Η ποιηση ως αμφισβητηση της εξουσιας
Όταν ήμουν 13 ετών, μαθητής γυμνασίου, έγραφα στίχους στα θρανία. Δεν με «έλκυαν» τα μαθηματικά και η φυσική. Μ’ άρεσε η λογοτεχνία. Με τα λίγα ελληνικά που ήξερα, μ’ είχαν σημαδέψει οι στίχοι του Σεφέρη στο μάθημα της λογοτεχνίας: «Mε τι καρδιά, με τι πνοή,/ τι πόθους και τι πάθος,/ πήραμε τη ζωή μας· λάθος!/ κι αλλάξαμε ζωή».
Διάβαζα ό,τι έβρισκα από τουρκική ποίηση – ήταν χρόνια που δεν είχαμε το διαδίκτυο και δεν ταξιδεύαμε συχνά στη γείτονα, ν’ αγοράσουμε βιβλία και τσιγ κιοφτέ. Εκεί, στην εφηβεία, αγόρασα από την Κεσσάνη (Keşan) μια ποιητική συλλογή του Ναζίμ Χικμέτ. Μ’ είχε εντυπωσιάσει ένα ποίημα με τους εξής στίχους (ελεύθερη μετάφραση δική μου):
«Εσύ, τον δικό σου παράδεισο,
φτιάξ’ τον πάνω στη μαύρη γη
Με το βιβλίο της γεωγραφίας κάνε να σωπάσει
αυτός που προσπαθεί να σε ξεγελάσει με τη “δημιουργία του Αδάμ”.
Εσύ μονάχα τη γη γνώρισε
και σ’ αυτή πίστεψε.
Μην την ξεχωρίζεις απ’ τη φυσική σου μάνα
τη μητέρα γη.
Αγάπα τη γη
όσο αγαπάς τη μάνα σου».
Κι ενθουσιασμένος απ’ τον μεγάλο Ναζίμ, ήδη είχα αρχίσει να δηλώνω κομμουνιστής, και κάπως έτσι άρχισα να μελετάω τα κλασικά του μαρξισμού.
Πριν περίπου 15 χρόνια, ένας άλλος τούρκος ποιητής, σ’ ένα κείμενό του έλεγε: «Εμείς γίναμε κομμουνιστές μέσω των βιβλίων, της θεωρίας αλλά κυρίως της λογοτεχνίας». Πόσο συμφωνώ! Σήμερα, 35 χρόνια μετά απ’ τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την οριστική επικράτηση του “Kârdan adam”[1], βλέπουμε, από τα ντοκουμέντα που κυκλοφορούν το τι μάχες δόθηκαν όλα αυτά τα χρόνια από πλευράς της CIA και των πολυεθνικών, για να ηττηθεί η πρώτη νικηφόρα εργατική επανάσταση (που είχε ήδη χαθεί απ’ τα έσω το 1926, αλλά άλλη συζήτηση είναι αυτή). Αλλά και πόσα λεφτά να δημιουργηθεί αυτή η σάπια λογοτεχνία ενάντια στον «κοινωνικό ρεαλισμό».
Και το κατάφεραν…
Σήμερα –με ελάχιστες εξαιρέσεις– τα ποιήματα στις ανθολογίες και περιοδικά (όσο στη χώρα μας, τόσο και παγκοσμίως) δεν μιλάνε πλέον για τα καθημερινά προβλήματα της εποχής, των εργαζομένων, της νεολαίας. Δεν μιλάνε για τους ΛΟΑΤΚΙ+, για τις μειονότητες, για τους αλλόθρησκους καταπιεσμένους. Δεν μιλάνε για γυναικοκτονίες, έμφυλη βία, τους βιασμούς… Διότι, πολύ απλά, δεν βάζουν στο κέντρο της υπόθεσης τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος, για τη συντριπτική πλειοψηφία των ποιητών (και συγγραφέων) της εποχής μας, δεν είναι ένα ον που έχει συναισθήματα, που πειραματίζεται, που πέφτει σε αντιθέσεις, που νευριάζει, που πονά συναισθηματικά, που αγωνίζεται για ένα καλύτερο μέλλον, και περισσότερα απ’ όλα αγωνίζεται για να εξελιχθεί προς το καλύτερο.
Και μέσω της ποίησης –αλλά γενικότερα της λογοτεχνίας– μας θολώνουν τα μυαλά. Φτάσαμε στο σημείο που ο Νιχάτ Μπεχράμ έλεγε πως «Κανείς δε κλαίει πια όταν νοσταλγεί».
Ο άνθρωπος, για τους λογοτέχνες της εποχής μας, είναι πλέον ένα «ρομπότ», που πρέπει ν’ αγαπάει το κελί του: να δουλεύει –τουλάχιστον– οκτάωρο (αν δεν βγαίνει οικονομικά, να κάνει και δεύτερη και τρίτη δουλειά), να προσπαθεί να αγοράσει τα καλύτερα έπιπλα-αυτοκίνητα-κινητά, να φοράει τα πιο ακριβά και επώνυμα ρούχα, να μην ερωτεύεται και να ζει περιστασιακές συνουσίες, να μην έχει κοινωνική επαφή αλλά μόνο διαδικτυακή… και πολλά παρόμοια.
Κι έλα όμως που αυτός δεν είναι ο άνθρωπος!
Το Σύστημα μάς προωθεί τα ποιήματα με αναφορά στον εθνικισμό, την πατρίδα, την οικογένεια, τη θρησκεία. Ποιήματα «υπερκακόγουστα» από αισθητικής άποψης. Μας φαίνονται γελοία και τα προσπερνάμε. Γιατί εμείς μεγαλώσαμε με τους στίχους του Αχμέτ Τελλί, που μας έλεγε πως: «Αυτό που ταιριάζει σ’ έναν ποιητή είναι να ’ναι απάτριδος». Γιατί εμείς έχουμε την ποίηση «για να κουβεντιάζουμε ήσυχα και απλά» που έλεγε ο Ρίτσος, «όχι για να ξεχωρίσουμε απ’ τον κόσμο / αλλά για να σμίξουμε τον κόσμο».
Σε μια τέτοια εποχή είναι πολύ σημαντικός ο αγώνας που δίνουμε για μια νέα λογοτεχνία/ποίηση με βάση τον άνθρωπο. Που θα κρατά όλες τις κατακτήσεις του παρελθόντος (κριτικά) και κυρίως του «κοινωνικού ρεαλισμού» και θα τις εμπλουτίσει με τις πραγματικότητες της εποχής μας. Πρωτίστως, όμως, χωρίς να μπαίνει κάτω απ’ τη σκέπη κανενός κόμματος και καμίας «πατρίδας».
Μια λογοτεχνία/ποίηση που θα μιλά και θα πάρει μέρος και για τα ιστορικά γεγονότα, και για το πώς θα φτιάξουμε το μέλλον που μας αξίζει, το μέλλον «στο μπόι των ονείρων μας». Αλλά περισσότερα για τον άνθρωπο της εποχής μας:
- για τους νέους επιστήμονές μας, που αναγκάζονται να μεταναστεύσουν για μια καλύτερη ζωή,
- για τους οικογενειάρχες, που μετά τα 40-50 τους χρόνια αναγκάζονται να δουλεύουν σε τρίμηνες-ανθυγιεινές δουλειές σε χώρες της ΝΑ Ευρώπης για να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειάς τους,
- για τους «πακετάδες», που περνάνε τη ζωή τους πάνω στα μηχανάκια (για ψίχουλα) μέσα στον καύσωνα ή κάτω απ’ τη βροχή και ευχαριστούν τον Θεό που δεν πέθαναν σε κανένα τροχαίο και σήμερα,
- για τους εργαζόμενους στον τουρισμό, που τους βάζουν να πηγαίνουν την παραγγελία «κολυμπώντας» μέσα στη θάλασσα,
- για τους άνεργους, που δεν ξέρουν πώς θα βγάλουν τη μέρα (και όχι τον μήνα!).
Μια λογοτεχνία/ποίηση που δεν σωπαίνει μπροστά στη γενοκτονία στη Γάζα, που γίνεται μπροστά στα μάτια του «πολιτισμένου» κόσμου, που δεν σωπαίνει μπροστά στα νεκρά κορμιά προσφύγων και μεταναστών στο Αιγαίο, μπροστά στις μαφιόζικες απαγωγές ηγετών κυρίαρχων χωρών, μπροστά στην οικολογική καταστροφή για τα κέρδη των πολυεθνικών…
Μια λογοτεχνία/ποίηση ανοιχτά αντιρατσιστική, οικολογική, αντιεθνικιστική, αντισεξιστική, διεθνιστική, ταξική, υλιστική…
Και πρώτα απ’ όλα μια λογοτεχνία/ποίηση που έχει ως αρχή την αμφισβήτηση της εξουσίας.
Η μπροσούρα που κρατάτε στα χέρια σας καλύπτει αρκετές απ’ τις αρχές που ανέφερα, άρα είναι μια καλή μπροσούρα και αξίζει να την έχουμε στις βιβλιοθήκες μας. Ευχαριστώ όλες και όλους που έχουν συνεισφέρει στην έκδοσή της.
Κομοτηνή, 18/06/2026
*Ο Μουσταφά Τσολάκ Αλή είναι δημοσιογράφος, ποιητής και μεταφραστής. Το παρόν κείμενό του είναι η ομιλία του στην παρουσίαση της μπροσούρας της εφημερίδας «Κόκκινης», με τίτλο «Γκρεμίζοντας σύνορα, χτίζοντας γέφυρες», στο πλαίσιο του Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 27 Ιουνίου 2026 στο Πάρκο Ξαρχάκου. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην ιστοσελίδα kokkini.org στις 12/07/2026.
[1] Λογοπαίγνιο ενός τούρκου ποιητή, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. “Kardan adam” είναι ο χιονάνθρωπος (“Kar” το χιόνι και “adam” ο άντρας, ο άνθρωπος). “Kârdan adam” είναι ο άνθρωπος που φτιάχτηκε και αποτελείται απ’ το κέρδος, απ’ την υπεραξία (“Kâr” το κέρδος).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
