Μιχαλης Μελαχροινουδης: «Δεν νομιζω οτι ο ποιητης μπορει η πρεπει να καθοδηγει την εμπειρια του αναγνωστη»
Σε μια εποχή όπου η κοινωνία προσπαθεί ακόμη να επουλώσει τα τραύματα των τελευταίων χρόνων, η ποίηση συχνά γίνεται τρόπος έκφρασης, καταφύγιο αλλά και δημόσια κατάθεση.
Ο ποιητής Μιχάλης Μελαχροινούδης επιστρέφει με τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Σύσσωμος» από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, η οποία περιλαμβάνει 54 ποιήματα γραμμένα την περίοδο 2018–2023. Μέσα από τρεις θεματικές ενότητες, ο δημιουργός καταγράφει στιγμές της καθημερινότητας, μνήμες και προσωπικές σχέσεις, αλλά και κοινωνικές εμπειρίες που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια. Με αφορμή την παρουσίαση της συλλογής του στη Θεσσαλονίκη, που πραγματοποιήθηκε στον μαγικό για το βιβλίο χώρο του βιβλιοπωλείου Μεσιέ Σαρλό, με τη συνεργασία της Λέσχης Ανάγνωσης Φίλων, Εθελοντών και Εργαζομένων του «Θεαγενείου» Νοσοσκομείου Θεσσαλονίκης, μίλησε με τη Νικολέτα Τσορμπατζόγλου της ενημερωτικής ιστοσελίδας “The Opinion” για τη δύναμη της ποίησης, τη σχέση του με τον τόπο και τον τρόπο με τον οποίο το προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε συλλογική εμπειρία μέσα από τον λόγο.
Μιχάλης Μελαχροινούδης, «Σε δύσκολες περιόδους η ποίηση λειτουργεί συχνά σαν ένας τρόπος να κρατήσει κανείς μια μορφή εσωτερικής ισορροπίας»
N.T.: Η νέα σας ποιητική συλλογή έχει τον τίτλο «Σύσσωμος». Πώς γεννήθηκε αυτός ο τίτλος και τι σημαίνει για εσάς;
Μ.Μ.: Ο τίτλος στριφογύριζε στο μυαλό όσο το υλικό πύκνωνε, προέκυψε τελικά προς το τέλος της διαδρομής της συλλογής. Όταν κοίταξα τα ποιήματα συγκεντρωμένα, συνειδητοποίησα ότι όλα, με διαφορετικούς τρόπους, μιλούσαν για την ανάγκη του ανθρώπου να υπάρχει ολόκληρος μέσα στον κόσμο ως σώμα, μνήμη, εμπειρία και ιστορία.
Από την άλλη η λέξη «σύσσωμος» κουβαλά για μένα αυτήν την ιδέα της παρουσίας ως όλο – όχι όμως μόνο ως άτομο αλλά και ως μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου, μιας συλλογικότητας. Είναι μια λέξη που ακουμπά ταυτόχρονα το προσωπικό και το συλλογικό. Σε μια εποχή κατακερματισμού, όπου πολλά γύρω μας διαλύονται ή απομονώνονται, ίσως είναι πιο αναγκαία παρά ποτέ η ανάταση με όλες τις δυνάμεις παρούσες, σωματικές, πνευματικές και ψυχικές. Σε προσωπικό αλλά και συλλογικό επίπεδο.
N.T.: Τα ποιήματα της συλλογής γράφτηκαν μέσα στην περίοδο 2018–2023, μια ιδιαίτερα δύσκολη πενταετία. Πώς επηρέασαν οι κοινωνικές και προσωπικές συνθήκες τη γραφή σας;
Μ.Μ.: Κάθε ποίημα κουβαλά μέσα του τον χρόνο στον οποίο γράφεται, ακόμη κι όταν δεν τον κατονομάζει. Η περίοδος αυτή ήταν πράγματι μια πενταετία έντονων μεταβολών και πολυεπίπεδης κρίσης: κοινωνικής, οικονομικής, υγειονομικής, με γεγονότα που σημάδεψαν τον τόπο και προκάλεσαν πόνο, θλίψη και οργή. Φυσικά πλάι σε αυτά και γεγονότα σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο αλλά και ζητήματα υπαρξιακά. Νομίζω ότι η γραφή επηρεάστηκε τόσο από τα ίδια τα γεγονότα, όσο και από το αίσθημα μιας διαρκούς αβεβαιότητας, ανασφάλειας και φόβου –μα και ελπίδας κάπου κάπου– που διαπερνούσε την καθημερινότητα.
Σε τέτοιες περιόδους η ποίηση λειτουργεί συχνά σαν ένας τρόπος να κρατήσει κανείς μια μορφή εσωτερικής ισορροπίας. Ψιθυρίζει και γράφει για να μην ξεφωνίσει. Πολλές φορές όχι για να εξηγήσει τον κόσμο, αλλά για να τον αντέξει. Τα ποιήματα αυτής της συλλογής γράφτηκαν μέσα σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν: ως μικρές απόπειρες καταγραφής του εαυτού και των άλλων μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει.
N.T.: Η συλλογή χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης από καθεμία από αυτές;
Μ.Μ.: Οι τρεις ενότητες λειτουργούν σαν τρεις διαφορετικές όψεις της ίδιας εμπειρίας. Στην πρώτη υπάρχει περισσότερο το στοιχείο της προσωπικής μνήμης: οι τόποι, οι άνθρωποι και οι μικρές στιγμές που συγκροτούν την καθημερινότητά μας, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πάντα. Η καθημερινότητα με ενδιαφέρει να τη διερευνώ και να τη διευρύνω μέσα από τα γραπτά μου, όσο μπορώ.
Στη δεύτερη ενότητα το βλέμμα ανοίγει προς τον κόσμο γύρω μας, προς την κοινωνική πραγματικότητα, τον ιστορικό και κοινωνικό τόπο και χώρο. Εκεί το «εγώ» αρχίζει να συναντά πιο καθαρά το «εμείς» με αναφορές στις σκληρές εικόνες του πολέμου, της προσφυγιάς, του πόνου, της ανεργίας.
Η τρίτη ενότητα θα έλεγα ότι κινείται προς πιο αναστοχαστικές και αυτοαναφορικές εκδοχές: τι μένει τελικά από όλα αυτά, ποια ίχνη αφήνει ο χρόνος, πώς συνεχίζουμε να υπάρχουμε μέσα στη μνήμη και στις λέξεις και τι ελπίζουμε τελικά.
«Το προσωπικό βίωμα δεν είναι ποτέ απολύτως ατομικό. Μέσα του υπάρχουν πάντοτε οι άλλοι άνθρωποι, οι τόποι, η ιστορία, η γλώσσα που μοιραζόμαστε»
N.T.: Στα ποιήματά σας φαίνεται να συνυπάρχουν το προσωπικό «εγώ» και το συλλογικό «εμείς». Πώς προσπαθείτε να ισορροπήσετε ανάμεσα στα δύο;
Μ.Μ.: Δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει πραγματικά καθαρός διαχωρισμός ανάμεσα στα δύο.Το προσωπικό βίωμα δεν είναι ποτέ απολύτως ατομικό. Μέσα του υπάρχουν πάντοτε οι άλλοι άνθρωποι, οι τόποι, η ιστορία, η γλώσσα που μοιραζόμαστε. Όταν γράφω, δεν σκέφτομαι συνειδητά αυτήν την ισορροπία. Προκύπτει μάλλον φυσικά: το «εγώ» μιλάει, αλλά η φωνή του είναι ήδη διαποτισμένη από το «εμείς».
Ίσως η ποίηση να είναι ακριβώς αυτό το σημείο συνάντησης όπου το ατομικό βίωμα μπορεί να γίνει αναγνωρίσιμο και για τους άλλους. Το εύχομαι, αν δηλαδή το ατομικό μου βίωμα γίνει, κατά κάποιον τρόπο, μέρος του συλλογικού και συγκινήσει κι άλλους.
N.T.: Η Κρήτη, και ιδιαίτερα το Ρέθυμνο, φαίνεται να έχουν σημαντική θέση στη μνήμη και τη δημιουργία σας. Πώς έχει επηρεάσει αυτός ο τόπος τη γραφή σας;
Μ.Μ.: Οι τόποι στους οποίους ζούμε ή από τους οποίους περνάμε αφήνουν μέσα μας ένα ιδιαίτερο σημάδι. Στο Ρέθυμνο δε, «αν έχεις πιει νερό από τα βρυσάκια της κρήνης Rimondi πάντα επιστρέφεις».
Η Κρήτη λοιπόν και το Ρέθυμνο υπήρξαν για μένα τόποι μαθητείας – όχι μόνο ακαδημαϊκής, αλλά και ανθρώπινης. Εκεί διαμορφώθηκαν πολλές από τις πρώτες μου εμπειρίες, οι φιλίες, οι συζητήσεις, οι ανακαλύψεις της νεότητας. Εξάλλου, εκεί ξεκίνησα από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 να γράφω πιο συστηματικά. Εκεί ανδρώθηκα επαγγελματικά, εκεί έκανα οικογένεια. Τον αισθάνομαι λοιπόν τόπο της οικογένειάς μου και έχουμε πολλούς δικούς μας ανθρώπους που μας αγαπούν και εμείς το ίδιο. Και αυτό δεν αλλάζει κι ας έχουμε φύγει. Αργότερα καταλαβαίνεις ότι οι τόποι αυτοί συνεχίζουν να λειτουργούν μέσα στη μνήμη σαν ένα είδος εσωτερικού διαλόγου. Και πολλές φορές αυτός ο διάλογος επανέρχεται μέσα στα ποιήματα, άλλοτε άμεσα και άλλοτε πιο υπόγεια.
N.T.: Το εξώφυλλο της συλλογής παραπέμπει σε ένα «κουκούλι» ή σε μια μορφή γέννησης. Τι συμβολίζει για εσάς αυτή η εικόνα;
Μ.Μ.: Το εξώφυλλο και όλη η διαδικασία κατασκευής του ήταν πολύ δημιουργική και νομίζω το αποτύπωμά του είναι πολύ δυνατό. Και το χρώμα και το σχέδιο. Δυνατό το κόκκινο χρώμα, που υπήρχε και στην πρώτη συλλογή «Εν αρχή ην ο λόγος», πιο δυνατό όμως και το εξώφυλλο, που θεωρώ πλέον κι εγώ ότι επιτρέπει πολλαπλές αναγνώσεις. Μπορεί κανείς να δει πράγματι ένα κουκούλι, που λειτουργεί ως μια μορφή προστασίας αλλά και μεταμόρφωσης.
Η ποίηση λειτουργεί έτσι κάποιες φορές: μοιάζει να είναι ένας τόπος μέσα στον οποίο οι εμπειρίες, οι σκέψεις και τα βιώματα επεξεργάζονται αργά μέχρι να πάρουν μια νέα μορφή. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές ένα ποίημα χρειάζεται χρόνο για να ωριμάσει. Σαν κάτι που σχηματίζεται σιωπηλά πριν βγει στον κόσμο. Άπαξ όμως και βγει την έβαψες, παραφράζοντας λίγο γνωστή φράση από το βιβλίο «Χιλιανός ποιητής».
N.T.: Αν έπρεπε να συνοψίσετε σε μία φράση τι σημαίνει για εσάς η ποίηση σήμερα, ποια θα ήταν αυτή;
Μ.Μ.: Η ποίηση δεν σώζει, μπορεί όμως να υπερασπιστεί το άτομο που έχουμε μέσα μας (φράση από τον Στ. Τσβάιχ).
«Θα ήθελα να έχω μια δυνατή σχέση με τον αναγνώστη κι ας είναι και αραιή»
N.T.: Υπάρχει κάποιο ποίημα από τη συλλογή «Σύσσωμος» που νιώθετε πως σας εκφράζει περισσότερο αυτήν την περίοδο;
Μ.Μ.: Κάθεπερίοδος φωτίζει διαφορετικά ποιήματα και το αντίστροφο. Αυτήν την εποχή επιστρέφω συχνά σε εκείνα που μιλούν για τους ανθρώπους που μέσα στο διάβα της ζωής μας έχουν δώσει ή μας δίνουν κουράγιο. Μάλλον το χρειάζομαι κι εγώ, ώστε με οδηγό την ελπίδα και την προσπάθεια, κι εμείς με τη σειρά μας να τιμήσουμε τον όποιο ή τους όποιους ρόλους έχουμε, για να αποδώσουμε καθημερινά ευγένεια, καλοσύνη, αλληλεγγύη και αγάπη στους άλλους. Ένα τέτοιο ποίημα είναι «Οι Φάροι» (σελ. 83) που κλείνει τη συλλογή.
Το αφιερώνω με πολλή αγάπη σε έναν από τους «φάρους» για μένα στη ζωή, που δεν είναι άλλος από την καθηγήτρια της Ιστορίας στη Γ΄ Λυκείου, η οποία είναι μέρος της Λέσχης Ανάγνωσης που διοργάνωσε την εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη και τη συναντώ ξανά μετά από τόσα χρόνια. Θα ήθελα κι από δω δημόσια να της πω ευχαριστώ που έλαμψε για μένα. Ως «φάρος».
N.T.: Τι θα θέλατε να νιώσει ή να σκεφτεί ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο σας;
Μ.Μ.: Δεν νομίζω ότι ο ποιητής μπορεί ή πρέπει να καθοδηγεί την εμπειρία του αναγνώστη. Αν όμως τα ποιήματα καταφέρουν να δημιουργήσουν μια μικρή στιγμή οικειότητας –την αίσθηση ότι κάτι από τη δική του εμπειρία συναντά τις λέξεις του βιβλίου– τότε ίσως έχει επιτευχθεί κάτι ουσιαστικό. Θα ήθελα να έχω μια δυνατή σχέση με τον αναγνώστη κι ας είναι και αραιή, εννοώ μέσα από τα διαβάσματά του. Να διαβάζει και άλλα πολλά δηλαδή και να έρχεται στα δικά μου, να βρίσκει ένταση και να φεύγει. Αυτό μου αρκεί.
N.T.: Σήμερα, μέσα στη σύγχρονη καθημερινότητα, πιστεύετε ότι η ποίηση μπορεί ακόμη να «συνομιλήσει» ουσιαστικά με τον κόσμο;
Μ.Μ.: Η ποίηση, αν και δεν υπήρξε ποτέ ένα μέσο επικοινωνίας για τις μεγάλες μάζες, παρόλα αυτά διαρκεί εδώ και αιώνες, γιατί; Ίσως γιατί μπορεί να σε στηρίξει σε καθημερινές δυσκολίες αλλά και προσωπικές στιγμές, καλές και κακές, μικρές αλλά και κορυφαίες, ίσως πάλι γιατί μπορεί να ενώνει ανθρώπους πέρα από γλώσσες και σύνορα και να εκφράζει πανανθρώπινες αξίες. Ίσως.
«Η ποίηση δεν είναι ένα κλειστό πεδίο για ειδικούς· είναι μια μορφή λόγου που ζητά απλώς προσοχή και ανοιχτοσύνη»
N.T.: Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να πείτε στους νέους ανθρώπους που ίσως έρχονται τώρα για πρώτη φορά σε επαφή με την ποίηση;
Μ.Μ.: Να την προσεγγίζουν χωρίς φόβο. Η ποίηση δεν είναι ένα κλειστό πεδίο για ειδικούς· είναι μια μορφή λόγου που ζητά απλώς προσοχή και ανοιχτοσύνη. Μερικές φορές ένα ποίημα χρειάζεται να το αφήσουμε να δουλέψει μέσα μας χωρίς να βιαστούμε να το εξηγήσουμε.
N.T.: Μετά τον «Σύσσωμο», υπάρχουν ήδη σκέψεις ή σχέδια για το επόμενο δημιουργικό σας βήμα;
Μ.Μ.: Τα ποιήματα έρχονται όπως έρχονται και παίρνουν την όποια μορφή. Συνήθως δεν δουλεύονται πολύ από μένα και γεμίζουν αρχεία, οθόνες υπολογιστών και σημειωματάρια. Το μετά, η δημοσιοποίησή τους, είναι κάτι άλλο. Άλλες φορές γίνεται άλλες όχι. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να συνεχίσω μέσα σε συλλογικότητες και με συλλογικότητες να προσπαθώ να είμαι δημιουργικός με την όποια αλήθεια μου, πρώτα απέναντι σε μένα, στη γλώσσα και στον κόσμο.
*Η Νικολέτα Τσορμπατζόγλου είναι φοιτήτρια του Τμήματος Δημοσιογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και συντάκτρια της ενημερωτικής ιστοσελίδας “The Opinion”. Η παρούσα συνέντευξη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην ιστοσελίδα theopinion.gr στις 13/03/2026.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
