Πετρουλα Μαρινου, «Θρακιωτης στην καταγωγη ο συγγραφεας, φανερωνει τον ερωτα του με τη Θρακη»
Σας ευχαριστώ θερμά για την παρουσία σας απόψε εδώ, στον όμορφο αυτό χώρο του ξενοδοχείου Grecotel Astir Palace, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του φίλου Θόδωρου Ορδουμποζάνη, «Οι καστανιές της μνήμης». Είναι ιδιαίτερη τιμή να με επιλέξει ο συγγραφέας να βρίσκομαι απόψε ανάμεσά σας και να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου γύρω από ένα έργο που δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα, αλλά ένα ταξίδι στον χρόνο, στη μνήμη και στην ανθρώπινη ψυχή.
Ο τίτλος του βιβλίου, «Οι καστανιές της μνήμης», πιστεύω ότι δεν έχει επιλεγεί τυχαία. Οι καστανιές στην ιστορία μας λειτουργούν ως σύμβολο: Πιστεύω ότι έχουν επιλεγεί γιατί είναι βαθιά ριζωμένες, ανθεκτικές στον χρόνο, αλλά και φορείς ζωής, κύκλων και αναγέννησης. Όπως ακριβώς είναι και η μνήμη. Η μνήμη που μας συνοδεύει, μας βαραίνει, μας καθορίζει – αλλά ταυτόχρονα και μας κρατά ζωντανούς.
Το βιβλίο κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αναδεικνύοντας το πώς το παρελθόν δεν είναι ποτέ πραγματικά παρελθόν. Επανέρχεται, επηρεάζει, διαμορφώνει τη ζωή μας. Οι ήρωες του έργου κουβαλούν μέσα τους ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ ολοκληρωμένα. Ιστορίες διάσπαρτες που έρχονται ανακατεμένες στην επιφάνεια. Και ίσως αυτή είναι και η ουσία του βιβλίου: η ανάγκη να ειπωθούν όσα έμειναν σιωπηλά. Όσα έμεναν ένα μεγάλο «Γιατί» για τους πρωταγωνιστές της ιστορίας μας.
Μέσα από τις σελίδες του έργου ξεδιπλώνονται κατ’ αρχήν ανθρώπινοι χαρακτήρες, αλλά και ανθρώπινες σχέσεις –οικογενειακές, φιλικές, ερωτικές–, σχέσεις που δοκιμάζονται από τον χρόνο, τις επιλογές και τις συγκυρίες που αναδεικνύονται στον χρόνο. Δεν υπάρχουν απόλυτα σωστοί ή λάθος χαρακτήρες. Υπάρχουν άνθρωποι. Με αδυναμίες, με φόβους, με πάθη. Άνθρωποι μορφωμένοι οι δύο πρωταγωνιστές, αλλά και απλοϊκοί, καλοκάγαθοι, ειλικρινείς με ανοιχτές αγκαλιές, όπως είναι οι δύο γέροντες της ιστορίας (ο μπαρμπα-Βασίλης ο ταβερνιάρης και ο μπαρμπα-Μήτσος στον Λειβαδίτη) αλλά και όλοι οι κάτοικοι στο Καρυόφυτο που αγκάλιασαν με συγκίνηση τους πρωταγωνιστές. Και αυτό είναι που κάνει την αφήγηση τόσο οικεία.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που θέτει το βιβλίο είναι: μπορούμε ποτέ να αποκοπούμε πραγματικά από το παρελθόν μας; Ή είμαστε καταδικασμένοι να επιστρέφουμε σε αυτό, ξανά και ξανά, αναζητώντας νόημα, συγχώρεση ή λύτρωση; Με το βιβλίο αυτό αναδεικνύεται ότι το παρελθόν μάς ακολουθεί σε όλη μας τη ζωή, άλλοτε ως βάρος και άλλοτε ως απελευθέρωση και λύτρωση.
Οι «καστανιές» του βιβλίου είναι οι στιγμές εκείνες που μένουν ανεξίτηλες. Μπορεί να είναι μια παιδική ανάμνηση, μια απώλεια, ένας ανεκπλήρωτος έρωτας, μια απόφαση που άλλαξε τα πάντα. Αυτές οι στιγμές είναι που συνθέτουν την ταυτότητά μας.
Σημαντικό στοιχείο του έργου είναι και ο τόπος. Ο τόπος δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο, αλλά ως ζωντανός οργανισμός. Τα τοπία, οι εποχές, οι μυρωδιές και οι ήχοι γίνονται μέρος της αφήγησης, ενισχύοντας τη συναισθηματική ένταση. Εντύπωση προκαλεί ότι ο συγγραφέας επιμένει και σε αυτό το έργο του να χρησιμοποιεί ως σκηνικό του έργου τον χώρο της Θράκης. Η περιγραφή του χώρου, όπως άλλωστε και η σκιαγράφηση των χαρακτήρων του έργου, είναι θαυμάσια δοσμένα, με τρόπο που πλημμυρίζει από την αγάπη του για αυτήν. Θρακιώτης άλλωστε στην καταγωγή ο συγγραφέας, φανερώνει τον έρωτά του με τη Θράκη. Ο αναγνώστης δεν διαβάζει απλώς – βιώνει και την περιγραφή του χώρου όπου δρουν οι πρωταγωνιστές του.
Η επίσκεψη του Αλέξη στη Χαριούπολη και στο Μπαμπά Εσκί, στους τόπους από όπου ξεκίνησε το ταξίδι της προσφυγιάς των γονιών του, λειτουργεί ως μια ζωντανή γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, φωτίζοντας τις πολλαπλές όψεις της μνήμης και της προσφυγικής εμπειρίας.
Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η στιγμή της συνάντησης του Αλέξη στη Χαριούπολη με τον απόγονο ενός οθωμανού πρόσφυγα από τη Δράμα· μια συνομιλία που υπερβαίνει τα στενά όρια της προσωπικής αφήγησης και αγγίζει τον πυρήνα της κοινής ιστορικής μοίρας. Μέσα από τα λόγια του συνομιλητή του, αναδύονται οι αθέατες πλευρές του ξεριζωμού, οι σιωπές που κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά, αλλά και η ανάγκη για κατανόηση και συμφιλίωση.
Σημαντικό στοιχείο του έργου είναι ο τόπος. Ο τόπος δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο, αλλά ως ζωντανός οργανισμός. Τα τοπία, οι εποχές, οι μυρωδιές και οι ήχοι γίνονται μέρος της αφήγησης, ενισχύοντας τη συναισθηματική ένταση. Εντύπωση προκαλεί ότι ο συγγραφέας επιμένει και σε αυτό το έργο του να χρησιμοποιεί ως σκηνικό του έργου τον χώρο της Θράκης. Η περιγραφή του χώρου, όπως άλλωστε και η σκιαγράφηση των χαρακτήρων του έργου, είναι θαυμάσια δοσμένα, με τρόπο που πλημμυρίζει από την αγάπη του για αυτήν. Θρακιώτης άλλωστε στην καταγωγή ο συγγραφέας, φανερώνει τον έρωτά του με τη Θράκη. Ο αναγνώστης δεν διαβάζει απλώς – βιώνει και την περιγραφή του χώρου όπου δρουν οι πρωταγωνιστές του
«Εμείς… ίδιοι είμαστε. Ξεριζωμένοι… Εσύ ήρθες να βρεις τη ρίζα… Εγώ ζω πάνω σε ρίζα άλλου…», είναι η απάντηση του Μεχμέτ στον Αλέξη, στη Χαριούπολη. Για να συμπληρώσει: «… Στην αυλή μας, λένε ήταν σπίτι Ρωμιού. Παλιό… Κάτω από τη σκάλα έχει σταυρό σκαλιστό σε πέτρα… Δεν τον πείραξα ποτέ».
Και η απάντηση του Αλέξη, σε κάποιο άλλο σημείο της συνάντησης, είναι: «Και εσύ να θυμάσαι τη Δράμα και να πας να την επισκεφτείς. Ίσως να βρεις το σπίτι του παππού σου».
Σε λίγες γραμμές όλο το δράμα της προσφυγιάς…
Ο Αλέξης, ο πρωταγωνιστής του έργου, δεν στέκεται ως απλός παρατηρητής· γίνεται συνοδοιπόρος σε μια διαδρομή αναστοχασμού, όπου η μνήμη δεν λειτουργεί διχαστικά, αλλά ως πεδίο συνάντησης. Η ανταλλαγή αυτή αποκαλύπτει πως, πέρα από εθνικές ταυτότητες και ιστορικές αφηγήσεις, οι άνθρωποι μοιράζονται κοινές εμπειρίες απώλειας και επιβίωσης. Έτσι, το συγκεκριμένο επεισόδιο εντάσσεται οργανικά στο ευρύτερο πνεύμα του βιβλίου, υπογραμμίζοντας ότι οι «καστανιές της μνήμης» ριζώνουν βαθιά σε τόπους και καρδιές, που, παρά τις αποστάσεις, παραμένουν αόρατα συνδεδεμένοι.
Η γλώσσα του βιβλίου είναι λιτή αλλά βαθιά εκφραστική. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με περίτεχνες διατυπώσεις, αλλά να αγγίξει. Και το καταφέρνει μέσα από την αλήθεια της. Γιατί τελικά, αυτό που μένει δεν είναι οι λέξεις, αλλά το συναίσθημα που αφήνουν πίσω τους. Και αν αυτό, δηλαδή το συναίσθημα, ήθελε να καταγράψει ο συγγραφέας, το πέτυχε σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Θα ήθελα επίσης να σταθώ στη δομή του έργου. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική. Όπως και η μνήμη, κινείται μπρος και πίσω, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό εμπειριών. Αυτή η επιλογή δεν είναι μόνο αισθητική – είναι ουσιαστική. Αντανακλά τον τρόπο που λειτουργεί η ανθρώπινη σκέψη.
Οι ήρωες του έργου κινούνται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, κουβαλώντας ο καθένας το δικό του βάρος μνήμης και επιλογών. Ο Αλέξης, ανήσυχος και εσωστρεφής, παλεύει να συμφιλιωθεί με όσα άφησε πίσω του, ενώ η Ελίζα στέκεται ως αντίβαρο ευαισθησίας και δύναμης, φωτίζοντας τις πιο σκοτεινές του σκέψεις. Δίπλα τους, ο μπαρμπα-Βασίλης και ο μπαρμπα-Μήτσος, μορφές βαθιά ριζωμένες στη γη της Αλεξανδρούπολης ο πρώτος και του Καρυόφυτου ο δεύτερος, γίνονται φορείς της συλλογικής μνήμης και σοφίας του τόπου. Μέσα από τις φωνές τους ζωντανεύει μια ολόκληρη κοινωνία της Θράκης, όπου οι κάτοικοι δεν είναι απλώς φόντο, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, διατηρώντας άσβεστη τη φλόγα της παράδοσης και της ανθρώπινης σύνδεσης.
Οι ήρωες του έργου κινούνται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, κουβαλώντας ο καθένας το δικό του βάρος μνήμης και επιλογών. Ο Αλέξης, ανήσυχος και εσωστρεφής, παλεύει να συμφιλιωθεί με όσα άφησε πίσω του, ενώ η Ελίζα στέκεται ως αντίβαρο ευαισθησίας και δύναμης, φωτίζοντας τις πιο σκοτεινές του σκέψεις. Δίπλα τους, ο μπαρμπα-Βασίλης και ο μπαρμπα-Μήτσος, μορφές βαθιά ριζωμένες στη γη της Αλεξανδρούπολης ο πρώτος και του Καρυόφυτου ο δεύτερος, γίνονται φορείς της συλλογικής μνήμης και σοφίας του τόπου. Μέσα από τις φωνές τους ζωντανεύει μια ολόκληρη κοινωνία της Θράκης, όπου οι κάτοικοι δεν είναι απλώς φόντο, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, διατηρώντας άσβεστη τη φλόγα της παράδοσης και της ανθρώπινης σύνδεσης
Καθώς προχωρά η ιστορία, και καθώς ψάχνει ο Αλέξης να βρει μια άκρη για την ύπαρξή του στη ζωή (ποιοι είναι οι γονείς του και πώς βρέθηκε μοναχός του στα ιδρύματα), ο αναγνώστης καλείται να συνθέσει τα κομμάτια αυτού του παζλ, να κατανοήσει τις σιωπές, να «διαβάσει» ανάμεσα στις γραμμές χαρακτήρες, τόπους, καταστάσεις, συναισθήματα. Και σε αυτήν τη διαδικασία, γίνεται και ο ίδιος μέρος του βιβλίου.
Αξίζει να αναφερθεί ότι το έργο αγγίζει και ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα. Θέματα όπως η απώλεια, η μετανάστευση, η ταυτότητα, η συλλογική μνήμη, η φιλία, η αγάπη, η οικογένεια, η υπόσχεση – όλα παρόντα, χωρίς διδακτισμό, αλλά με ευαισθησία και σεβασμό.
Και ίσως εδώ να βρίσκεται και η μεγαλύτερη δύναμη του βιβλίου: δεν δίνει απαντήσεις. Θέτει ερωτήματα. Και αφήνει τον αναγνώστη να βρει τις δικές του απαντήσεις.
Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι «Οι καστανιές της μνήμης» είναι ένα βιβλίο που δεν τελειώνει με την τελευταία του σελίδα. Συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας, να μας συνοδεύει, να μας καλεί να αναμετρηθούμε με τις δικές μας μνήμες.
Γιατί τελικά, όλοι έχουμε τις δικές μας «καστανιές». Το ερώτημα είναι: Αν τολμάμε να σταθούμε κάτω από τη σκιά τους.
Ο συγγραφέας είχε την τόλμη να ανοίξει την ψυχή του και, καθώς αντίκριζε τις καστανιές να ανθίζουν επάνω ψηλά στον Λειβαδίτη, να μας μιλήσει για ένα τεράστιο –για τη Θράκη μας θέμα–, την προσφυγιά και την αγάπη, με τη δική του ματιά.
Τελειώνοντας, θέλω να υπογραμμίσω ότι ο συγγραφέας μάς περιέγραψε το πρόβλημα της προσφυγιάς από μια άλλη πρωτότυπη ματιά. Και πέτυχε να μας συγκινήσει.
*Η Πετρούλα Μαρίνου είναι φιλόλογος (ΔΠΘ). Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης του νέου μυθιστορήματος του Θεόδωρου Κ. Ορδουμποζάνη, «Οι καστανιές της μνήμης» (εκδ. Επικοινωνία ΑΕ, Κομοτηνή 2026), που διοργανώθηκε από την Ένωση Πολιτιστικών Φορέων Έβρου (Ε.ΠΟ.Φ.Ε.) και τις εκδόσεις Επικοινωνία ΑΕ την Τετάρτη 1 Απριλίου 2026, στο ξενοδοχείο Grecotel Astir Palace στην Αλεξανδρούπολη.
Βλ. σχετικό ρεπορτάζ ΕΔΩ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
