Αννα Μαχαιροπουλου, Η επικαιροτητα του εργου του Ιακωβου Καμπανελλη

Από την παρουσίαση της μελέτης του Μανόλη Σέργη, «Θεατρικά κείµενα και Λαογραφία: Η περίπτωση του Ιάκωβου Καµπανέλλη, Μελέτες Ναξιακής Λαογραφίας», τόµος Ε΄, στην Κομοτηνή, στο πλαίσιο των Ελευθερίων Θράκης 2026

Μια από τις σπουδαιότερες μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας και του θεάτρου, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, έχει ένα έργο που σήμερα γίνεται πιο έντονα επίκαιρο και μπορεί να απασχολεί ακόμα και σήμερα την ελληνική κοινωνία. Είναι ένας δημιουργός που κατάφερε να αποτυπώσει με έναν μοναδικό και ανθρώπινο τρόπο τις προσωπικές και κοινωνικές αγωνίες κι ελπίδες μέσα από τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης θεωρείται θεμελιωτής του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Εισήγαγε στο νεοελληνικό θέατρο τον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό και αναζήτησε νέους τρόπους έκφρασης, από τον νεορεαλισμό ως και το θέατρο του παραλόγου, το γκροτέσκο ακόμα και εξπρεσιονιστικά στοιχεία. Αυτό είναι κι ένα από τα στοιχεία που διατηρούν το έργο του ακόμα ζωντανό και πάντα έτοιμο για ίσως νέες προσεγγίσεις κι ερμηνείες. Πίστευε στην κοινωνική λειτουργία του θεάτρου και στην ανάγκη για προσβασιμότητα της τέχνης σε όλους.

Αντλεί τα θέματά του από τη μεταπολεμική ελληνική πραγματικότητα. Στο κέντρο του έργου του βρίσκεται ο άνθρωπος της καθημερινότητας, παγιδευμένος ανάμεσα σε ό,τι έχει μείνει από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, με την ελπίδα και το όνειρο για μια κοινωνική αποκατάσταση που όμως δεν έρχεται ποτέ.

Η δραματουργική του τεχνική εισάγει στο ελληνικό θέατρο μοντέρνες μορφές και αποτελεί τον πιο καινοτόμο και χαρακτηριστικό πυρήνα του έργου του και εκεί όπου στηρίχθηκε η ανανέωση του ελληνικού θεάτρου μετά τον πόλεμο. Ο Καμπανέλλης συνδυάζει τις αρχές του ρεαλιστικού δράματος με την επική απόσταση που προτείνει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Στα έργα του η ρεαλιστική απεικόνιση συνδυάζεται με συμβολικά πρόσωπα και τόπους. Ο ρεαλισμός αναμιγνύεται με την αλληγορία. Ο Καμπανέλλης δεν κρύβει τη θεατρική πράξη· αντίθετα, την αναδεικνύει. Συχνά, μέσα στα έργα του οι ήρωες μιλούν για το ίδιο το θέατρο, αναλαμβάνουν ρόλους μέσα σε ρόλους, μπορεί π.χ. οι ηθοποιοί να σχολιάζουν τη δράση, να απευθύνονται άμεσα στο κοινό ή να αλλάζουν ρόλους μπροστά στα μάτια των θεατών. Με αυτόν τον τρόπο, η απόσταση που υπήρχε ως τότε ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία σπάει, μικραίνει και τείνει να εξαφανίζεται. Ο θεατής γίνεται ενεργός συμμέτοχος στη θεατρική πράξη κι όχι απλά παθητικός δέκτης.

Παράλληλα όμως, πάντα θέτει ιστορικά και ηθικά ερωτήματα, λειτουργώντας το θέατρο ως ένα ερέθισμα πολιτικής και κοινωνικής αφύπνισης. Όπως γίνεται π.χ. στο «Μεγάλο μας Τσίρκο». Δημιουργεί θα λέγαμε ένα μετα-θεατρικό επίπεδο, στο οποίο η σκηνή γίνεται ένας καθρέφτης της ζωής. Και αυτό είναι μια σταθερή δήλωση του Καμπανέλλη μέσα από το έργο του, για το θέατρο ως κοινωνικό καθρέφτη.

Οι ήρωες του Καμπανέλλη είναι απόλυτα αναγνωρίσιμοι. Δεν είναι επιφανειακοί. Είναι πραγματικοί και αληθινοί, δηλαδή απολύτως ανθρώπινοι, έχοντας αδυναμίες, όνειρα και αγωνίες που τελικά αφορούν κάθε εποχή. Ο θεατρολόγος Βάλτερ Πούχνερ σημείωσε πως οι χαρακτήρες του Καμπανέλλη δεν είναι απλά φερέφωνα ιδεών αλλά ζωντανές οντότητες, που αντιπροσωπεύουν την καθημερινή ζωή και τις ανθρώπινες αδυναμίες. Ένα χαρακτηριστικό των ηρώων του Καμπανέλλη είναι ότι είναι αδιαχώριστοι από την ομάδα. Ανήκουν κάπου. Αποτυπώνουν κι αντιπροσωπεύουν τη γειτονιά, τον λαό, το πλήθος. Τα έργα του δομούνται γύρω από τη συλλογικότητα, σε αντίθεση με την έως τότε θεατρική παράδοση που εστίαζε στο άτομο. Είναι η ίδια η συλλογικότητα που γίνεται ο πρωταγωνιστής, όπως στην «Αυλή των Θαυμάτων», που, μέσα από τους πολλαπλούς χαρακτήρες –καθένας με τη δικιά του φωνή, η ίδια η γειτονιά και η αυλή γίνονται ο ήρωας του έργου. Είναι ένα χαρακτηριστικό αντικαθρέφτισμα της πολυφωνίας της κοινωνίας, όπου παράλληλες φωνές συνομιλούν σε έναν κοινωνικό διάλογο.

Ο Καμπανέλλης θεωρούσε τη λαϊκή παράδοση όχι ως κάτι παγιωμένο ή φολκλορικό, αλλά ως ζωντανή πηγή πολιτισμού, που μεταφέρει την ιστορική μνήμη, τη σοφία και την ελπίδα του ελληνικού λαού. Στο έργο του συνυπάρχουν: τα δημοτικά μοτίβα με την επική ή μπρεχτική τεχνική, η προφορικότητα με τη θεατρική αποστασιοποίηση, ο ελληνικός δημώδης τρόπος έκφρασης με την παγκόσμια θεατρική φόρμα. Κι εδώ το έργο του Μανόλη Σέργη είναι ένας πολυτιμότατος και λεπτομερής οδηγός. Όπως βλέπουμε στην έρευνα του Μανόλη Σέργη τα όνειρα, ο παροιμιακός λόγος, τα ανέκδοτα, τα τραγούδια, τα συμβολικά αντικείμενα, το μαντήλι, ο Χάρος και ο Κάτω Κόσμος, ο ματωμένος γάμος, το λαϊκό πανηγύρι, το λαϊκό θέατρο σκιών αλλά και η αρχαία τραγωδία είναι στοιχεία που υπάρχουν και τροφοδοτούν το έργο του Καμπανέλλη

Επίσης, βλέπουμε ότι η ως τότε ξεκάθαρη ιεράρχηση σε πρωταγωνιστικούς και δευτερεύοντες ρόλους αρχίζει να καταργείται. Μέσα από τη συνάθροιση των ατόμων γεννιέται η ιδέα της συλλογικής ευθύνης και δράσης. Η ομάδα δηλώνει σκηνικά αυτό που ο συγγραφέας πιστεύει ιδεολογικά: ο άνθρωπος ορίζεται μέσα στην κοινωνία, όχι έξω από αυτήν. Ο Καμπανέλλης δεν αρκείται στο να «πει» κάτι κοινωνικό· διεισδύει στον κόσμο τον καθημερινό, τον μελετά με λεπτομέρεια και φροντίζει να το δείξει, να το συμβολοποιήσει και να το ζωντανέψει σκηνικά, ώστε ο θεατής να βιώσει τη συλλογική εμπειρία. Κάθε σκηνικό περιβάλλον του Καμπανέλλη –μια αυλή, ένα υπόγειο, ένας δρόμος, μια σκηνή θεάτρου μέσα στο θέατρο– λειτουργεί ως μικρογραφία της κοινωνίας.

Η γλώσσα, η χειρονομία και το σκηνικό περιβάλλον που δημιουργεί προκαλούν μια αίσθηση πραγματικότητας: οι διάλογοι είναι απόλυτα φυσικοί και καθημερινοί, γεμάτοι από λαϊκές εκφράσεις. Αυτή η λαϊκότητα όμως δεν είναι αντίθετη στη μοντερνικότητα. Ο προφορικός λόγος είναι η βάση της γλώσσας του Καμπανέλλη. Οι ήρωές του μιλούν όπως οι πραγματικοί άνθρωποι των αθηναϊκών γειτονιών, έχουν παύσεις, επαναλήψεις, εκφράσεις και ιδιωματισμούς. Δεν υπάρχει ρητορικός λόγος. Αυτή η επιλογή δεν είναι απλή μίμηση της πραγματικότητας, αλλά είναι μια συνειδητή δραματουργική τεχνική. Αυτή η φυσικότητα των διαλόγων δημιουργεί αυθεντικότητα και εγγύτητα στο κοινό. Οι θεατές αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Η φυσικότητα αυτή γίνεται ένας φορέας συναισθηματικής αλήθειας· μέσα από τη γλώσσα φανερώνεται ο ψυχικός κόσμος κάθε ήρωα.

«Στον Καμπανέλλη, η λαϊκή παράδοση δεν είναι απλή αισθητική αναφορά: είναι το θεμέλιο της δραματουργικής του ταυτότητας»

Ο Καμπανέλλης αξιοποιεί πλήρως τη λαϊκή σοφία –παροιμίες, πειράγματα, τραγούδια, σαρκασμό– ως στοιχεία της δραματικής του ποίησης. Αυτό κάνει τον ρυθμό του λόγου του πιο μουσικό, το κοινό έρχεται πιο κοντά και επίσης λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στο δράμα με στιγμές χιούμορ ή τρυφερότητας. Κι εδώ ερχόμαστε στη σχέση του Ιάκωβου Καμπανέλλη με τη λαϊκή παράδοση, την οποία επισταμένα εξετάζει, και αναδεικνύει, και ο συγγραφέας. Μια σχέση που είναι θεμελιώδης και οργανική. Στον Καμπανέλλη, η λαϊκή παράδοση δεν είναι απλή αισθητική αναφορά: είναι το θεμέλιο της δραματουργικής του ταυτότητας και ο πνευματικός συνδετικός ιστός ανάμεσα στο θέατρο, την κοινωνία και τη μνήμη. Δεν είναι μια απλή αισθητική επιλογή, αλλά μια βαθιά κοσμοθεωρητική στάση.

Ο Καμπανέλλης θεωρούσε τη λαϊκή παράδοση όχι ως κάτι παγιωμένο ή φολκλορικό, αλλά ως ζωντανή πηγή πολιτισμού, που μεταφέρει την ιστορική μνήμη, τη σοφία και την ελπίδα του ελληνικού λαού. Στο έργο του συνυπάρχουν: τα δημοτικά μοτίβα με την επική ή μπρεχτική τεχνική, η προφορικότητα με τη θεατρική αποστασιοποίηση, ο ελληνικός δημώδης τρόπος έκφρασης με την παγκόσμια θεατρική φόρμα. Κι εδώ το έργο του Μανόλη Σέργη είναι ένας πολυτιμότατος και λεπτομερής οδηγός. Όπως βλέπουμε στην έρευνα του Μανόλη Σέργη, τα όνειρα, ο παροιμιακός λόγος, τα ανέκδοτα, τα τραγούδια, τα συμβολικά αντικείμενα, το μαντήλι, ο Χάρος και ο Κάτω Κόσμος, ο ματωμένος γάμος, το λαϊκό πανηγύρι, το λαϊκό θέατρο σκιών αλλά και η αρχαία τραγωδία είναι στοιχεία που υπάρχουν και τροφοδοτούν το έργο του Καμπανέλλη. Βάζει στη θεατρική του δομή το δημοτικό τραγούδι με την κυκλική αφήγηση και επαναληπτικό μοτίβο (μίξη γιορτής και πένθους, χιούμορ και τραγικού), τον Καραγκιόζη, που συνδυάζει σάτιρα, πολιτικό σχολιασμό και συλλογική συμμετοχή, αλλά και τους αρχαίους μύθους, και με αυτόν τον τρόπο μετατρέπει τη λαϊκή παράδοση σε ζωντανό, εξελισσόμενο οργανισμό τέχνης και σκέψης.

Όμως, η λαϊκή παράδοση δεν είναι νοσταλγία, είναι αντίσταση στην αποξένωση και τη λήθη. Ο Καμπανέλλης δεν εγκλωβίζεται στο παρελθόν αλλά ανανεώνει στην ουσία την παράδοση με σύγχρονα μέσα. Στο έργο του, η παράδοση δεν είναι παρελθόν· είναι τρόπος θέασης του κόσμου. Η λαϊκή γλώσσα, οι αφηγήσεις, τα τραγούδια, οι μύθοι και τα έθιμα λειτουργούν ως μηχανισμοί ταυτότητας και αντοχής και αυτό το καθημερινό και λαϊκό αποκτά σχεδόν ποιητική διάσταση, καθώς γίνεται αλληγορία και σύμβολο μιας εποχής, μιας κοινωνίας και μιας Ελλάδας που αλλάζει. Ο Καμπανέλλης κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα λαϊκό, αλλά όχι λαϊκίστικο θέατρο, που μεταφέρει τον σφυγμό της εποχής και της κοινωνίας, χωρίς να χάνει την ποιητικότητά του. Η ποιητικότητα διαπνέει τη γλώσσα του. Δεν πρόκειται για έναν διακοσμητικό, στολισμένο λόγο, αλλά για λυρισμό της καθημερινότητας, μια ομορφιά που ξεπροβάλλει από το απλό. Η θεατρική του γλώσσα λειτουργεί λοιπόν συμβολικά, χωρίς να χάνει την κοινωνική της αναφορά. Δεν προσπαθεί να συγκινήσει μέσω υπερβολής ή μελοδραματισμού· στηρίζεται στην αξία της απλής λέξης και στην ηθική αντοχή των ηρώων του. Μέσα από αυτήν τη γλώσσα το ελληνικό θέατρο βρήκε τη φωνή του στη μεταπολεμική εποχή – μια φωνή αυθεντική, ανθρώπινη και διαχρονική.

Η κοινωνικοπολιτική διάσταση του έργου του Ιάκωβου Καμπανέλλη είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά και διαρκή χαρακτηριστικά της θεατρικής του δημιουργίας. Ο ίδιος δεν έγραψε “πολιτικά έργα” με την ιδεολογική έννοια, αλλά δημιούργησε ένα θέατρο βαθιά πολιτικό, γιατί έθεσε στο επίκεντρο τον άνθρωπο μέσα σε ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που τον διαμορφώνουν. Η κοινωνία και η ιστορία δεν αποτελούν φόντο της δράσης· είναι ενεργοί παράγοντες της μοίρας των ανθρώπων. Για τον Καμπανέλλη, το θέατρο είναι πράξη πολιτικής συμμετοχής

Η γλώσσα του, ο σκηνικός χώρος, η μουσική, η συλλογικότητα λειτουργούν ως τελετουργία αναγνώρισης: το κοινό βλέπει τη ζωή του επί σκηνής και τη βιώνει μέσα από ποιητικό φίλτρο. Η σκηνή, έτσι, παύει να είναι τόπος παθητικής αναπαράστασης και γίνεται χώρος λαϊκής συμμετοχής – ένα είδος θεατρικής συνέλευσης. Το κοινό, γελώντας ή συγκινούμενο, συμμετέχει σε έναν διάλογο για την ταυτότητα – ποιοι είμαστε, πώς φτάσαμε εδώ, τι μέλλον μπορούμε να χτίσουμε μαζί. Συχνά, το αποτέλεσμα δημιουργεί ένα είδος «θεάτρου του δρόμου», αλλά σε κλειστή σκηνή. Είναι ένα θέατρο ανοιχτό, επικοινωνιακό, γεμάτο ρυθμό και λαϊκό πάθος.

Τα έργα του είναι συχνά ανοιχτά, με την έννοια ότι δεν προσφέρουν στο τέλος την αναμενομένη κάθαρση, σε αντίθεση με την αρχαία τραγωδία. Αν και όλες του οι συγκρούσεις αποκαλύπτουν από κάτω μεγάλα υπαρξιακά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, δεν ακολουθούν την αριστοτελική πλοκή της έκθεσης – κρίσης – λύσης. Με αυτόν τον τρόπο αντικατοπτρίζεται ακριβώς το χάος και η αβεβαιότητα της μεταπολεμικής εποχής και η αίσθηση της συνεχής πάλης και της ματαίωσης των ανθρώπων.

«Οι αξίες που δεσπόζουν στο έργο του Καμπανέλλη είναι πανανθρώπινες και οι προβληματισμοί που δημιουργούν ισχυροποιούνται στα σημερινά ήθη των καιρών μας»

Η κοινωνικοπολιτική διάσταση του έργου του Ιάκωβου Καμπανέλλη είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά και διαρκή χαρακτηριστικά της θεατρικής του δημιουργίας. Ο ίδιος δεν έγραψε «πολιτικά έργα» με την ιδεολογική έννοια, αλλά δημιούργησε ένα θέατρο βαθιά πολιτικό, γιατί έθεσε στο επίκεντρο τον άνθρωπο μέσα σε ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που τον διαμορφώνουν, όπως έξοχα η μελέτη του Μ. Σέργη καταδεικνύει. Η κοινωνία και η ιστορία δεν αποτελούν φόντο της δράσης· είναι ενεργοί παράγοντες της μοίρας των ανθρώπων.

Για τον Καμπανέλλη, το θέατρο είναι πράξη πολιτικής συμμετοχής. Η κοινωνική του ματιά είναι διεισδυτική, χωρίς συνθήματα, και χρησιμοποιεί τον ρεαλισμό ως όχημα κριτικής: Δεν επιβάλλει θέσεις, αλλά ωθεί τον θεατή να σκεφτεί τη θέση του μέσα στα γεγονότα. Είναι βαθιά ανθρωπιστής, πιστεύει στη δυνατότητα του ανθρώπου να αλλάξει τον κόσμο μέσα από τη συνείδησή του. Οι ήρωές του συχνά παλεύουν με την αδικία, τη φτώχεια, την απάτη της εξουσίας, αλλά δεν γίνονται ποτέ θύματα· παραμένουν ενεργοί, ελπιδοφόροι. Αναδεικνύει επίσης στο θέατρό του φωνές περιθωριακές – τις νοικοκυρές, τους εργάτες, τα παιδιά, τους μετανάστες της δεκαετίας του ’50. Σχολιάζει την αδιαφορία του κράτους, τη διαφθορά των αξιών, τη μοναξιά στην τάχιστα αστικοποιημένη κοινωνία.

Από την άλλη, δεν εξιδανικεύει τον λαό· δείχνει την αδράνειά του ή τον μικροαστισμό του, αλλά πάντα με αίσθημα κατανόησης. Αντιμετωπίζει τη βία της ιστορίας (Κατοχή, Εμφύλιο, Δικτατορία) ως κοινό τραύμα που πρέπει να αναγνωριστεί για να υπάρξει ελπίδα. Έτσι, η σκηνή μετατρέπεται σε χώρος λαϊκής έκφρασης και συλλογικής αυτογνωσίας.

Πέρα από την πολιτική δράση, ο Καμπανέλλης ενδιαφέρεται για την ηθική συνέπεια:

—Πώς ζει ο άνθρωπος με τις επιλογές του;

—Πώς διασώζει την αξιοπρέπεια μέσα σε συνθήκες πίεσης;

—Και τελικά, ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη μέσα στην κοινωνία;

Η απάντησή του: μέσα από την αλληλεγγύη, τη μνήμη και τον διάλογο.

Ιδίως τη δεκαετία του 1960-1970, κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας, το έργο του Καμπανέλλη συμβάλλει στη δημιουργία πολιτισμικής αυτογνωσίας: Εκφράζει την αντίσταση της τέχνης απέναντι στη λογοκρισία και την ανελευθερία. Θερμός υπερασπιστής της λαϊκής κουλτούρας, βλέπει το θέατρο ως τόπο όπου ο λαός αναγνωρίζει τον εαυτό του και ανακτά την αξιοπρέπειά του.

Η κοινωνικοπολιτική διάσταση του έργου του Καμπανέλλη δεν περιορίζεται σε διαμαρτυρία· είναι μια βαθιά ανθρωπιστική πρόταση ζωής και πολιτισμού.
Το θέατρό του φέρνει στο προσκήνιο τον απλό άνθρωπο, καλλιεργεί ιστορική μνήμη, ενθαρρύνει την κριτική σκέψη και υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία είναι πάνω απ’ όλα βίωμα και καθημερινή πράξη. Κι εδώ κυρίως είναι που το έργο και το παράδειγμα του Ιάκωβου Καμπανέλλη τον κάνει, όπως αποδεικνύει και ο Μ.Σέργης, πιο επίκαιρο από ποτέ. Πέρα από το ότι το έργο του ως ανθρωποκεντρικό βουτάει μέσα στην ανθρώπινη κατάσταση και κάνει τους χαρακτήρες του να μπορούν να αναγνωριστούν σε καταστάσεις και ανθρώπους ανεξαρτήτως ιστορικής εποχής, το κυριότερο είναι ότι ο Καμπανέλλης θίγει τις παθογένειες και τις ανασφάλειες της ελληνικής κοινωνίας της εποχής του. Αυτές τις παθογένειες σήμερα τις ξαναβλέπουμε μπροστά μας δυνατότερες, ίσως γιατί και ποτέ δεν έφυγαν.

Δεν κάνει απλά μια ηθογραφία, εμβαθύνει και μιλάει για πολύ πιο βαθιά πράγματα, υποδεικνύει τη ρίζα του κακού. Κάτι που και εμείς τώρα πρέπει να δούμε. Στην ουσία, όπως με διαύγεια διατυπώνεται και στη μελέτη, σήμερα χρειαζόμαστε έναν Καμπανέλλη. Τα ερωτήματα που θέτει σχετικά με την αδικία, τη φτώχεια, την αξιοπρέπεια, τη ματαίωση των ονείρων, την αδιαφορία του κράτους, τη διαφθορά των αξιών, τη βία της ιστορίας και το συλλογικό τραύμα είναι σήμερα ακόμα πιο επίκαιρα και είναι ερωτήματα που καλούμαστε επίσης να απαντήσουμε. Οι αξίες που δεσπόζουν στο έργο του Καμπανέλλη είναι πανανθρώπινες και οι προβληματισμοί που δημιουργούν όχι μόνο δεν έχουν χάσει την αξία τους μέσα στο πέρασμα του χρόνου, αλλά ισχυροποιούνται στα σημερινά ήθη των καιρών μας.

Σίγουρα η εμπειρία του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν διαμόρφωσε την κοσμοθεωρία του και τις αξίες του, και έχει διαποτίσει τις συγγραφές του με αυτόν τον βαθύ ανθρωπισμό, ένα ιδανικό που στην εποχή μας βλέπουμε να δέχεται βίαιη επίθεση και να απειλείται με αφανισμό. Ο αγώνας για την ελευθερία και τη δημοκρατία, όπως εκφράζεται στο «Μεγάλο μας Τσίρκο», παρέχει ένα μήνυμα που μπορεί να εκπέμπεται αιώνια. Ενδιαφέρεται όχι μόνο για το δικό του τραύμα, αλλά κατανοεί το συλλογικό και ότι πρέπει να ασχοληθούμε με τη μοίρα των πολλών. Ο Καμπανέλλης επέζησε ενός δυστοπικού κόσμου και γνωρίζει καλά όχι μόνο τι σημαίνει αυτό, αλλά και πώς δημιουργείται αυτή η δυστοπία. Και μας το δείχνει. Και μας δίνει και τη λύση. Τον ανθρωπισμό και την αλληλεγγύη. Και τώρα εμείς που ζούμε στο ξεδίπλωμα μιας νέας δυστοπίας, οφείλουμε να το αφουγκραστούμε.

*Η Άννα Μαχαιροπούλου είναι Ηθοποιός και Σκηνοθέτης. Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης της μελέτης του Οµότιµου Καθηγητή του ∆ΠΘ και Λαογράφου Μανόλη Γ. Σέργη, με τίτλο «Θεατρικά κείµενα και Λαογραφία: Η περίπτωση του Ιάκωβου Καµπανέλλη, Μελέτες Ναξιακής Λαογραφίας», τόµος Ε΄ (εκδοτικός οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη, 2025), που διοργανώθηκε από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού και Νέας Γενιάς του Δήμου Κομοτηνής, τη ∆ηµοτική Βιβλιοθήκη Κοµοτηνής, στο πλαίσιο των Ελευθερίων Θράκης 2026 και των δράσεων που υλοποιεί µε την ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. «Κοµοτηνή Εν ∆ράσει», τις εκδόσεις Κ. & Μ. Σταµούλη και τον «Παρατηρητή της Θράκης», την Παρασκευή 8 Μαΐου 2026, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής. Οι μεσότιτλοι προστέθηκαν για διευκόλυνση στην ανάγνωση.

Βλ. σχετικό ρεπορτάζ ΕΔΩ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.