Τρελες καθημερινες τραπεζικες ιστοριες

Το πρωί, στις 09:00, αποφάσισα –με αφέλεια που αγγίζει τα όρια της αυτοθυσίας– να επισκεφθώ το υποκατάστημα μιας τράπεζας για να κάνω ανάληψη ενός «κάπως» μεγάλου ποσού. Σταματώ στο πρώτο γραφείο. Περιμένω. Ξαναπεριμένω. Στο τέλος, μια κυρία, πίσω από ένα φρούριο χαρτιών και αδιαφορίας, με ρωτά:

—Τι θέλετε, παρακαλώ;
—Να κάνω μια ανάληψη.
—Να πάτε έξω, στο μηχάνημα.
—Μα θέλω μεγάλο ποσό.
—Έχετε e-banking;
—Δεν γνωρίζω από τέτοια…
—Τότε, κύριέ μου, να έρθετε στις 13:00.

Με απλά λόγια: «Φύγετε τώρα και ξαναελάτε αργότερα, μπας και σας λυπηθούμε». Επιστρέφω στις 13:00 ακριβώς –συνεπής, όπως αρμόζει σε έναν πολίτη που σέβεται το τραπεζικό σύστημα που τον ταλαιπωρεί. Στον ίδιο γκισέ, άλλη υπάλληλος, ίδιο ύφος. Μετά από 25 λεπτά αναμονής, με ρωτά:

—Τι περιμένετε εδώ;
—Να κάνω ανάληψη ενός μεγάλου ποσού.
—Να πάτε στο ταμείο.

Δηλαδή, μια μικρή περιήγηση εντός του καταστήματος, για να μην ξεχνιόμαστε.

Πηγαίνω στο ταμείο. Μπροστά μου 4-5 άνθρωποι, όλοι με το ίδιο βλέμμα: αυτό του πολίτη που συνειδητοποιεί ότι η υπομονή είναι υποχρεωτική και η αξιοπρέπεια προαιρετική. Τότε κάποιος μου λέει: «Καθίστε, θα αργήσουμε». Μετάφραση: «Καλώς ήρθατε στο μαρτύριο». Εκεί κάπου το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι. Η φωνή ανεβαίνει επίσης πιο ψηλά. Ξαφνικά –ω του θαύματος!– εμφανίζεται μια νεαρή υπάλληλος. Ευγενική. Ανθρώπινη. Σχεδόν εξωτική για το περιβάλλον. Της εξηγώ. Παίρνει την κάρτα και την ταυτότητά μου και μέσα σε ένα λεπτό –ναι, ένα λεπτό– βρίσκομαι στο ταμείο και εξυπηρετούμαι. Ένα λεπτό. Όχι 25. Όχι 4 ώρες. Όχι «ελάτε στις 13:00». Φεύγοντας, της λέω: «Δεν φταίτε εσείς. Για τα μεγάλα αφεντικά σας φώναζα… Μας παίρνουν τα χρήματά μας σχεδόν άτοκα και μας στήνουν σαν διακοσμητικά στοιχεία, ώρες ολόκληρες, μπροστά από γκισέ και μηχανήματα…»

Γιατί αυτό είναι το σύστημα: Σου παίρνουν τον μισθό, τη σύνταξη, την υπομονή και στο τέλος σου λένε να πας στο ΑΤΜ. Εκεί όπου:
ή δεν λειτουργεί,
ή δεν έχει χρήματα,
ή δεν έχει χαρτί,
ή απλώς δεν σε θέλει.

Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, αυτοί πλουτίζουν. Με τα δικά μας χρήματα. Με τη δική μας ανοχή. Με τη δική μας σιωπή. Και εμείς; Εμείς περιμένουμε. Στις 09:00. Στις 13:00. Κι αν χρειαστεί, και την επόμενη μέρα, γιατί, βλέπετε, οι κύριοι τραπεζίτες δεν βιάζονται. Έχουν νόμους να τους προστατεύουν. Έχουν δισεκατομμύρια που «κάποιοι» τα χρωστούν και κανείς δεν τους ενοχλεί. Έχουν και ακαταδίωκτο από κάποια κόμματα… Οι μεγαλοτραπεζίτες βέβαια, όχι οι υπάλληλοι!
Και, φυσικά, έχουν εμάς…  «να περιμένουμε».

*Ο Θεόδωρος Κ. Ορδουμποζάνης είναι νομικός και συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο του το μυθιστόρημα «Οι καστανιές της μνήμης» (εκδ. Επικοινωνία ΑΕ, Κομοτηνή 2026).

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.