Περι ηγεσιας ο λογος – και της ευθυνης που τη συνοδευει…

Το σχολείο, μέσα από την ηγεσία του, μπορεί -και πρέπει- να λειτουργήσει ως μοχλός αλλαγής και προόδου

Ο αδόκητος χαμός της συναδέλφισσας Σοφίας Χρηστίδου γέμισε με οδύνη τους οικείους της αλλά και όλη την εκπαιδευτική κοινότητα. Πέρα από την προσωπική τραγωδία, το γεγονός αυτό αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη να στοχαστούμε πάνω στα προβλήματα που αντιμετωπίζει το σύγχρονο σχολείο ως αντανάκλαση της κοινωνίας μας και να αναζητήσουμε λύσεις.

Ο χαμός της αξιόλογης και πολυγραφότατης εκπαιδευτικού και ακαδημαϊκού έχει ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, με ολοένα και περισσότερα σχετικά περιστατικά να βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Συνήθως, η πέτρα του αναθέματος πέφτει στις δημόσιες τοποθετήσεις, εάν όχι στους μαθητές (αλήθεια, μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι παιδιά και έφηβοι είναι οι πραγματικοί θύτες και όχι και εκείνοι τα θύματα), στην κοινωνία, που νοσεί. Και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, αφού η σχολική μονάδα αποτελεί μια μικρογραφία της κοινωνίας. Συνεπώς, η κάμψη των αξιών, η ηθική διάβρωση και, γενικά, οι παθογένειες της κοινωνίας αντανακλώνται και στη σχολική πραγματικότητα. Το ερώτημα, λοιπόν, που εύλογα προκύπτει εδώ είναι: χρειάζεται να αλλάξει πρώτα η κοινωνία για να δούμε αλλαγές στο σχολείο;

Για εμάς, η απάντηση είναι αντίστροφη: το σχολείο, μέσα από την ηγεσία του, μπορεί -και πρέπει- να λειτουργήσει ως μοχλός αλλαγής και προόδου.

Γι’ αυτό, λοιπόν, και ο λόγος εδώ είναι για την ηγεσία, παραθέτοντας κάποιες σκέψεις… 

Η σημασία της σχολικής ηγεσίας γίνεται πολύ γρήγορα αντιληπτή μέσα από την εμπειρία και επιβεβαιώνεται συστηματικά και διαχρονικά από την παιδαγωγική έρευνα. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ο Διευθυντής-ηγέτης είναι η «ψυχή» του σχολείου. Ο ρόλος του/της Διευθυντή/ντριας (εφεξής Διευθυντής για λόγους αναγνωστικής ευχέρειας) είναι κρίσιμος, μιας και αποτελεί τον καταλύτη για την εύρυθμη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του σχολείου. Καθορίζει τον τόνο, το κλίμα και την ατμόσφαιρα στη σχολική μονάδα. Επηρεάζει καταλυτικά τις σχέσεις που αναπτύσσονται εντός του σχολικού περιβάλλοντος, τη συνεργασία που καλλιεργεί το σχολείο με τις οικογένειες των μαθητών/τριών, καθώς και τη συμβολή που θα έχει το σχολείο στην κοινωνία. Επηρεάζει τον τρόπο εργασίας των εκπαιδευτικών, την ικανοποίηση και τα επίπεδα του άγχους που βιώνουν εκείνοι από την εργασία τους, με αντίκτυπο στην ποιότητα της μάθησης, στη συμπεριφορά και στην κοινωνικοποίηση των μαθητών.

Είναι κρίσιμο λοιπόν το σχολείο να λειτουργεί ως ένα δημοκρατικό κύτταρο, το οποίο επιδρά πολλαπλασιαστικά στην τοπική και στην ευρύτερη κοινωνία. O Διευθυντής-ηγέτης πρέπει να καλλιεργεί ένα δημοκρατικό, συμπεριληπτικό και υποστηρικτικό περιβάλλον διδασκαλίας και μάθησης, όπου οι εκπαιδευτικοί συνεργάζονται, καινοτομούν, συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων και αναπτύσσονται επαγγελματικά, ενώ οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να αναπτύσσονται ολόπλευρα, να βιώνουν τη χαρά της μάθησης και της δημιουργίας, να πειραματίζονται, να διευρύνουν τους ορίζοντες, να τολμούν να κάνουν λάθος και να προετοιμάζονται ουσιαστικά για τη ζωή. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, που διέπεται από αξίες όπως ο σεβασμός, η δικαιοσύνη, η ισότητα, η δημοκρατικότητα, η αλληλεγγύη και η συνεργασία, αναπτύσσεται κλίμα εμπιστοσύνης και τα άτομα ανθίζουν. Είναι εκεί που τα παιδιά και οι έφηβοι μπορούν να μάθουν τι σημαίνει δημοκρατία και σεβασμός στην πράξη.

Ο σχολικός ηγέτης αποτελεί -και οφείλει να αποτελεί- πρότυπο προς μίμηση στη σχολική μονάδα. Λειτουργεί ως σταθερό σημείο αναφοράς, περιφρουρώντας τη σωματική, ψυχολογική και συναισθηματική ασφάλεια της σχολικής κοινότητας και μεριμνώντας για την τήρηση των κανόνων. Ταυτόχρονα, εμφορείται από ισχυρές ηθικές αξίες, τις οποίες και εμποτίζει στο σχολείο, καταδεικνύοντας στα μέλη του τι είναι σημαντικό, τι είναι σωστό και δίκαιο, λειτουργώντας ως ηθική πυξίδα για τη σχολική κοινότητα.  

Ο Διευθυντής-ηγέτης, ως «πρώτος μεταξύ ίσων», δεν περιορίζεται στην εποπτεία της λειτουργίας του σχολείου και του έργου του προσωπικού. Αντίθετα, εμψυχώνει, ενθαρρύνει και εμπνέει τους εκπαιδευτικούς, δίνοντας τους τη δυνατότητα να αναλαμβάνουν οι ίδιοι πρωτοβουλίες και να ασκούν ηγεσία. Παράλληλα, στηρίζει το έργο των εκπαιδευτικών, τους καθοδηγεί και τους βοηθά, όπου αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ενώ στηρίζει και βοηθά τους γονείς στο δύσκολο έργο της ανατροφής και διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους, μέσα από δράσεις που ενισχύουν τη συνεργασία σχολείου και οικογένειας.

Ο Διευθυντής της σχολικής μονάδας -όπως και κάθε Στέλεχος της Εκπαίδευσης- οφείλει να ασκεί χρηστή διοίκηση με ανθρώπινο πρόσωπο, εκπληρώνοντας τον σκοπό της εκπαίδευσης με γνώμονα το παιδαγωγικά ορθό και με πυξίδα ισχυρές ηθικές αξίες. Αντίθετα, η διοίκηση, όπως δε θα πρέπει βέβαια να συμβαίνει γενικά σε κάθε οργανισμό, δεν θα πρέπει να είναι αυτοσκοπός, ούτε μέσο για προσωπική προβολή και για επίτευξη ίδιων στόχων. Η άσκηση μικροπολιτικής μέσω της χρήσης της εξουσίας για την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων, η ευνοιοκρατία, η εκδήλωση εμπάθειας, η επιβολή αποφάσεων χωρίς διάλογο, καθώς και η συγκρουσιακή, μεροληπτική ή χειριστική διαχείριση των σχέσεων δεν μπορούν και δεν πρέπει να αποτελούν πρακτικές στους οργανισμούς, και ιδίως στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς, όπου εκκολάπτονται κριτικά σκεπτόμενοι πολίτες με δημοκρατικές συνειδήσεις, που είναι ικανοί και υπεύθυνοι να συμβάλλουν ενεργά στον μετασχηματισμό της κοινωνίας.  

Στη σύγχρονη εποχή των πολλαπλών κρίσεων, η ανάγκη για ηγεσία είναι διαρκής και επιτακτική. Χρειαζόμαστε διοικητικά Στελέχη που αναγνωρίζονται ως ηγέτες στην κοινότητα, που οραματίζονται ένα καλύτερο μέλλον, που ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους, κερδίζουν την εμπιστοσύνη τους και τους εμπνέουν να συμμετέχουν ενεργά σε ένα κοινό όραμα. Έχουμε ανάγκη από ηγέτες που τολμούν να αμφισβητούν την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και προωθούν την αλλαγή, που αναλαμβάνουν την ευθύνη για τα λάθη, αλλά αποδίδουν τα εύσημα στην ομάδα όταν έρχεται η πρόοδος και η προκοπή. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει προοπτική ουσιαστικής κοινωνικής αλλαγής.

Είναι γνωστό στους παροικούντες στην Ιερουσαλήμ πως η πολιτεία δε βοηθά και πολύ, διαχρονικά, τους Διευθυντές αλλά και όλα τα Στελέχη Εκπαίδευσης να ασκήσουν ηγεσία. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι τα ίδια τα άτομα δεν οφείλουν να καταβάλουν κάθε προσπάθεια μετά την επιλογή τους, ώστε να ανταποκριθούν επάξια στις προσδοκίες. Συνεπώς, είναι αξιέπαινη η προσπάθεια των Στελεχών που, παρά τις δυσκολίες, κατορθώνουν να ασκήσουν ηγεσία και να αφήσουν αποτύπωμα στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς – και όχι μόνο. Ωστόσο, η άσκηση ουσιαστικής ηγεσίας θα πρέπει να αποτελεί πια τη σταθερά.

Κλείνοντας, η πολιτεία είναι απαραίτητο να άρει τους περιορισμούς και τα προσκόμματα για να διευκολυνθεί η ηγετική δράση των Στελεχών Εκπαίδευσης. Ωστόσο, για την άσκηση ουσιαστικής ηγεσίας, το κρίσιμο σημείο, κατά τη γνώμη μας, είναι η επανεξέταση του τρόπου επιλογής τους. Η εμπειρία, τα τυπικά προσόντα και οι πολλές περγαμηνές -εάν και αναγκαία- δεν επαρκούν από μόνα τους για να διασφαλίσουν την ανάδειξη ηγετών στις διοικητικές θέσεις, οι οποίοι θα έχουν διάθεση για προσφορά στη σχολική, εκπαιδευτική και ευρύτερη κοινότητα, και θα χαρακτηρίζονται από έναν ισχυρό αξιακό πυρήνα. Παρόλο που ο σχεδιασμός τέτοιων αποτελεσματικών συστημάτων είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, αξίζει να ανοίξει μια ειλικρινής δημόσια συζήτηση για το σχολείο που οραματιζόμαστε.

*Η Δρ. Ευαγγελία Χρ. Λόζγκα, είναι Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια και Εντεταλμένη Διδάσκουσα του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.