Οταν η ζωη απογυμνωνει τις βεβαιοτητες
Μαρία Ψωμά-Πετρίδου, «Ασφαλής Περίφραξη», εκδ. Τύρφη, Αθήνα 2025, σ. 50.
Η Μαρία Ψωμά-Πετρίδου έχει ομολογήσει πως αγάπησε τα βιβλία πριν μάθει καν να διαβάζει, χάρη στις βραδινές αναγνώσεις του πατέρα της. Κι αυτή της η αγάπη μετουσιώθηκε στον τρόπο με τον οποίο έμαθε να εκφράζεται∙ το γεγονός πως έγινε συγγραφέας είναι η απόρροια της ανάγκης της να μοιράζεται τις σκέψεις και τις εμπειρίες της με τους αναγνώστες της. Συστήνεται για πρώτη φορά στον λογοτεχνικό κόσμο με την ποιητική της συλλογή «Ισόβια θητεία» (Ερωδιός, 2006), όμως την κερδίζει μάλλον ο πεζός λόγος, αφού επανέρχεται αρκετά χρόνια μετά με τη συλλογή διηγημάτων «Και να βρεθεί, θα με κυνηγάει» (Παράξενες Μέρες, 2015), με την οποία επιχειρεί να αναδείξει το παράλογο που περισφίγγει από παντού τον άνθρωπο. Την απομόνωση, τη δυσκολία σύνδεσης και συνάμα την πείνα για επικοινωνία, για διεξόδους διαφυγής.
Πυκνώνει στη συνέχεια τις γραφές της και κυκλοφορεί το μυθιστόρημά της «Δεύτερο ζευγάρι φτερά» (Εκδόσεις Κυριακίδη, 2016), θίγοντας ζητήματα διαχρονικά, που απασχολούν συνεχώς τον άνθρωπο σε επίπεδο πνεύματος αλλά και διεκπεραίωσης της καθημερινότητας. Μετά από μια συγγραφική σιωπή λίγων χρόνων, που ενδεχομένως οι δοκιμές της την ωριμάζουν, εκδίδει το βιβλίο που –κατά την ταπεινή μου γνώμη– το διαβάζεις με μια ανάσα. Στο «Όταν με βρήκε ο λύκος» (Εκδόσεις Τύρφη, 2021) η Μαρία Ψωμά-Πετρίδου ρισκάρει μια ενδοσκόπηση στο θέμα της ενδοοικογενειακής κακοποίησης και βίας, ενώ την επόμενη χρονιά, βιώνοντας την απώλεια της μητέρας της, γράφει το «Κρακ» (Παράξενες Μέρες, 2022), αγγίζοντας ένα αρχέγονο θέμα-πληγή, που όμως, με την αυθεντική της γραφή, το μεταμορφώνει από σύνθετο βιωματικό υλικό σε μια ουσιαστική κι εμπνευσμένη προσωπική λυρική έκφραση.
Μέσα από τη λογοτεχνική της διαδρομή φαίνεται πως εμπνέεται από τα ίδια θέματα που απασχολούν κι άλλους δημιουργούς αλλά και τον κάθε άνθρωπο∙ οι άλλοι, τα προβλήματα της ανθρώπινης φύσης, όπως η απώλεια, ο έρωτας, οι σχέσεις, ο θάνατος αλλά και τα δισεπίλυτα κοινωνικά προβλήματα, όπως η βία στις διάφορες εκφάνσεις της. Εκείνη όμως διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους, έχοντας τον δικό της ιδιαίτερο και ξεχωριστό τρόπο να μας διηγηθεί μια ιστορία.Γιατί κάθε φορά που δοκιμάζεται συγγραφικά μάς αφήνει με την αίσθηση πως γράφει για κάτι στο οποίο πρέπει να φτάσει βαθιά, ακόμα κι αν αυτό πονά. Κι έχει έναν μοναδικό τρόπο να δουλεύει τη σκληρότητα στη γραφή χωρίς να γίνεται ωμότητα ή εντυπωσιοθηρία. Αυτό κάνει και στο τελευταίο της βιβλίο «Ασφαλής Περίφραξη» (Εκδόσεις Τύρφη, 2025), στο οποίο κατορθώνει το ακατόρθωτο. Μόλις μέσα σε 43 σελίδες συμπυκνώνει, σε όλη της την έκταση, τη γυναικεία υπόθεση, ενώ ταυτόχρονα η λογοτεχνία της αναδεικνύεται ως ο χώρος που η εμπειρία προηγείται της ερμηνείας και η ζωή απογυμνώνει τις βεβαιότητες.
Το βιβλίο αποτελείται από σύντομα, αριθμημένα πεζά, χωρίς τίτλους, μια επιλογή που δεν μοιάζει τυχαία. Η αρίθμηση ξεκινά κανονικά, φτάνει μέχρι το 9 και στη συνέχεια μετατρέπεται σε αντίστροφη αρνητική πορεία, σαν μια εσωτερική αποδόμηση του εαυτού. Στα πεζά της, που αριθμούνται από το 1-9, η αύξουσα αρίθμηση μοιάζει με πρόοδο, εξέλιξη, με τον γραμμικό χρόνο που μια ζωή «πηγαίνει μπροστά». Είναι η ψευδαίσθηση πως τα γεγονότα έχουν σειρά, νόημα και μια κατεύθυνση που εμείς επιλέξαμε να τους δώσουμε. Είναι η ζωή που τη διηγούμαστε όταν πιστεύουμε ακόμα στη συνοχή της. Η συγγραφέας κορυφώνει την αφήγησή της στο σημείο μηδέν, που λειτουργεί ως διακοπή, απώλεια της ταυτότητας αλλά και τεχνικά ως κατάρρευση της ίδιας της αφήγησης, αφού σηματοδοτεί το τραύμα, τη ρήξη αλλά και τον θάνατο –κυριολεκτικό ή συμβολικό. Είναι εκείνο το σημείο στη ζωή μιας γυναίκας που ό,τι προηγήθηκε δεν μπορεί πια να συνεχιστεί με τους ίδιους όρους. Το μηδέν δεν είναι πια ένας απλός αριθμός, είναι ένα υπαρξιακό κατώφλι. «Τρομοκρατείται! Τρομερό να μένει στο σπίτι που της ανήκει, αλλά πλέον δεν ανήκει! Την εξορίζει στα ανέστια. Πώς να διατεθεί τόση ελευθερία; Γυναίκα αυτή, τροφός ετέρων υπάρξεων».
Αμέσως μετά, η Μαρία Ψωμά-Πετρίδου επιλέγει την αρνητική αρίθμηση, προκειμένου να δείξει τη διάλυση των κοινωνικών ρόλων και των ταυτοτήτων που κάποτε όριζαν την ύπαρξη της γυναίκας. Η συγγραφέας επιλέγει να περάσει στο αρνητικό πεδίο, ανατρέποντας την αρχική σύμβαση της αφήγησης. Οι αρνητικοί αριθμοί υποδηλώνουν εσωτερική βύθιση, εσωστρέφεια, διάλυση αλλά και φθορά – ψυχική και σωματική. Αυτή η αντιστροφή του χρόνου θυμίζει πως δεν «προχωρά» κανείς πια, απλά επιστρέφει, αναμοχλεύει και φθίνει. Δεν πρόκειται για μια αρνητική πορεία με την ηθική έννοια αλλά για μια υπαρξιακή μείωση κι απογύμνωση. Αυτή η πολύ συμβολική αρίθμηση της Μαρίας Ψωμά-Πετρίδου που ορίζει τη δομή μάς λέει σιωπηρά πως η ζωή δεν είναι μια γραμμική άνοδος. Υπάρχει πάντα ένα σημείο μηδέν που τα αλλάζει όλα. Κι ύστερα αρχίζει μια άλλη κίνηση προς τα μέσα, προς τα κάτω προς το τέλος.
Στον πυρήνα του έργου, λοιπόν, βρίσκεται η γυναίκα, που, όταν παύουν να υπάρχουν οι άλλοι ως καθρέφτες της ζωής της –οι ρόλοι της κόρης, της συζύγου, της μητέρας–, έρχεται αντιμέτωπη με ένα βαθύ υπαρξιακό κενό. «Εξέλειπαν τα μάτια των άλλων που την προσδιόριζαν. Σιώπησαν οι προσφωνήσεις κόρη, μαμά, γυναίκα. Απόμεινε συλημένο κάστρο». Αυτή όμως την είχαν εκπαιδεύσει διαφορετικά. «Από μικρή ένα σπίτι την προσδιόριζε και την περιόριζε. Σύνορο και ταυτότητα. Πώς θα ήταν άραγε απροσδιόριστη και απεριόριστη; Αν, όμως, διαρρήγνυε τους τοίχους-τείχη πού θα έμενε;»Και το σπίτι που υπήρξε άλλοτε τόπος φροντίδας και προσφοράς μετατρέπεται τώρα πια σε έναν ξένο χώρο. Η ελευθερία δεν παρουσιάζεται ως λύτρωση αλλά ως ένα δύσκολο, σχεδόν τρομακτικό πεδίο.
Η κ. Ψωμά-Πετρίδου δεν γράφει μια απλή ιστορία γυναικείας καταπίεσης. Το βλέμμα της προσηλώνεται αυστηρά και προς τα δύο φύλα, αλλά κυρίως προς τη γυναίκα, που πολλές φορές γίνεται συνένοχη στη δική της σιωπή. Είναι πολύ σημαντικό να δίνεται ορατότητα μέσα από τη λογοτεχνία σ’ αυτήν την γκρίζα ζώνη ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα. Στο βιβλίο αποφεύγονται οι διαχωρισμοί, προφανώς γιατί η ίδια η συγγραφέας θεωρεί σημαντικό να φωτίζει στο κείμενο τη συνενοχή, την αδυναμία ή την ασάφεια. Θα μπορούσε βέβαια μια τέτοια προσέγγιση να παρεξηγηθεί ως «εξίσωση» καταστάσεων, αλλά τελικά αυτή είναι η ομορφιά της λογοτεχνίας, να γράφεις πιο δύσκολα χωρίς να δίνεις στον αναγνώστη έτοιμο τον «ένοχο». Έτσι, μέσα από τις αφηγήσεις, αναδεικνύονται οι μηχανισμοί χειραγώγησης, οι κοινωνικές συμβάσεις, η κληρονομημένη υποταγή και η εσωτερικευμένη βία. Και είναι πολύ έντονη η μετατόπιση πια από τη «γυναικεία υπόθεση» στην κοινή ανθρώπινη θνητότητα. Η φθορά κι ο θάνατος στο βιβλίο λειτουργούν σαν μια εξισωτική δύναμη. Κι αυτό θα μπορούσε να έχει διττή σημασία ανάλογα με τη ματιά του αναγνώστη. Από τη μια θα φάνταζε ως μια μορφή παρηγοριάς κι από την άλλη σαν μια σκληρή διαπίστωση. Όμως, η σύγχρονη λογοτεχνία κατά πόσο είναι έτοιμη να κοιτάξει κατάματα την ανθρώπινη παρακμή; Η Μαρία Ψωμά-Πετρίδου δίνει την αίσθηση πως η γραφή της είναι έτοιμη κι «έντιμη», γιατί το κείμενο λέει την αλήθεια και δεν κρύβεται πίσω από τις τεχνικές. Κι ίσως τελικά να υπάρχει κι ένα προσωπικό κόστος σε μια τόσο απογυμνωμένη λογοτεχνική στάση. Εκείνη ωστόσο δεν διστάζει να τοποθετηθεί. Η οικογένεια δεν παρουσιάζεται μόνο ως χώρος φροντίδας αλλά και ως πεδίο πειθαρχίας, ενώ το γυναικείο σώμα γίνεται τόπος διαπραγμάτευσης κοινωνικών κανόνων. Η αυτονομία δεν πρέπει να αφορά μόνο τις αποφάσεις αλλά και το δικαίωμα της γυναίκας να ορίσει την επιθυμία, τη μητρότητα ή την άρνησή τους.
Η γλώσσα δε του βιβλίου είναι ποιητική, πυκνή, σχεδόν υπνωτιστική. Οι φράσεις λειτουργούν σαν εικόνες που χτίζουν μια ατμόσφαιρα ασφυξίας αλλά και αναζήτησης. Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις ούτε ξεκάθαρες αφηγηματικές λύσεις. Το κείμενο απαιτεί από τον αναγνώστη συμμετοχή και εσωτερική εγρήγορση.
Και τελικά τι είναι η «περίφραξη»; Προστασία, φυλακή, κοινωνικό όριο ή ψυχική άμυνα; Και πόσο «ασφαλής» είναι μια τέτοια περίφραξη; Το ερώτημα που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο είναι ποιος χτίζει αυτές τις περιφράξεις και ποιος μένει εγκλωβισμένος μέσα τους.
Η «Ασφαλής Περίφραξη» είναι ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται βιαστικά. Είναι εσωτερικό, απαιτητικό και βαθιά ανθρώπινο. Απευθύνεται σε αναγνώστες που αγαπούν τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία με υπαρξιακό και ποιητικό χαρακτήρα και σε όσους αναζητούν κείμενα που γεννούν ερωτήματα αντί να προσφέρουν εύκολες βεβαιότητες. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αναφέρεται στη στιγμή που ο άνθρωπος μένει μόνος απέναντι στον εαυτό του, όταν όλες οι κοινωνικές ταμπέλες καταρρέουν. Και τότε γεννιέται το πιο δύσκολο ερώτημα: ποιος είμαι όταν δεν υπάρχω πια μέσα από τους άλλους;
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
