Τριανταφυλλος Ναουμ, «Το τσερκι της ζωης μου»

Πέρασε από τη ζωή σαν να την ήξερε καλά, σαν να μην τη φοβήθηκε ποτέ, σαν να την αγάπησε ολόκληρη

[ΚΙ «ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΤΣΑΠΙ», ΤΟ «ΤΣΕΡΚΙ» ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΟΡΘΙΟ

«Ο τόπος ερημώνει τζόγια μου,

δε βλέπεις;

Εμείς πόσο ακόμα…

Άφησε το τσαπί όρθιο στο χώμα

έρημου κάμπου επιτύμβιο».

Μαρία Μαρκαντωνάτου, «Ο Σκαφτιάς», «Περδικάκια».[1]

Ο Τριαντάφυλλος Ναούμ, πατέρας της συγγραφέα Φωτεινής Ναούμ, έφυγε λίγο καιρό πριν από τη ζωή. Είχαμε την τύχη όμως να τον γνωρίσουμε και, κυρίως, να τον διαβάσουμε. Αγαπώντας τον. Για τον τρόπο που ήξερε να πατάει στη ζωή, την πεποίθησή του ότι όλος ο κόσμος είναι ανοικτός στον καθένα που τολμά να τον αντιμετωπίζει ως οικεία προσβάσιμο, για την αγάπη του στους κυριολεκτικούς δρόμους, αλλά και  σ’ αυτούς του επιχειρείν, της ιστορίας, της έρευνας και της μάθησης. Με την αγάπη του για την οικογένεια, την Κομοτηνή και τους ανθρώπους της ρητά δεδηλωμένη. Τρυφερή η Αναστάσιμη μνήμη, αιτηθήκαμε της Φωτεινής την παρακείμενη αφήγηση…  Για το «Τσέρκι της ζωής του», το βιβλίο που είχαμε την τύχη να μας τον συστήσει ως άνθρωπο που κοιτούσε τη ζωή κατάματα, με θάρρος, αυτό που τόσο μας λείπει, και χιούμορ… Και για τη ζωή όλων μας, που ευτυχώς ακόμη οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ την κατοικούν…]

«Αλήθεια, πώς μπορεί να γραφτεί η ιστορία μιας οικογένειας;

Τι μπορεί να νοιώσει ένας άνθρωπος, όταν μετά από χρόνια βρει την ταυτότητά του;»

Ο Τριαντάφυλλος Ναούμ ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν μιλούν απλά για μια πόλη. Είναι οι ίδιοι η πόλη. Ο τόπος. Τα σοκάκια, οι φωνές, οι μυρωδιές, οι ιστορίες. Όλα όσα έζησε, όσα του είχαν διηγηθεί, όσα είχε ονειρευτεί, περνούσαν από μέσα του και ξαναγεννιόνταν στα λόγια, στα καλαμπούρια, στις διηγήσεις του.

Δεν είχε σπουδάσει ιστορία, μα την κουβαλούσε στο αίμα του. Έσκαβε στις ρίζες, στο γενεαλογικό δέντρο, στους ανθρώπους γύρω του. Λαϊκός συγγραφέας, με μια σοφία που δεν τη βρίσκεις σε βιβλία αλλά σε δρόμους, στο εμπόριο, στα καράβια, σε ταξίδια. Έλεγε συχνά: «Η ζωή είναι ένα αστείο. Μην παίρνεις τίποτα στα σοβαρά». Και το εννοούσε. Έσπαγε πλάκα στο νοσοκομείο, παρά την πολύ σοβαρή του κατάσταση, μέχρι το τέλος.

Ο Τριαντάφυλλος δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Θα έλεγε κανείς πως θύμιζε κινηματογραφικό χαρακτήρα γεμάτο αντιφάσεις. Τυχοδιώκτης και ταυτόχρονα πιστός οικογενειάρχης. Ρεαλιστής και μαζί ονειροπόλος. Δέντρο και μαζί άνεμος.

Στα δεκαπέντε του, πίεσε τον πατέρα του να του υπογράψει το φυλλάδιο για να φύγει στα καράβια. Ένα ταξίδι σταθμός, που κράτησε σχεδόν δύο χρόνια. Ινδία, Ιαπωνία, Αμερική. Συνέχισε να ταξιδεύει κάτω από ανορθόδοξες συνθήκες, τον κόσμο. Στο βιβλίο του αναφέρει κάποια από τα ταξίδια που τον σημάδεψαν, όπως εκείνο που έφτασε οδικώς μέχρι το Πακιστάν, το 1975. Έλεγε ότι πλούτος του ανθρώπου είναι να έχει φίλο που του ανοίγει το σπίτι του, σε όποιον τόπο κι αν βρεθεί.

Ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος που τιμούσε το παρελθόν, αλλά ζούσε με πάθος το παρόν. Έδινε αξία στη στιγμή. Την έκανε λέξεις και εικόνες. Έγραφε και μοιραζόταν στο διαδίκτυο, φωτογράφιζε ελεύθερα, χωρίς πόζα και φίλτρα τον εαυτό του αλλά και τους άλλους. Απαθανάτιζε περαστικούς, στιγμές, βλέμματα. Έβαζε λεζάντες και τις χάριζε στους ίδιους τους ανθρώπους. Ήταν σαν να τους έλεγε: «Υπάρχεις. Σε είδα».

Ο Τριαντάφυλλος ήταν απλόχερος μέχρι υπερβολής. Αντιπαθούσε τη μιζέρια όσο τίποτα. Κερνούσε συνεχώς και αδιακρίτως χωρίς να μετρά. Όχι γιατί δεν ήξερε την αξία του χρήματος, αλλά γιατί ήξερε την αξία της καρδιάς. «Bir kahvenin kırk yıl hatırı vardır», του έλεγε η γιαγιά κι εκείνος με τη σειρά του, στα παιδιά του. Ένας καφές, δηλαδή, κρατάει σαράντα χρόνια μνήμη. Κι εκείνος δεν κερνούσε καφέ. Κερνούσε ζωή, κερνούσε στήριξη, το γέλιο, τη γνώση, τη χαρά του.

Τα πρώτα του χρόνια τα έζησε σε μια μουσουλμανική γειτονιά, εκεί όπου σήμερα στέκει η εκκλησία του Ευαγγελισμού. Κάτω το μαγαζί, πάνω το σπίτι. Από κάτω τα τζουκ μποξ, οι μουσικές ανέβαιναν και φτερούγιζαν μέσα του. Κατέβαινε να δει τους ανθρώπους, τους χορούς, τη ζεϊμπεκιά. Την κουβαλούσε πάντα μέσα του.

«Την πενιά αυτή, μόνο ο μάγκας, ακούγοντας το τέλι, την κάνει βήμα και την αφήνει να του ματώσει την καρδιά. Κι αν τον δεις εκεί στην πίστα να χορεύει, θα δεις τον πόνο του, στο πάτωμα να σέρνει».

Μιλούσε ασταμάτητα για την πόλη του. Την έψαχνε, τη σκάλιζε. Τους ανθρώπους, τις μνήμες. Το Χαϊβάν Παζάρ, τους ζωέμπορους, τις καμήλες που ξαπόσταιναν, τις μουσουλμάνες γυναίκες, τα παιδιά. Πρώτα έμαθε τουρκικά, μετά ελληνικά. «Κυρα-Φωτεινή, είναι δυνατόν το παιδί να μη μιλάει ελληνικά;» ρώτησε στην πρώτη δημοτικού η δασκάλα. «Θα μάθει», απάντησε με ατάραχη βεβαιότητα εκείνη.

«… τα σπίτια μας ήταν κολλητά. Οι γονείς τους και οι γιαγιάδες, μέρες νύχτες, μιλούσαν τουρκικά, γιατί κι αυτοί δεν ήξεραν ελληνικά κι όσο έπαιζα μαζί τους έμαθα τη γλώσσα τους τόσο καλά, που και στο σπίτι μας ακόμη όταν μου μιλούσαν ελληνικά, δεν τους καταλάβαινα…»

Τη μάνα του τη στερήθηκε νωρίς. Έτρεχε για την επιβίωση με τον πατέρα του. Ζωεμπόριο, ταβέρνα, αντίκες. Μα είχε τη γιαγιά του, τη φροντίδα της, τη ζεστασιά της. Λίγα χρόνια μετά, βρήκε αλλού μια άλλη γυναίκα, με παρουσία μητρική. «Όσα δεν μου έμαθες εσύ, μου τα έμαθε η κυρα-Μαρία που είχε το μπαρ στην Ιαπωνία», της είπε. Δάκρυσε τότε, σιώπησε κι όμως, πρόλαβαν. Ατέλειωτες κουβέντες με το αυτοκίνητο τα επόμενα χρόνια μάνα και γιος. Βρήκαν τον δρόμο ο ένας προς τον άλλον. Ο Τριαντάφυλλος δεν κράτησε κακία σε κανέναν. Ποτέ. Μπορεί να γελούσε, να πείραζε, να έλεγε: «πω πω λέρα» ή «αμαρτία μεγάλη», αλλά πάντα με χαρά. Πάντα με φως.

Πρόλαβε να γίνει παππούς τριών εγγονιών. Καμάρι του μεγάλο. «Έκανα μια σωστή οικογένεια», έλεγε. Και τους είχε αδυναμία. Τους πείραζε, τους τσιγκλούσε με τα αστεία του. «Μα καλά, δεν θα σοβαρευτείς ποτέ;» τον ρωτούσε η γυναίκα του. Εκείνος γελούσε. Τραγουδούσε. Και έψαχνε πάλι παλιές φωτογραφίες της πόλης. Παλιές αναμνήσεις και στιγμές για να τους διηγηθεί. Ανάμεσα σε αυτά, έγραψε το βιβλίο.


Χίλιες σελίδες. Όχι για να πουληθεί, όχι για να γίνει όνομα, ούτε για να βγάλει λεφτά. Τύπωσε μόλις πενήντα αντίτυπα. Δώρα. Για την οικογένεια, για όσους τον αγάπησαν, για εκείνους που ήθελαν να τον γνωρίσουν αληθινά. Ήταν σαν να έλεγε: «Αν θες να με καταλάβεις, διάβασε».

Είχε μια δική του σοφία. Γνώση είναι οι άνθρωποι, πίστευε. Τα μάτια, τα χέρια, η ιστορία τους. Τους έκανε όλους κέφι. Κοιτούσε τον κόσμο να περνά, σαν να διάβαζε ένα βιβλίο που δεν τελειώνει ποτέ.

«Ο Τριαντάφυλλος είχε μια δική του σοφία. Γνώση είναι οι άνθρωποι, πίστευε. Τα μάτια, τα χέρια, η ιστορία τους. Τους έκανε όλους κέφι. Κοιτούσε τον κόσμο να περνά, σαν να διάβαζε ένα βιβλίο που δεν τελειώνει ποτέ. Μέσα από το βιβλίο του, μπορεί κανείς να δει τους αγώνες ενός ελεύθερου επαγγελματία να επιβιώσει αλλά και τη στάση του, τη θέση του στη ζωή. Ο ίδιος δεν πίστεψε ποτέ σε τίτλους, σε αξιώματα, σε “μεγάλους” και “μικρούς”. Να μιλάς σε όλους στα ίσια. Όπως θα σταθείς απέναντι στον πιο μικρό, έτσι να σταθείς και απέναντι στον πιο ισχυρό. Να μιλάς καθαρά. Να γελάς. Να μη σκύβεις το κεφάλι, αλλά ούτε και να το σηκώνεις αφ’ υψηλού. Να είσαι ίσος προς ίσο. Ο ίδιος είχε έντονο δημόσιο λόγο. Ήταν φασαριόζος, δεν περνούσε απαρατήρητος. Δεν φοβόταν να εκφέρει την άποψή του και να διεκδικήσει ανοιχτά αυτό που ήθελε» 

Μέσα από το βιβλίο του, μπορεί κανείς να δει τους αγώνες ενός ελεύθερου επαγγελματία να επιβιώσει αλλά και τη στάση του, τη θέση του στη ζωή. Ο ίδιος δεν πίστεψε ποτέ σε τίτλους, σε αξιώματα, σε «μεγάλους» και «μικρούς».

Να μιλάς σε όλους στα ίσια. Όπως θα σταθείς απέναντι στον πιο μικρό, έτσι να σταθείς και απέναντι στον πιο ισχυρό. Να μιλάς καθαρά. Να γελάς. Να μη σκύβεις το κεφάλι, αλλά ούτε και να το σηκώνεις αφ’ υψηλού. Να είσαι ίσος προς ίσο.

Ο ίδιος είχε έντονο δημόσιο λόγο. Ήταν φασαριόζος, δεν περνούσε απαρατήρητος. Δεν φοβόταν να εκφέρει την άποψή του και να διεκδικήσει ανοιχτά αυτό που ήθελε. Μπορούσε να σταθεί και να κοντραριστεί με οποιαδήποτε αρχή. Να επιμείνει, να υπερασπιστεί για ό,τι ένιωθε φαιδρό, ό,τι πίστευε πως ανήκε στην πόλη και τους ανθρώπους της.

Δεν το έκανε από αντίδραση. Το έκανε από έννοια. Για κείνον η πόλη ήταν ζωντανός οργανισμός και δεν άντεχε να του αλλοιώνουν την μνήμη. Ζητούσε συχνά πίσω την ομορφιά του παλιού πάρκου, είχε κάνει ολόκληρη φασαρία –που την κέρδισε– να επιστρέψει το βάθρο του τροχονόμου πίσω στη θέση του και πολλά άλλα.

Σε ό,τι αφορά τον έρωτα, μπήκε νωρίς στη ζωή του. Από παιδί ακόμα, στα καράβια, μέσα στα ταξίδια και στις θάλασσες, γνώρισε ανθρώπους, στιγμές, έρωτες. Πέρασαν πρόσωπα, ιστορίες, λιμάνια. Μέχρι που γνώρισε εκείνη. Τη γυναίκα του. Τη Μούσα του στη ζωή. Το στήριγμά του. Τον άνθρωπό του. Δεν ήταν ένας έρωτας φευγαλέος σαν τους προηγούμενους. Ήταν ρίζα. Ήταν σπίτι. Ήταν εκεί που γύριζε πάντα, όσα χιλιόμετρα κι αν είχε διανύσει. Εκείνη στάθηκε δίπλα του βράχος. Στα εύκολα και, κυρίως, στα δύσκολα. Χωρίς θόρυβο, χωρίς απαιτήσεις. Με μια δύναμη ήσυχη αλλά αμετακίνητη. Φροντιστική και «πάσσαλος» τόσο για τον ίδιο όσο και για τα παιδιά τους. Κι εκείνος το ήξερε. Το έλεγε. Το αναγνώριζε.

Ακόμα και στο τέλος, δεν ξέχασε να τους πει, να τη φροντίζετε.
«Είναι σπάνια κοπέλα η μαμά». Και μέσα σε αυτήν τη φράση χωρούσε όλη η ευγνωμοσύνη. Όλος ο έρωτας που δεν χρειάστηκε μεγάλα λόγια για να αποδειχθεί.
Μόνο μια ζωή μαζί. Μέχρι το νοσοκομείο. Μέχρι το τέρμα.

Από το κρεβάτι του δίπλα παρέλασαν σιωπηλά όλα τα κομμάτια του ανθρώπου που υπήρξε και που σουλάτσαραν στο βιβλίο του. Ο πιτσιρικάς στην αγκαλιά της γιαγιάς, το αγόρι που ρουφά τη ζωή και θέλει να φύγει απ’ τη γειτονιά, ο έφηβος στα καράβια, ο νέος στον στρατό, στον γάμο, στη Γερμανία, ο φίλος, ο συνάδελφος, ο συγγενής, ήταν όλοι εκεί. Δίπλα σε εκείνον, μέσα από εκείνον.

Άκουγε τα τραγούδια, μιλούσε στα τηλέφωνα με ανθρώπους που τον συνέδεαν με το παρελθόν, γελούσαν, αγαπιόταν και τους αποχαιρετούσε έναν έναν. Ήταν τρόπος να φύγει όπως έζησε: με συναίσθημα, με μνήμη, με ένταση. Με ζεστασιά.

Κι έμειναν πίσω λόγια που μοιάζουν να αιωρούνται:

«Θα θυμάσαι πως είχες έναν μπαμπά…», είχε πει λίγες μέρες πριν. Έναν μπαμπά όχι τέλειο. Αλλά ξεχωριστό. Έναν μπαμπά που αγάπησε βαθιά. Τη ζωή. Τους ανθρώπους. Τα παιδιά του. Τον κόσμο γύρω του.

Κι αν κάτι μένει τελικά, δεν είναι μόνο οι ιστορίες, ούτε οι φωτογραφίες ούτε καν το βιβλίο. Είναι αυτή η αίσθηση: πως πέρασε από τη ζωή σαν να την ήξερε καλά, σαν να μην τη φοβήθηκε ποτέ, σαν να την αγάπησε ολόκληρη.

Κι έτσι για επίλογο, μένει το μπαράκι. Το ποτάμι. Τα νυχτερινά μαγαζιά. Οι άνθρωποι. Κι εκείνος.

Εκείνος πάντα, κι η πόλη.

*Η Φωτεινή Ναούμ είναι συγγραφέας με πιο πρόσφατο βιβλίο της το πεζογράφημα «Μαίρη γκρι» (εκδ. Κύφαντα, 2022).


[1] Μαρία Μαρκαντωνάτου, «Ο Σκαφτιάς», «Περδικάκια», εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2025.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.