Ολγα Καλεντζιδου απο τον Εβρο και τη Θεσσαλονικη στο πανεπιστημιο της Ινδιανας των ΗΠΑ
—«Μέσα από βιωματικές εμπειρίες και εθνογραφική έρευνα, οι φοιτητές μου μελετούν τον ρόλο μιας συνοριακής περιοχής στην τοπική και εθνική μνήμη και αναθεωρούν την ιδέα που πιθανόν να είχαν για την Ελλάδα»
—«Ως αρχαιολόγος, διατηρώ επιφυλάξεις ως προς τη διατήρηση του επιστημονικού μας ήθους με την τεχνητή νοημοσύνη»
Από τις αίθουσες του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έως τα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου της Ινδιάνας των ΗΠΑ, η διαδρομή της κ. Όλγας Καλεντζίδου μοιάζει με γέφυρα που ενώνει τόπους, επιστήμες και εμπειρίες. Απόφοιτη του ΑΠΘ, συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ανθρωπολογία στην Ινδιάνα και ολοκλήρωσε στο ίδιο πανεπιστήμιο τη διδακτορική της διατριβή, χαράσσοντας από νωρίς μια πορεία διεπιστημονική και εξωστρεφή.
Από τη δεκαετία του ’90 έως σήμερα αποτελεί έναν σταθερό πνευματικό φάρο του ελληνικού πολιτισμού στην αμερικανική ενδοχώρα. Ως διευθύντρια του Προγράμματος Modern Greek Studies (1996-2007) στο πανεπιστήμιο της Ινδιάνας δίδαξε νεοελληνική γλώσσα, ανέπτυξε διδακτέα ύλη, οργάνωσε προγράμματα ανταλλαγών, καθοδήγησε φοιτητές και καλλιέργησε γόνιμους διαύλους επικοινωνίας με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Σήμερα, υπηρετεί ως Λέκτορας και Διευθύντρια Προπτυχιακών Σπουδών στο Τμήμα Γεωγραφίας του ίδιου πανεπιστημίου, συνεχίζοντας να συνομιλεί δημιουργικά με την Ανθρωπολογία και τον τομέα της διατροφής.
Κεντρικός άξονας της έρευνάς της είναι το φαγητό ως πολιτισμικό φαινόμενο και ως πεδίο συγκρότησης κοινωνικών και «εθνικών» ταυτοτήτων. Ιδιαίτερη θέση στο έργο της κατέχει και η πατρίδα της, ο Έβρος και η Θράκη γενικότερα. Δεν είναι λίγες οι φορές που οργανώνει εκπαιδευτικά προγράμματα και επισκέψεις με φοιτητές της στην περιοχή, επιδιώκοντας μια δημιουργική ώσμωση με τις τοπικές αγροτικές και γαστρονομικές πρακτικές. Μέσα από αυτήν τη βιωματική εμπειρία, οι συμμετέχοντες έρχονται σε επαφή με τους ανθρώπους του τόπου και γνωρίζουν μια διαφορετική εικόνα της Ελλάδας, πέρα από τα στερεότυπα της τουριστικής προβολής.
Για αυτήν τη μακρά και πολυσχιδή διαδρομή, για τη σχέση διατροφής και ταυτότητας, για την ελληνοαμερικανική κοινότητα της Ινδιάνας, για τις προκλήσεις των ελληνικών σπουδών στις ΗΠΑ, αλλά και για το πώς η νέα τεχνολογική πραγματικότητα επανακαθορίζει τα όρια και τις ευθύνες της επιστημονικής γνώσης, συνομιλήσαμε με την κ. Όλγα Καλεντζίδου. Μια συζήτηση που δεν θα ήταν εφικτή χωρίς τη συνδρομή της συντοπίτισσάς της, κ. Χρυσούλας Ιωαννίδου, την οποία και ευχαριστούμε θερμά.
Ο λόγος στην κ. Καλεντζίδου…
Όλγα Καλεντζίδου, «Η επιστημονική συνεισφορά των καθηγητών μου και του Τμήματος της Ανθρωπολογίας του πανεπιστημίου της Ινδιάνας συνέβαλαν ουσιαστικά στην καριέρα μου»
ΠτΘ: κ. Καλεντζίδου, ολοκληρώνοντας τις σπουδές σας στη Θεσσαλονίκη, πώς προέκυψε το πανεπιστήμιο της Ινδιάνας και η στροφή προς την Ανθρωπολογία;
Ό.Κ.: Η ανθρωπολογία ήταν πάντα μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Η ειδίκευσή μου ήταν στην προϊστορία του ελλαδικού και βαλκανικού χώρου και συγκεκριμένα, στην ύστερη νεολιθική και πρώιμη εποχή του χαλκού. Η προϊστορική αρχαιολογία στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ήταν ιδιαίτερα καινοτόμος ως προς τη θεωρία (Ανθρωπολογική Αρχαιολογία) και τις μεθόδους (εντατική επιφανειακή έρευνα σε συνδυασμό με ανασκαφές). Ως προπτυχιακοί φοιτητές και μέλλοντες προϊστοριολόγοι, η μάθησή μας και η πρακτική στόχευε (και ακόμα στοχεύει) στη δημιουργία γνώσης σχετικά με τη συμπεριφορά (κοινωνική, περιβαλλοντολογική, οικονονομική, μεταξύ πολλών άλλων) των κοινωνικών ομάδων του παρελθόντος. Έτσι, η ανθρωπολογική αρχαιολογική έρευνα συμπεριλαμβάνει και έρευνα/ανίχνευση στις δεξιότητες και δραστηριότητες σύγχρονων κοινωνικών ομάδων. Η γεωγραφία τόσο του φυσικού όσο και του κοινωνικού περιβάλλοντος στο παρόν και στο παρελθόν είναι επίσης συνυφασμένη με το αντικείμενο της αρχαιολογικής έρευνας, ειδικά της προϊστορικής.


Στην Ευρώπη, η Αρχαιολογία είναι γενικά ενταγμένη ή συνδιδάσκεται θεωρητικά και μεθοδολογικά σε Τμήματα Ιστορίας και έχει χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για το αδιάσπαστο της ιστορικότητας κάθε χώρας, όπως και της Ελλάδας. Η Ανθρωπολογική Αρχαιολογία μετατοπίζει το ερευνητικό ενδιαφέρον στις σχέσεις των ανθρώπων με το περιβάλλον τους (κοινωνικό και φυσικό). Η Ανθρωπολογία στις ΗΠΑ περιλαμβάνει την Αρχαιολογία, την Κοινωνική Ανθρωπολογία, την Ανθρωπολογία της Γλώσσας (Linguistic Anthropology) και τη Βιολογική Ανθρωπολογία (Bioanthropology και Paleoanthropology – Human Origins).
Η επιλογή των ΗΠΑ, και ειδικότερα του πανεπιστημίου της Ινδιάνας, ως τόπο μεταπτυχιακών σπουδών, έγινε μετά από την παρότρυνση των καθηγητών μου στη Θεσσαλονίκη και την υποτροφία από το ίδρυμα Fulbright. Επίσης, στο πανεπιστήμιο της Ινδιάνας ήταν ενεργοί καθηγητές που πρωτοπόρησαν στην έρευνα της νεολιθικής περιόδου στο σπήλαιο Φράνχθι στην Αργολίδα. Αν και η μετέπειτα έρευνά μου απέκλινε του Φράνχθι, η επιστημονική συνεισφορά των καθηγητών μου και του Τμήματος της Ανθρωπολογίας, συνέβαλαν ουσιαστικά στην καριέρα μου.
ΠτΘ: Στη δεκαετία του ’90, όταν βρεθήκατε στις ΗΠΑ, τι κλίμα εισπράξατε απέναντι στους αλλοεθνείς φοιτητές; Ποιες διαφορές διαπιστώνετε σε σχέση με τη σημερινή στάση της αμερικανικής ηγεσίας;
Ό.Κ.: Όταν κανείς μετοικίζει σε ξένη χώρα, η περίοδος προσαρμογής είναι αμφίδρομη και αμοιβαία. Η δική μου προσαρμογή ήταν αρκετά εύκολη. Το κλίμα στις ΗΠΑ ήταν ενθαρρυντικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η αποδοχή ήταν δεδομένη. Το εκάστοτε πολιτικό κλίμα παίζει ρόλο, αλλά η προσαρμογή ξένων φοιτητών στις ΗΠΑ εξαρτάται περισσότερο από το τμήμα τους και τη διοίκηση του πανεπιστημίου.
ΠτΘ: Το φαγητό βρίσκεται στο επίκεντρο των ερευνητικών σας ενδιαφερόντων. Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος του στη διατήρηση μιας «εθνικής»/πολιτισμικής ταυτότητας; Ζώντας σε μια πολυπολιτισμική χώρα, όπως οι ΗΠΑ, ποιες διαφορές παρατηρείτε στον τρόπο με τον οποίο κάθε κοινότητα σχετίζεται με το φαγητό;
Ό.Κ.: Το φαγητό αποτελεί σημαντικό μέρος της κοινωνικής ταυτότητας κάθε πληθυσμιακής ομάδας. Οι λεγόμενες «εθνικές κουζίνες» είναι το αποτέλεσμα ιστορικών διαδικασιών και χρησιμοποιούνται και πολιτικά και πολιτισμικά ως μέρος της μυθολογίας του έθνους-κράτους. Φυσικά, η εντοπιότητα του τροφικού πλαισίου στηρίζει και περιχαράσσει την ταυτότητα μιας κοινωνικής ομάδας και τη διαφοροποιεί από τους γείτονες πληθυσμούς, αλλά η διαφοροποίηση δεν είναι στεγανή. Στην περίπτωση της ελληνικής κουζίνας, οι ιστορικές και γεωγραφικές μεταβολές στην ευρύτερη περιοχή ήταν πάντα παρούσες και δημιούργησαν το σύγχρονο ελληνικό φαγητό, που συνεχίζει να δέχεται επιρροές από γείτονες και μη χώρες. Στοιχεία όπως η τοπικότητα, οι αγροτικές τεχνικές, η σχέση υπαίθρου και αστικού χώρου, ο μοντερνισμός, η τουριστική ανάπτυξη, αλλά και οι θρησκευτικές και άλλες δομές στην Ελλάδα δημιούργησαν συγκυρίες όπου το φαγητό, με τις ιδιαίτερες μαγειρικές πρακτικές του, αναγνωρίζεται και προωθείται ως «εθνικό».
Η πολιτεία της Ινδιάνας, και ειδικά η πόλη Bloomington, στην οποία ανήκει το πανεπιστήμιο της Ινδιάνας, δεν έχει σημαντικό αριθμό ομογενών. Οι φοιτητές μου ήταν κυρίως Ελληνοαμερικανοί δεύτερης και τρίτης γενειάς από το Σικάγο. Μερικοί ήταν από την Ινδιανάπολη, αλλά και αυτή η πόλη δεν έχει ικανό πληθυσμό, για να συνδράμει στη βιωσιμότητα τέτοιου προγράμματος. Κάθε εθνοτική κοινότητα στις ΗΠΑ οργανώνεται γύρω από πολιτιστικά και άλλα σημεία αναφοράς. Οι ελληνοαμερικανικές κοινότητες οργανώνονται γύρω από την ενορία τους, η οποία λειτουργεί ελληνικά σχολεία, συντονίζει τη διδακτική ύλη και προσλαμβάνει διδακτικό προσωπικό. Η σχέση θρησκείας και κοινότητας είναι ισχυρή, αλλά και περιοριστική. Κατά συνέπεια, οι φοιτητές μου δεν είχαν καλή γνώση της γλώσσας
Στις ΗΠΑ, όπου η εθνική ταυτότητα σχετίζεται με την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας, το φαγητό οριοθετεί τις ιδιαιτερότητες κάθε εθνοτικής ομάδας, η οποία διαπραγματεύεται τη συνεισφορά της στο εθνικό διατροφικό αφήγημα. Στις ΗΠΑ κυριαρχεί η ιδέα του «αμερικανικού φαγητού», ενός συγκερασμού, που περιλαμβάνει πρακτικές και πιάτα που είναι στην ουσία βορειοευρωπαϊκά. Οι εθνοτικές κουζίνες δανείζουν και δανείζονται κάποια στοιχεία αλλά συνεχίζουν να αποκαλούνται αμερικανο-εθνοτικές, δηλαδή εξωτικοποιούνται έως ότου η παρουσία κάθε καινούργιας εθνοτικής ομάδας είναι αρκετά ισχυρή, ώστε να την αποδεχτεί το ευρύ κοινό.


Υπάρχει, όμως, και ένας υγιής υβριδισμός που συνεχώς αναθεωρείται και ανανεώνεται. Γενικά, επειδή οι εκτάσεις κάθε πολιτείας είναι γεωγραφικά μεγάλες, υπάρχουν σημαντικές τοπικές διαφορές. Αν και πολλές κουζίνες θεωρούνται μέρος της αμερικανικής ταυτότητας (π.χ. ιταλική, κινεζική, μεξικανική), όταν το αμερικανικό φαγητό προβάλλεται εκτός συνόρων, το τρίγωνο κρέας, λαχανικά και πατάτα συνεχίζει να οριοθετεί την κουζίνα της χώρας. Τις τελευταίες δεκαετίες, πολύ σημαντική είναι και η συζήτηση για τις διατροφικές συνεισφορές των γηγενών πληθυσμών και άλλων περιθωριοποιημένων ομάδων, λόγω αποικιοκρατίας και πολιτικού αποκλεισμού, στην αμερικανική ταυτότητα.
«Η ελληνοαμερικανική κοινότητα δεν στηρίζει, σε γενικές γραμμές, πανεπιστημιακά προγράμματα ελληνικών σπουδών με δωρεές»
ΠτΘ: Ως διευθύντρια του Προγράμματος Modern Greek Studies στο πανεπιστήμιο της Ινδιάνας, διδάξατε νέα ελληνικά σε διάφορες τάξεις. Ποια ήταν η συνολική σας εμπειρία;
Ό.Κ.: Δίδαξα τη νέα ελληνική γλώσσα από το 1996-2007. Η πολιτεία της Ινδιάνας, και ειδικά η πόλη Bloomington, στην οποία ανήκει το πανεπιστήμιο της Ινδιάνας, δεν έχει σημαντικό αριθμό ομογενών. Οι φοιτητές μου ήταν κυρίως Ελληνοαμερικανοί δεύτερης και τρίτης γενειάς από το Σικάγο. Μερικοί ήταν από την Ινδιανάπολη, αλλά και αυτή η πόλη δεν έχει ικανό πληθυσμό, για να συνδράμει στη βιωσιμότητα τέτοιου προγράμματος. Κάθε εθνοτική κοινότητα στις ΗΠΑ οργανώνεται γύρω από πολιτιστικά και άλλα σημεία αναφοράς. Οι ελληνοαμερικανικές κοινότητες οργανώνονται γύρω από την ενορία τους, η οποία λειτουργεί ελληνικά σχολεία, συντονίζει τη διδακτική ύλη και προσλαμβάνει διδακτικό προσωπικό. Η σχέση θρησκείας και κοινότητας είναι ισχυρή, αλλά και περιοριστική. Κατά συνέπεια, οι φοιτητές μου δεν είχαν καλή γνώση της γλώσσας.
Το ελληνικό κράτος επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε μεγάλα αστικά κέντρα (Νέα Υόρκη, Σικάγο, Λος Άντζελες). Επίσης, η ελληνοαμερικανική κοινότητα δεν στηρίζει, σε γενικές γραμμές, πανεπιστημιακά προγράμματα ελληνικών σπουδών με δωρεές. Υπάρχει και η ιδιαιτερότητα των αμερικανικών πανεπιστημίων, τα οποία δίνουν προτεραιότητα στην εκμάθηση γλωσσών που είναι πολιτικού και αμυντικού ενδιαφέροντος.
ΠτΘ: Αλήθεια, ποια η παρουσία της ομογένειας στην περιοχή και πώς έχει εξελιχθεί μέχρι σήμερα;
Ό.Κ.: Όπως επισήμανα πιο πάνω, η ομογένεια στην Ινδιάνα είναι μικρή. Οι περισσότεροι μετανάστες ήρθαν μεταξύ 1890-1920, για να δουλέψουν σε βιομηχανίες στο βόρειο τμήμα της πολιτείας. Η Ινδιάνα εκβιομηχανίστηκε ραγδαία και χρειαζόταν εργατικά χέρια. Οι απόγονοι των μεταναστών συγχωνεύτηταν με τις άλλες εθνοτικές ομάδες. Οι περισσότεροι στράφηκαν σε επαγγέλματα της μεσαίας τάξης: γιατροί και δικηγόροι. Άλλοι συνέχισαν ως επιχειρηματίες, κυρίως εστιατορίων και καταστημάτων άλλου είδους εστίασης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην Ινδιάνα έχει η έρευνα των μεταναστών που ήρθαν από τα παράλια της Μικράς Ασίας και δημιούργησαν ζαχαροπλαστεία, όπως αυτό του Ζαχαράκου στην πόλη Colombus, ή μετανάστες από τη Νότια Ελλάδα που άνοιξαν καταστήματα εστίασης.
ΠτΘ: Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζει κάθε επιστημονικό πεδίο, πώς θεωρείτε ότι θα επηρεάσει την Ανθρωπολογία; Ποιες προκλήσεις και ποιες δυνατότητες διακρίνετε;
Ό.Κ.: Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί προκλήσεις σε όλες τις επιστήμες. Ως αρχαιολόγος, διατηρώ επιφυλάξεις ως προς τη διατήρηση του επιστημονικού μας ήθους. Τα ανασκαφικά στοιχεία ενδέχεται να αλλοιωθούν, αν δεν είμαστε συνεπείς στο έργο μας. Πώς προστατεύουμε τους συνομιλητές μας και εμάς, ως ερευνητές, σε ένα κοινό που αμφισβητεί την επιστημονική εμπειρογνωσία; Δεν έχω συγκεκριμένες προτάσεις, αλλά πάντα περιλαμβάνω την ανθρωπολογική έρευνά μου στο πλαίσιο μιας νέας κανονικότητας που διαχέει τη γνώση αλλά και δεν παρέχει ουσιαστικές ασφαλιστικές δικλείδες. Τα AI και τα bots είναι επιβλαβή, γιατί παράγουν και αναπαράγουν «αλήθειες» που καμία σχέση δεν έχουν με την επιστημονική διαδικασία.
«Επειδή κατάγομαι από περιοχές πλούσιες στην ιστορία του φαγητού και της αγροτικής παραγωγής, σχεδίασα την τάξη μου, για να αντιπαραθέσω μια άλλη εικόνα της Ελλάδας»
ΠτΘ: Για αρκετά χρόνια πραγματοποιείτε εκπαιδευτικές επισκέψεις και στον Έβρο μαζί με φοιτητές σας, για επιτόπια έρευνα. Πώς ξεκίνησε αυτή η πρωτοβουλία; Ποια είναι η εμπειρία των φοιτητών;
Ό.Κ.: Η προσπάθεια να αναπτύξω ένα πρόγραμμα στον Έβρο, σχετικά με τη διατροφή και τη γεωργία, ξεκίνησε πριν 6 περίπου χρόνια, όταν άρχισα να διδάσκω το μάθημα «Ελληνική Κουζίνα» στο Τμήμα Γεωγραφίας. Η Ελλάδα είναι, γενικά, αναγνωρίσιμη από τα νησιά της και τα σχετικά ερεθίσματα (εικαστικά, τουριστικά, διατροφικά, πολιτισμικά) εστιάζονται στη Νότια Ελλάδα. Επειδή κατάγομαι από τον Βόρειο Έβρο και τη Θράκη, περιοχές πλούσιες στην ιστορία του φαγητού και της αγροτικής παραγωγής, σχεδίασα την τάξη μου, για να αντιπαραθέσω μια άλλη εικόνα της Ελλάδας. Η περιοχή δεν προβάλλεται από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης (εκτός του μεταναστευτικού, που παρουσιάζει την περιοχή και τους ανθρώπους της ως φύλακες ή αόρατους επαρχιώτες). Όταν προβάλλεται, εξωτικοποιείται και μετά ξαναξεχνιέται. Είναι μια ιστορία που έχει πλέον εσωτερικευτεί από τους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι εχουν πειστεί πως η περιοχή τους δεν είναι σημαντική.
Ο Έβρος και η Θράκη αποτελούν μέρη όπου το φαγητό είναι το αποτέλεσμα πληθυσμιακών μετακινήσεων, μείγμα ποικίλων εθνοτικών ομάδων, αγροτικής πολιτικής και αστικοποίησης. Μέσα από την επιτόπια έρευνα και τη γνωριμία τοπικών επιχειρήσεων (ειδικά γυναικείων) και το τροφικό περιβάλλον πόλεων και χωριών, οι φοιτητές μου παίρνουν μια πιο εμπεριστατωμένη εικόνα της Ελλάδας, της Θράκης, και ειδικά του Έβρου. Ενθουσιάζονται με το τοπικό φαγητό, προβληματίζονται για την παγκοσμοιοποίηση που προωθεί το αβοκάντο, αλλά δεν στηρίζει τα τοπικά φρούτα και λαχανικά, ερευνούν τη σχέση επαρχίας και αστικής συρρίκνωσης και γνωρίζονται με φοιτητές και νέους της ηλικίας τους, ανταλάσσοντας απόψεις. Επίσης, μαθαίνουν, μαζί με μέλη της τοπικής κοινωνίας, που δρουν ως συν-εκπαιδευτές κατά τη διάρκεια του προγράμματος
Ο Έβρος και η Θράκη αποτελούν μέρη όπου το φαγητό είναι το αποτέλεσμα πληθυσμιακών μετακινήσεων, μείγμα ποικίλων εθνοτικών ομάδων, αγροτικής πολιτικής και αστικοποίησης. Μέσα από την επιτόπια έρευνα και τη γνωριμία τοπικών επιχειρήσεων (ειδικά γυναικείων) και το τροφικό περιβάλλον πόλεων και χωριών, οι φοιτητές μου παίρνουν μια πιο εμπεριστατωμένη εικόνα της Ελλάδας, της Θράκης, και ειδικά του Έβρου. Ενθουσιάζονται με το τοπικό φαγητό, προβληματίζονται για την παγκοσμοιοποίηση που προωθεί το αβοκάντο, αλλά δεν στηρίζει τα τοπικά φρούτα και λαχανικά, ερευνούν τη σχέση επαρχίας και αστικής συρρίκνωσης και γνωρίζονται με φοιτητές και νέους της ηλικίας τους, ανταλάσσοντας απόψεις. Επίσης, μαθαίνουν, μαζί με μέλη της τοπικής κοινωνίας, που δρουν ως συν-εκπαιδευτές κατά τη διάρκεια του προγράμματος. Μέσα από βιωματικές εμπειρίες (μαγείρεμα, γευσιγνωσία, επισκέψεις σε εστιατόρια, ταβέρνες και συναφείς επιχειρήσεις, γλέντια με θρακιώτικη μουσική) και εθνογραφική έρευνα, οι φοιτητές μου μελετούν τον ρόλο μιας συνοριακής περιοχής στην τοπική και εθνική μνήμη και αναθεωρούν την ιδέα που πιθανόν να είχαν για την Ελλάδα.
ΠτΘ: Παρά τις επαγγελματικές σας υποχρεώσεις στις ΗΠΑ, διατηρείτε στενούς δεσμούς με την ακαδημαϊκή κοινότητα της Ελλάδας. Πόσο εύκολο είναι να παραμένετε ενεργή στο ελληνικό ακαδημαϊκό περιβάλλον;
Ό.Κ.: Είναι όντως δύσκολο και θέλει μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσει κανείς ακαδημαϊκές σχέσεις με συναδέλφους στην Ελλάδα. Και για μεγάλο χρονικό διάστημα, μου φαινόταν ακατόρθωτο. Το γνωστικό υλικό που παράγουν οι Έλληνες συνάδελφοι είναι ποιοτικό και ποικίλο. Όταν άρχισα να ασχολούμαι με τη διατροφή και τα προγράμματα ανταλλαγής φοιτητών ΗΠΑ-Ελλάδας, συνδέθηκα με εξαιρετικούς συνεργάτες. Θα ήθελα να τονίσω τη συνεργασία μου με την κ. Βασιλική Κράββα, Αν. Καθηγήτρια στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΔΠΘ και τον κ. Αθανάσιο Κυμπάρη, Καθηγητή στο Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης του ΔΠΘ, που αγκάλιασαν το πρόγραμμά μου και με στηρίζουν στη δουλειά μου.
«Η ιστορία του Έβρου, και ειδικά του Διδυμοτείχου, είναι πολυδιάστατη και είναι καλό να αναδειχθεί με τη συμβολή τοπικών συλλόγων και ερευνητών»
ΠτΘ: Έχοντας ασχοληθεί και με τη βυζαντινή ιστορία της περιοχής του Διδυμοτείχου, θεωρείτε ότι η ιστορική διαδρομή της πόλης, αλλά και άλλων περιοχών της Θράκης, έχουν λάβει την προσοχή και την προβολή που τους αξίζουν από την πολιτεία;
Ό.Κ.: Δεν έχω ασχοληθεί πάρα πολύ με τη βυζαντινή και οθωμανική περίοδο. Ερευνητές και μελετητές της τοπικής ιστορίας έχουν παράξει σημαντικές δράσεις και έργο. Η δική μου διακτορική έρευνα εστίασε στην περίοδο 1880-1980, όταν οι ιστορικές και πληθυσμιακές αλλαγές επηρέασαν την παραγωγή και κατανάλωση των πήλινων οικοσκευών της περιοχής. Η ιστορία του Έβρου, και ειδικά του Διδυμοτείχου, είναι πολυδιάστατη και είναι καλό να αναδειχθεί με τη συμβολή τοπικών συλλόγων και ερευνητών.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
