Σκεψεις με αφορμη τη σημερινη Παγκοσμια Ημερα Υγειας
Η 7η Απριλίου, η Παγκόσμια Ημέρα Υγείας, δεν είναι απλώς μια ημερομηνία συμβολισμού. Είναι μια υπενθύμιση ότι η υγεία αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και ταυτόχρονα ένας καθρέφτης που αποκαλύπτει τις παθογένειες κάθε συστήματος υγείας. Και αν κοιτάξουμε ειλικρινά στον καθρέφτη, η εικόνα που αντικρίζουμε στη χώρα μας δεν επιδέχεται ωραιοποιήσεις.
Με αφορμή τη σημερινή ημέρα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ένα από τα πιο κρίσιμα και επικίνδυνα προβλήματα: την ακατάσχετη «αιμορραγία» του ιατρικού δυναμικού. Χιλιάδες νέοι γιατροί εγκαταλείπουν τη χώρα, όχι από επιλογή πολυτέλειας, αλλά από ανάγκη επιβίωσης και αξιοπρέπειας.
Τα στοιχεία του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών είναι αποκαλυπτικά: την τελευταία πενταετία, χιλιάδες γιατροί –ειδικευόμενοι και ειδικοί– αναζήτησαν επαγγελματική διέξοδο κυρίως στη Δυτική Ευρώπη, με βασικό προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν πρόκειται για μια απλή στατιστική. Πρόκειται για μια αθόρυβη, αλλά βαθιά καταστροφική εκκένωση του πιο πολύτιμου κεφαλαίου της χώρας.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό. Είναι πρωτίστως ποιοτικό και στρατηγικό. Η Ελλάδα δεν χάνει απλώς γιατρούς. Χάνει τους πιο νέους, τους πιο καταρτισμένους, τους πιο φιλόδοξους. Χάνει το μέλλον του ίδιου του συστήματος υγείας. Και το ερώτημα είναι αμείλικτο: γιατί φεύγουν;
Η απάντηση είναι εξίσου αμείλικτη. Φεύγουν γιατί αναζητούν αυτά που εδώ θεωρούνται ακόμη ζητούμενα: αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, σύγχρονη εκπαίδευση, οργανωμένα νοσοκομεία, σαφή επαγγελματική προοπτική και αμοιβές που αντανακλούν την επιστημονική τους αξία. Με άλλα λόγια, φεύγουν για τα αυτονόητα.
Η υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο εντυπώσεων. Δεν είναι χώρος για φωνές και σκηνοθετημένες παρουσίες. Είναι χώρος ευθύνης, σοβαρότητας και πράξης. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσες κορδέλες κόπηκαν, ούτε πόσες φορές την ημέρα εμφανίζεται στα ΜΜΕ ο αρμόδιος Υπουργός φωνασκώντας και κουνώντας μας το δάκτυλό του, αλλά πόσοι γιατροί έμειναν – και πόσοι ακόμη ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους
Παρότι στο παρελθόν διετέλεσα Πρόεδρος του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Αλεξανδρούπολης, δεν είμαι ο ειδικός για να προτείνω τα κίνητρα που πρέπει να δοθούν για να αναστραφεί αυτό το φαινόμενο της απώλειας του ιατρικού μας προσωπικού. Όμως, προτάσεις από ειδικούς υπάρχουν και δεν είναι ούτε άγνωστες στους αρμόδιους αλλά ούτε ανεφάρμοστες. Είναι η ενίσχυση των αποδοχών των γιατρών του ΕΣΥ, η ουσιαστική αναβάθμιση της εκπαίδευσης, η δημιουργία νέων θέσεων ειδικευομένων, οι αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας χωρίς εξουθενωτικά ωράρια, η κατάργηση στρεβλώσεων όπως το clawback και –κυρίως– ένα σταθερό, προβλέψιμο επαγγελματικό περιβάλλον.
Και απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, τι βλέπουμε;
Αντί για σχέδιο, επικοινωνία. Αντί για μεταρρυθμίσεις, αντιπαραθέσεις. Αντί για ουσία, εικόνα. Έναν δημόσιο διάλογο που συχνά εξαντλείται σε τηλεοπτικές εντάσεις του αρμοδίου Υπουργού και σε επιφανειακές εξαγγελίες, την ώρα που τα νοσοκομεία πιέζονται και οι άνθρωποί τους εξαντλούνται.
Η υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο εντυπώσεων. Δεν είναι χώρος για φωνές και σκηνοθετημένες παρουσίες. Είναι χώρος ευθύνης, σοβαρότητας και πράξης. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσες κορδέλες κόπηκαν, ούτε πόσες φορές την ημέρα εμφανίζεται στα ΜΜΕ ο αρμόδιος Υπουργός φωνασκώντας και κουνώντας μας το δάκτυλό του, αλλά πόσοι γιατροί έμειναν – και πόσοι ακόμη ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους.
*Ο Θεόδωρος Κ. Ορδουμποζάνης είναι νομικός και συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο του το μυθιστόρημα «Οι καστανιές της μνήμης» (εκδ. Επικοινωνία ΑΕ, Κομοτηνή 2026). Επίσης, είναι τ. Πρόεδρος του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

