκάλυψη.

Το φαινόμενο Uketsu είναι σήμερα πολύ μεγαλύτερο από ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα. Οι «Παράξενες εικόνες», που κυκλοφόρησαν στην Ιαπωνία το 2022, έγιναν διεθνές best seller, μεταφράστηκαν σε δεκάδες χώρες, απέκτησαν manga διασκευή και συνέβαλαν στη μετατροπή του συγγραφέα σε διεθνές εκδοτικό φαινόμενο. Η επιτυχία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή ο Uketsu δεν προέρχεται από τον παραδοσιακό χώρο της λογοτεχνικής οικογένειας. Έρχεται από το διαδίκτυο και μεταφέρει στο βιβλίο κάτι από τη λογική του: την εικόνα, τον γρίφο, την αναζήτηση, την άμεση συμμετοχή του κοινού. Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται το κλειδί που διαβάζονται φανατικά από εκατομμύρια αναγνώστες οι «Παράξενες εικόνες».

Η υπόθεση του βιβλίου και η γραφή του Uketsu

Οι «Παράξενες εικόνες» ξεκινούν από μια σειρά φαινομενικά ασύνδετων ιστοριών, τις οποίες ενώνει ένα κοινό στοιχείο: παράξενες ζωγραφιές που κρύβουν πληροφορίες τις οποίες οι ήρωες, αλλά και ο αναγνώστης καλούνται να αποκρυπτογραφήσουν. Η πρώτη από αυτές είναι μία παιδική ζωγραφιά που παρουσιάζει μια καθηγήτρια ψυχολογίας στους φοιτητές της, αναζητώντας μέσα της τα σημάδια που θα μπορούσαν να εξηγήσουν ένα παλιό οικογενειακό έγκλημα. Στη συνέχεια, εμφανίζεται ένα διαδικτυακό ημερολόγιο μιας εγκύου γυναίκας, μαζί με σχέδια που αποκτούν εντελώς διαφορετική σημασία μετά τον θάνατό της, ενώ άλλες ιστορίες περιστρέφονται γύρω από παιδικές ζωγραφιές, οικογενειακά μυστικά και έναν καθηγητή τέχνης που βρίσκεται νεκρός έχοντας αφήσει πίσω του, στις τελευταίες του στιγμές, ένα σκίτσο. Όσο η αφήγηση προχωρά, οι φαινομενικά ανεξάρτητες ιστορίες αρχίζουν να συνδέονται και ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι κάθε εικόνα αποτελεί ένα κομμάτι ενός μεγαλύτερου παζλ, καθώς αρχίζουν να εμφανίζονται σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, στα γεγονότα και στα σκίτσα. Αυτό που φαινόταν ασήμαντη λεπτομέρεια αποκτά σημασία και αυτό που είχαμε ήδη διαβάσει χρειάζεται τώρα να ξαναδιαβαστεί υπό το φως μιας καινούργιας πληροφορίας.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το βασικό εύρημα του Uketsu: τα σκίτσα του δεν εικονογραφούν απλώς την ιστορία· είναι μέρος της. Ο αναγνώστης καλείται να τα κοιτάξει όπως θα ερευνούσε ένα στοιχείο σε τόπο εγκλήματος. Να προσέξει μια λεπτομέρεια, να αναρωτηθεί γιατί βρίσκεται εκεί, να επιστρέψει στην προηγούμενη σελίδα και να αναζητήσει κάτι που την πρώτη φορά του είχε διαφύγει. Το βιβλίο επομένως δεν διαβάζεται μόνο γραμμικά. Η ανάγνωση παλινδρομεί, όπως ακριβώς κινείται η σκέψη ενός ερευνητή.

Είναι ασφαλώς ένα έξυπνο gimmick.[1] Κι από δω ξεκινούσε και η αρχική μου επιφύλαξη απέναντι σε ένα τέτοιο βιβλίο: το παιχνίδι με τις εικόνες θα μπορούσε εύκολα να είναι απλώς ένα εντυπωσιακό κόλπο; Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Uketsu καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό να το μετατρέψει σε αφηγηματική τεχνική. Οι εικόνες μάλλον δεν προστέθηκαν για να κάνουν το βιβλίο διαφορετικό, αλλά για να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να το διαβάσουμε. Έτσι, το εύρημα δεν βρίσκεται δίπλα στην αφήγηση, αλλά μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της.

Γιατί πίσω από τους γρίφους υπάρχει μια σκοτεινή ιστορία για τις οικογένειες, τα παιδιά, το τραύμα, τον φόβο και την αδυναμία των ανθρώπων να επικοινωνήσουν. Οι παιδικές ζωγραφιές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, επειδή λειτουργούν σαν μια γλώσσα που προηγείται ή υποκαθιστά τον λόγο. Τα παιδιά μπορεί να μην είναι πάντοτε σε θέση να εξηγήσουν τι τους συμβαίνει, μπορούν όμως να το αποτυπώσουν μέσα από εικόνες, σύμβολα και παραμορφώσεις. Έτσι, οι εικόνες γίνονται ένα είδος κρυφής μαρτυρίας.

Τα θέματα

1. Η οικογένεια ως χώρος προστασίας, αλλά και βίας

Ίσως το σημαντικότερο θέμα είναι η σκοτεινή πλευρά της οικογενειακής αγάπης. Στο βιβλίο η βία δεν έρχεται πάντα από ανθρώπους που δεν αγαπούν. Αντίθετα, κάποιες από τις πιο προβληματικές συμπεριφορές γεννιούνται από την ανάγκη να προστατεύσουμε, να ελέγξουμε ή να κρατήσουμε κοντά μας τον άλλον. Έτσι, η μητρότητα, για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα αποκτά μια ιδιαίτερα σκοτεινή διάσταση. Δεν παρουσιάζεται μόνο ως τρυφερότητα και δημιουργία, αλλά κι ως φόβος, ενοχή, κτητικότητα, ενώ η γονεϊκή αγάπη και η προστασία των παιδιών φέρουν μια αμφίσημη ερμηνεία: πότε η προστασία παύει να είναι φροντίδα και γίνεται έλεγχος; Κι αυτό είναι ένα πολύ πιο ενδιαφέρον ερώτημα από το μονοδιάστατο «ποιος είναι ο δολοφόνος».

2. Η παιδική ηλικία και το τραύμα

Τα παιδιά στο βιβλίο αντιλαμβάνονται πράγματα που οι ενήλικες δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δουν. Οι ζωγραφιές γίνονται ένας τρόπος να εκφραστούν φόβοι, αγωνίες και οικογενειακές εντάσεις που δεν μπορούν να ειπωθούν με λόγια. Η εικόνα όμως μπορεί να μας δώσει μόνο μερική πρόσβαση στον ψυχισμό ενός παιδιού· ποτέ δεν τον αποκαλύπτει ολοκληρωτικά. Και στο σημείο αυτό υπάρχει και μια ωραία ανατροπή: οι ενήλικες προσπαθούν να «διαβάσουν» τα παιδιά, αλλά συχνά τα διαβάζουν λάθος.

Μέσα από αυτήν την οπτική, το βιβλίο αγγίζει και το θέμα του κληρονομημένου τραύματος. Οι άνθρωποι μεταφέρουν στους επόμενους αυτό που δεν κατάφεραν να επεξεργαστούν οι ίδιοι. Οι φόβοι, οι ενοχές, οι σιωπές και οι δυσλειτουργικές συμπεριφορές μπορούν να περάσουν από τη μια γενιά στην άλλη, ακόμη και όταν εκείνοι που τις αναπαράγουν πιστεύουν ότι προστατεύουν τα παιδιά τους. Γι’ αυτό ίσως το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως μια ιστορία για τη διαιώνιση της οικογενειακής βίας και του συναισθηματικού τραύματος: άνθρωποι που έχουν πληγωθεί μπορούν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, να πληγώσουν τους επόμενους.

3. Η ερμηνεία και τα όρια του να «διαβάζουμε» τους άλλους

Ίσως να τίθεται κι ένα πιο φιλοσοφικό θέμα: πόσο ασφαλείς είναι οι ερμηνείες μας; Οι ήρωες προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν ζωγραφιές, συμπεριφορές και στοιχεία. Όμως, η εικόνα δεν έχει μία και μοναδική ερμηνεία. Μπορεί να αποκαλύπτει κάτι και ταυτόχρονα να οδηγεί σε λάθος συμπέρασμα. Οι ζωγραφιές λειτουργούν σαν παράθυρο στον ψυχισμό των δημιουργών τους, αλλά στην ουσία είναι ένα «αδιαφανές» παράθυρο. Κι αυτό μεταφέρεται και στον ίδιο τον αναγνώστη, γιατί, προχωρώντας την ανάγνωση, κι εμείς νομίζουμε ότι ξέρουμε τι βλέπουμε, μέχρι να αποδειχθεί ότι κάναμε λάθος.Κι αυτό ακριβώς οδηγεί σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα του βιβλίου: Μπορούμε πραγματικά να «διαβάσουμε» τους άλλους;

Ίσως λοιπόν οι «Παράξενες εικόνες» να μην είναι μόνο οι ζωγραφιές του βιβλίου. Γιατί παράξενη είναι και η ίδια η πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω από την εικόνα που βλέπουμε στην πραγματική μας ζωή. Μια οικογένεια μπορεί να μοιάζει ευτυχισμένη και να κρύβει βαθιά τραύματα. Ένα παιδί μπορεί να μοιάζει ανέμελο και να βιώνει φόβο. Ένας άνθρωπος μπορεί να εμφανίζεται ως θύμα και να είναι ταυτόχρονα μέρος ενός μηχανισμού βίας.

Ο Uketsu και το μέλλον της ανάγνωσης

Ο Uketsu έχει έρθει από έναν κόσμο στον οποίο ο θεατής δεν είναι πλέον απλώς θεατής. Το YouTube, τα κοινωνικά δίκτυα, τα διαδικτυακά παιχνίδια και οι ψηφιακοί γρίφοι έχουν δημιουργήσει μια διαφορετική σχέση με το κάθε αφήγημα. Σ’ αυτά ο χρήστης θέλει να συμμετέχει, να ψάχνει, να αποκωδικοποιεί, να κάνει υποθέσεις, να μοιράζεται ευρήματα. Ο Uketsu μεταφέρει αυτήν τη συμπεριφορά στο έντυπο βιβλίο.

Ο αναγνώστης των «Παράξενων εικόνων» δεν παίρνει απλώς μια ιστορία έτοιμη για κατανάλωση. Δεν ενδιαφέρεται μόνο για το «τι συνέβη», αλλά και για το «πώς μπορώ να καταλάβω τι συνέβη, πριν μου το φανερώσει ο συγγραφέας;» Έτσι, η ανάγνωση αποκτά κάτι από τη λογική του παιχνιδιού. Η ικανοποίηση δεν προέρχεται μόνο από την αποκάλυψη της λύσης, αλλά πρωτίστως από την προσωπική ανακάλυψη. Κι υπάρχει εδώ ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Ο Uketsu δεν προδίδει το βιβλίο για χάρη του διαδικτύου. Κάνει σχεδόν το αντίθετο: φέρνει το διαδίκτυο μέσα στο βιβλίο. Παίρνει τη λογική της εικόνας, του γρίφου, της αναζήτησης, της αποκωδικοποίησης και της συμμετοχής και τη μεταφέρει σε ένα έντυπο. Το βιβλίο παύει έτσι να είναι απλώς κάτι που διαβάζουμε και γίνεται κάτι που ερευνούμε. Γιατί η ανάγνωση έχει γίνει σήμερα σε μεγάλο βαθμό διαδραστική και συμμετοχική.

Αυτό ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον μήνυμα των «Παράξενων εικόνων» για το μέλλον της ανάγνωσης. Το βιβλίο δεν χρειάζεται απαραίτητα να ανταγωνιστεί τις νέες μορφές αφήγησης. Μπορεί να τις απορροφήσει. Ο αναγνώστης που έχει συνηθίσει στις εικόνες, στα βίντεο, στα παιχνίδια και στις διαρκείς εναλλαγές της ψηφιακής οθόνης δεν είναι κατ’ ανάγκη ένας αναγνώστης που θα πρέπει να εγκαταλείψει το βιβλίο. Είναι ένας αναγνώστης που ίσως ζητά από αυτό μια διαφορετική μορφή συμμετοχής. Ο Uketsu φαίνεται να το αντιλαμβάνεται πολύ καλά. Γι’ αυτό και οι «Παράξενες εικόνες» είναι υβριδικές, κυρίως ως προς τη μορφή και την αναγνωστική τους λειτουργία. Κι ίσως ακόμα μας προτείνει αυτό που ορίζεται ως gamification της ανάγνωσης: η ανάγνωση δηλαδή να αποκτά στοιχεία παιχνιδιού. Υπάρχει ένας γρίφος, υπάρχουν ενδείξεις, υπάρχουν κρυμμένα στοιχεία, υπάρχει η χαρά της αποκάλυψης και, κυρίως, υπάρχει η αίσθηση ότι εγώ, ο αναγνώστης, μπορώ να αναφωνήσω «εύρηκα, εύρηκα».

Η λογοτεχνική αποτίμηση

Αν υπάρχει, ωστόσο, ένα σημείο στο οποίο οι «Παράξενες εικόνες» αφήνουν τον αναγνώστη περισσότερο επιφυλακτικό, αυτό είναι η απόσταση ανάμεσα στην ευφυΐα της κατασκευής και στη λογοτεχνική της εκτέλεση. Το εύρημα των εικόνων είναι αναμφισβήτητα πρωτότυπο και η αρχιτεκτονική του μυστηρίου εντυπωσιακή, όμως οι χαρακτήρες συχνά μοιάζουν να υπάρχουν περισσότερο για να υπηρετήσουν τον γρίφο παρά για να αποκτήσουν τη δική τους, αυτόνομη ψυχολογική υπόσταση. Η γραφή είναι λιτή, ορισμένες συμπεριφορές και συμπτώσεις δοκιμάζουν την αληθοφάνεια, ενώ προς το τέλος οι εξηγήσεις γίνονται τόσο λεπτομερείς ώστε ο αναγνώστης πρέπει να βιαστεί λίγο περισσότερο για να ανακαλύψει μόνος του αυτό που το βιβλίο βιάζεται να του εξηγήσει. Αυτό δεν ακυρώνει βέβαια το εγχείρημα· αντίθετα, κάνει πιο ενδιαφέρον το ερώτημα τι ακριβώς είναι οι «Παράξενες εικόνες». Ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα; Ή ένα εξαιρετικά ευρηματικό υβρίδιο μυστηρίου, οπτικής αφήγησης και αναγνωστικού παιχνιδιού; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στα δύο. Εκεί που ως λογοτεχνία φανερώνει τις αδυναμίες του, ως μηχανισμός ανάγνωσης παραμένει εντυπωσιακά αποτελεσματικό.

Γιατί να το διαβάσουμε;

Αξίζει, λοιπόν, να διαβαστούν οι «Παράξενες εικόνες»; Θα έλεγα πως ναι, αρκεί να μην περιμένουμε από το βιβλίο κάτι διαφορετικό από αυτό που επιδιώκει να προσφέρει. Δεν είναι ένα μυθιστόρημα που θα το επιλέξει κανείς για τη γλωσσική του πυκνότητα ή για τη βαθιά ψυχογράφηση των χαρακτήρων. Είναι, όμως, ένα βιβλίο που ξέρει να προκαλεί την περιέργεια και να μετατρέπει τον αναγνώστη σε ενεργό συμμετέχοντα. Μας κάνει να κοιτάξουμε προσεκτικά, να αμφισβητήσουμε την πρώτη μας εντύπωση, να επιστρέψουμε στις προηγούμενες σελίδες και να ανακαλύψουμε ότι κάτι που θεωρήσαμε ασήμαντο είχε εξαρχής τη θέση του στο παζλ. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο κέρδος του:σε μια εποχή που καταναλώνουμε ιστορίες γρήγορα, συχνά παράλληλα με δεκάδες άλλες εικόνες και πληροφορίες, που όλα περνούν μπροστά από τα μάτια μας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο Uketsu μας υποχρεώνει να σταματήσουμε και να παρατηρήσουμε.

Αν αγαπάτε τα μυστήρια και απολαμβάνετε να λύνετε γρίφους, θα σας προσφέρει μια απολαυστική αναγνωστική εμπειρία· αν πάλι έχετε άλλα αναγνωστικά γούστα, ίσως αξίζει ακόμη περισσότερο να του δώσετε μια ευκαιρία, όχι επειδή θα αλλάξει τις προτιμήσεις σας, αλλά επειδή μπορεί να σας θυμίσει ότι ένα βιβλίο έχει τη δύναμη να μας εκπλήξει ευχάριστα, ειδικά μέσα στη ραστώνη του καλοκαιριού δίπλα στο κύμα.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».


[1] Gimmick= μια έξυπνη ιδέα ή ενέργεια που γίνεται για να τραβήξει την προσοχή, να προκαλέσει εντύπωση, χωρίς να έχει μεγάλη ουσιαστική αξία ή χρησιμότητα. Στη λογοτεχνία είναι μια ασυνήθιστη τεχνική, δομή, ιδέα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη. Συνήθως, ο όρος χρησιμοποιείται αρνητικά (για να περιγράψει κάτι αρνητικό), αλλά μερικές φορές μπορεί να λειτουργήσει εξαιρετικά και να μετατραπεί σε σπουδαία τέχνη.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.