«Η συλλογη της Μ. Δημαση προσφερει στον αναγνωστημια μοναδικη φιλοσοφικη εμπειρια»
Η δημιουργός είναι Καθηγήτρια Διδακτικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών, και επανέρχεται στον ποιητικό στίβο για να ολοκληρώσει μια πνευματική και υπαρξιακή διαδρομή που ξεκίνησε με την προγενέστερη συλλογή της, την «Terra incognita – Στίχοι (από)δόμησης – Πράξη Ι» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2024). Ενώ στην πρώτη συλλογή η ποιήτρια συστήθηκε ως «Μελωθεία», προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις μνήμες, το παρόν και τις οδύνες ενός κίβδηλου έρωτος, στην «Πράξη ΙΙ» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2026) επιχειρεί τη συνολική αποδόμηση των βεβαιοτήτων της.
Το έργο δεν λειτουργεί αυτόνομα, αλλά ως το απαραίτητο και οργανικό κλείσιμο ενός ποιητικού αφηγήματος. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, η κατακλείδα που έλειπε από το παρελθόν έρχεται τώρα να προστεθεί για λόγους εσωτερικής και τυπικής ορθότητας, οδηγώντας στην πλήρη απελευθέρωση της ψυχής.
Ο κεντρικός πυρήνας της «Πράξης ΙΙ» περιστρέφεται γύρω από την έννοια της αποδόμησης. Η λέξη «(από)δόμηση» στον τίτλο, με τη χρήση της παρένθεσης, υποδηλώνει μια διπλή, ταυτόχρονη κίνηση: τη διάλυση των παλιών, συμβατικών κοινωνικών προσωπείων και τη δόμηση μιας νέας, αυθεντικής ταυτότητας. Η ποιήτρια αναμετράται έντονα με τον χρόνο και το πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης. Στους στίχους της, ο θάνατος προσωποποιείται, γίνεται «ανθρωπόμορφος» και απτός, προκαλώντας μια ήπια αλλά σταθερή οδύνη. Ωστόσο, αυτή η οδύνη δεν οδηγεί στον μηδενισμό, αλλά σε μια βαθιά φιλοσοφική θέαση της ζωής. Η μνήμη αποτελεί έναν ακόμη καθοριστικό άξονα. Η Δημάση επιστρέφει στο παρελθόν, αναζητώντας καταφύγιο σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες, παλιά αντικείμενα (όπως ο αργαλειός και η κόκκινη ομπρέλα της γιαγιάς) και στις μορφές των μακαριστών γονιών της. Οι απόκοσμες επισκέψεις του πατέρα και της μητέρας στα όνειρά της λειτουργούν ως στοιχεία εξαγνισμού και αποδοχής. Παράλληλα, η συλλογή διαπνέεται από μια έντονη φιλοπατρία. Η ποιήτρια υμνεί το ελληνικό φως, τη φύση της Ροδόπης, τη μεθυστική ευωδιά του πρωινού καφέ και τον εύηχο μόχθο του βιοπαλαιστή. Η φύση λειτουργεί ως θεραπευτικό μέσο, με τα «χρυσοκόκκινα φύλλα»και τους ελαιώνες να μετατρέπονται σε κάδρα αθανασίας.
Το ύφος της Μαρίας Δημάση είναι λόγιο, εκλεπτυσμένο και γεμάτο εσωτερικό ρυθμό. Η ιδιότητά της ως Καθηγήτριας Λογοτεχνίας και Διδακτικής Γλώσσας αποτυπώνεται ανάγλυφα στη χρήση της ορολογίας της. Συναντάμε συχνά λέξεις-κλειδιά από τον χώρο της γραμματικής, της παιδαγωγικής και της φιλοσοφίας (όπως «ενικός αριθμός», «σημεία στίξης», «αρχή της επαναλήψεως», «νεολεξία», «μπαχτινική πρόθεση»). Η ποιήτρια, ωστόσο, επιλέγει συνειδητά να αποφεύγει τα «ισχυρά σημεία στίξης», αφήνοντας τον λόγο της να ρέει ελεύθερα, σαν ένας εσωτερικός μονόλογος που δεν περιορίζεται από αυστηρά καλούπια. Η χρήση υποσημειώσεων που εξηγούν λόγιες ή επιστημονικές λέξεις (όπως «μετείχασμα», «υετός», «οινάνθη», «αχλύς») υπογραμμίζει την επιθυμία της για ακρίβεια, αλλά και για μια πολυτροπική σύνδεση της ποίησης με την επιστημονική γνώση.
Το ύφος της Μαρίας Δημάση είναι λόγιο, εκλεπτυσμένο και γεμάτο εσωτερικό ρυθμό. Η ιδιότητά της ως Καθηγήτριας Λογοτεχνίας και Διδακτικής Γλώσσας αποτυπώνεται ανάγλυφα στη χρήση της ορολογίας της. Συναντάμε συχνά λέξεις-κλειδιά από τον χώρο της γραμματικής, της παιδαγωγικής και της φιλοσοφίας (όπως “ενικός αριθμός”, “σημεία στίξης”, “αρχή της επαναλήψεως”, “νεολεξία”, “μπαχτινική πρόθεση”). Η ποιήτρια, ωστόσο, επιλέγει συνειδητά να αποφεύγει τα «ισχυρά σημεία στίξης», αφήνοντας τον λόγο της να ρέει ελεύθερα, σαν ένας εσωτερικός μονόλογος που δεν περιορίζεται από αυστηρά καλούπια
Από το σύνολο των πλούσιων εικόνων της Μαρίας Δημάση στην «Πράξη ΙΙ», ξεχώρισα κάποιες μεταφορές για την αισθητική τους πρωτοτυπία, τη δομική τους λειτουργία και το φιλοσοφικό τους βάθος. Στην πρώτη μετατρέπει αφηρημένες, επώδυνες έννοιες σε απτά, σχεδόν ορατά αντικείμενα:
Η μεταφορά του Ρόπτρου από Γυάλινα Δάκρυα (σελ. 35-36):
[…] Το αντικατέστησα χτες…
μ’ ένα ρόπτρο περίτεχνο…
από γυάλινα δάκρυα φτιαγμένο…
να είναι στιλπνό
ν’ αντέχει στον καιρό
και στις απόκοσμες επισκέψεις. […].
Η μεταφορά αυτή αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της μεταφυσικής και συναισθηματικής συμφιλίωσης της ποιήτριας με το παρελθόν της. Το δάκρυ, που από τη φύση του είναι υγρό, εφήμερο και συμβολίζει την άμεση εκδήλωση του πόνου ή της απώλειας, εδώ υφίσταται μια αλχημική μετατροπή. Γίνεται «γυάλινο». Αποκτά στέρεη μορφή, υλικότητα και σταθερότητα. Ο πόνος δεν είναι πλέον μια ανεξέλεγκτη ροή που πνίγει το υποκείμενο, αλλά ένα αντικείμενο τέχνης, «περίτεχνο» και «στιλπνό». Το ρόπτρο (το παραδοσιακό σφυρί της εξώπορτας) τοποθετείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στον εσωτερικό κόσμο του σπιτιού (την ψυχή) και τον εξωτερικό κόσμο. Αντικαθιστώντας το ηλεκτρικό κουδούνι –το οποίο με τον ξερό, απότομο ήχο του προκαλούσε «ταραχή»–, το γυάλινο ρόπτρο φιλτράρει τον ήχο της εισόδου. Η ποιήτρια τονίζει ότι το ρόπτρο αυτό φτιάχτηκε για «ν’ αντέχει στον καιρό». Αυτό σημαίνει ότι το τραύμα της απώλειας των γονέων έχει πλέον μετουσιωθεί σε μια μόνιμη, κρυστάλλινη δομή μνήμης. Οι «απόκοσμες επισκέψεις» των αγαπημένων προσώπων στα όνειρά της δεν βιώνονται πλέον ως εφιάλτες ή στοιχεία τρόμου, αλλά ως μια γαλήνια, τελετουργική επικοινωνία που την κάνει, τελικά, να ξυπνά «ανάλαφρη».
Οι επόμενες τρεις μεταφορές σχετίζονται με την επιστημονική ιδιότητα της ποιήτριας, είναι μεταφορές της Γραμματικής και των Σημείων Στίξης (σελ. 10, 12 & 24):
Όλο και συχνότερα
αποφεύγω το είδωλο
της φυσικής μου οντότητας
και της εσωτερικής της εκδοχής.
Προς το παρόν
σε ενικό αριθμό. […]
(σελ. 10)
Εδώ αποτυπώνεται η απαρχή της ριζικής εσωτερικής μεταστροφής. Η ποιήτρια αρνείται να καθρεφτιστεί τόσο στην εξωτερική της εμφάνιση (το κοινωνικό πρόσωπο) όσο και στην παλιά εσωτερική της εκδοχή (τον πληγωμένο εαυτό της «Πράξης Ι»). Ο «ενικός αριθμός» υπογραμμίζει μια συνειδητή, μοναχική αλλά αναγκαία διαδικασία απομόνωσης, προκειμένου να ξεκινήσει η ανασυγκρότηση της ύπαρξης.
[…] Αποφεύγω
τα σημεία στίξης
τα ισχυρά!
Είναι σχεδόν ήπια οδυνηρή
η αίσθηση
του πεπερασμένου.
(σελ. 12)
Η Δημάση συνδέει ευφυώς τη γραμματική με την υπαρξιακή της κατάσταση. Τα «ισχυρά σημεία στίξης» (όπως οι τελείες) συμβολίζουν τους απόλυτους δογματισμούς, τα οριστικά κλεισίματα και τα βίαια όρια. Αποφεύγοντάς τα, επιτρέπει στον λόγο και στη ζωή της να ρέουν χωρίς εξαναγκασμούς, αποδεχόμενη με μια γλυκιά, «ήπια» μελαγχολία ότι ο χρόνος του ανθρώπου είναι μετρημένος.
Αυτή η μεταφορά είναι εξαιρετικά ιδιοφυής, καθώς γεφυρώνει την επιστημονική ιδιότητα της Μαρίας Δημάση (ως Καθηγήτριας Διδακτικής της Γλώσσας) με την καθαρή υπαρξιακή ποίηση. Στη γλώσσα, τα ισχυρά σημεία στίξης (η τελεία, το θαυμαστικό) βάζουν απόλυτα όρια, επιβάλλουν παύσεις, ορίζουν νόμους και βεβαιότητες. Στο επίπεδο της ζωής, αυτά τα σημεία συμβολίζουν τις απόλυτες αλήθειες, τις άκαμπτες κοινωνικές συμβάσεις και τις οριστικές καταδίκες που βίωσε το υποκείμενο στην «Πράξη Ι». Η συνειδητή απόφαση να «αποφεύγει τα σημεία στίξης τα ισχυρά» αποτελεί μια πράξη ποιητικής και υπαρξιακής επανάστασης. Η ποιήτρια αρνείται να βάλει οριστικές τελείες στη ζωή της ή να εγκλωβιστεί σε απόλυτα συμπεράσματα. Επιλέγει τη ροή, το αποσιωπητικό, την παρένθεση – στοιχεία που αφήνουν το νόημα ανοιχτό. Παρατηρούμε επίσης τη συμφιλίωση με το πεπερασμένο. Η απουσία των ισχυρών ορίων συνδέεται άμεσα με την «αίσθηση του πεπερασμένου». Η γνώση ότι η ανθρώπινη ζωή έχει τέλος θα μπορούσε να προκαλέσει πανικό (ένα βίαιο θαυμαστικό ή μια απότομη τελεία). Όμως, επειδή η δημιουργός έχει αποδεχτεί τη ροή τής (από)δόμησης, αυτή η θνητότητα βιώνεται ως «σχεδόν ήπια οδυνηρή». Η ζωή συνεχίζεται σαν ένα ποίημα χωρίς τελείες, που σβήνει ομαλά μέσα στην «γκρίζα αχλή» του χρόνου.
Διαπιστώνω τελικά
ότι στρατηγικές της παλαιάς παιδαγωγικής
δεν μυρίζουν ναφθαλίνη απαραίτητα.
Υπενθυμίζω
την «αρχήν της επαναλήψεως
ως μητέρα της μαθήσεως. […]
[…] ως διαδρομή
–ετέρα των συνήθων–
αποδόμησης και λήθης
δυσάρεστων συναισθημάτων […]
(σελ. 24)
Η επιστημονική ιδιότητα της δημιουργού (παιδαγωγός) επιστρατεύεται στην υπηρεσία της εσωτερικής ίασης. Η κλασική παιδαγωγική αρχή («επανάληψη, μήτηρ μαθήσεως») ανατρέπεται ριζικά: δεν χρησιμοποιείται για να απομνημονεύσει κάτι, αλλά για να «επαναλάβει», να αναπαραστήσει παλιές αυταπάτες μέχρι αυτές να διασπαστούν, να αποδομηθούν και τελικά να οδηγήσουν στη λήθη και τη λύτρωση.
Εν κατακλείδι, το ταξίδι στην «Terra incognita – Πράξη ΙΙ» δεν είναι μια πορεία προς την καταστροφή, αλλά μια επίπονη διαδικασία αναγέννησης. Η ποιήτρια καταφέρνει να διαχειριστεί την απογοήτευση και να τιθασεύσει την οργή, αντικαθιστώντας τις παλιές αυταπάτες με «ασκήσεις αυτογνωσίας». Στους καταληκτικούς στίχους, το γκρίζο του πάγου και το χρώμα της κιμωλίας δίνουν τη θέση τους σε «κοραλλένια χνάρια» που πορεύονται σταθερά προς το ηλιοφώς. Η συλλογή κλείνει με έναν θριαμβευτικό χαιρετισμό στην «Alma Libre», την ελεύθερη ψυχή που κατάφερε να αποδεσμευτεί από τις κοινωνικές συμβάσεις και να βρει τη δική της λύτρωση. Πρόκειται για ένα έργο που προσφέρει στον αναγνώστη μια μοναδική φιλοσοφική εμπειρία.*Ο Πασχάλης Κατσίκας είναι ποιητής και βιβλιοθηκονόμος στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΔΠΘ. Το παρόν κείμενό του είναι η ομιλία του στην εκδήλωση με τίτλο «Δύοντος του ηλίου, “Τerra incognita II”», με αφορμή τη νέα ποιητική συλλογή της Μαρίας Δημάση «Terra incognita – Στίχοι (από)δόμησης – Πράξη ΙΙ» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2026), που διοργανώθηκε από τη Στέγη Πολιτισμού Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, στο πλαίσιο του Προγράμματος Ορφέας 2026, και τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης στο φουαγιέ του Μεγάρου Μουσικής Κομοτηνής, την Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026.
[Διαβάστε το ρεπορτάζ της εκδήλωσης ΕΔΩ]
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
