Καθε παρτιδα, ενα βημα πιο κοντα στη «σωτηρια»
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
Η Εύη Κουτρουμπάκη είναι γνωστή στους αναγνωστικούς κύκλους από τα κριτικά της κείμενα για τη λογοτεχνία αλλά και τα πεζά της, που έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια, αρχής γενομένης της περιόδου του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας, ξεκίνησε να καταγράφει τις σκέψεις της, τις μέρες της απομόνωσης και τα φανταστικά της ταξίδια δίκην ημερολογίου, το οποίο και εκδόθηκε το 2020 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν, ενώ «Το τρίτο πόδι», το προηγούμενο μυθιστόρημά της, εκδόθηκε το 2021 από τις εκδόσεις Ενύπνιο.
Το τελευταίο της μυθιστόρημα, «Ο Βαλές του Θεού» (εκδόσεις Ενύπνιο), εγγράφεται σε εκείνη την κατηγορία σύγχρονων αφηγήσεων, που επιχειρούν να αποτυπώσουν όχι απλώς χαρακτήρες αλλά ολόκληρους κοινωνικούς μικρόκοσμους εν κινήσει, κόσμους στους οποίους η επιβίωση, η φιλοδοξία, η ενοχή και η ανάγκη για αποδοχή διασταυρώνονται σε ένα συνεχές πεδίο ηθικής διαπραγμάτευσης. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δεν ενδιαφέρεται τόσο για τη δραματική κορύφωση όσο για τη διαδικασία μέσα από την οποία οι άνθρωποι διαμορφώνονται υπό την πίεση των κοινωνικών και ψυχικών τους συνθηκών.
Ο κεντρικός της ήρωας, ο Δομήνικος Καραφουλίδης, είναι ένας άντρας που ονειρεύεται μεγαλεία και ζει μέσα σε έναν κύκλο ψευδαισθήσεων και αυτοκαταστροφής. Φέρει στις πλάτες του το βάρος μιας «ταυτότητας» που δεν του ανήκει, το όνομα του θείου του, που σκοτώθηκε στον Εμφύλιο. Η γιαγιά Κερεκή, μια ηλικιωμένη Πόντια που κουβαλά μέσα της την προσφυγιά, τη σφαγή, με μια λέξη ολόκληρη την ιστορία του ποντιακού ξεριζωμού, λατρεύει τον «Ντόμη» της, τον κανακεύει, τον δικαιολογεί και τον κακομαθαίνει. Παράλληλα, στην ιστορία εισβάλλουν πολλά πρόσωπα, ο πατέρας του πρωταγωνιστή, η Μυροφόρα, οι φίλοι του, γυναίκες που έρχονται λαθραία από την αλλοδαπή, η Βέρα, ο αναπάντεχος έρωτάς του, οι καλόγεροι στο Άγιο Όρος, κ.ά.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται εμφανές ότι η συγγραφέας επιλέγει να αρθρώσει την αφήγησή της μέσα από μια πολυπρόσωπη σύνθεση. Η ιστορία δεν οργανώνεται γύρω από έναν κυρίαρχο αφηγηματικό άξονα αλλά ξεδιπλώνεται μέσω ενός συνόλου προσώπων, που λειτουργούν ως διαφορετικά σημεία θέασης της ίδιας πραγματικότητας. Η τεχνική αυτή προσδίδει στην αφήγησή της έναν σχεδόν χορωδιακό χαρακτήρα: οι ζωές των ηρώων δεν αναπτύσσονται απομονωμένα αλλά αλληλοδιεισδύουν, συγκρούονται κι αλληλοκαθορίζονται, συγκροτώντας ένα κοινωνικό μωσαϊκό που οι ηθικές στάσεις δεν είναι ποτέ απόλυτες.
Κάθε χαρακτήρας φέρει τη δική του εμπειρία επιβίωσης και τη δική του αντίληψη για το τι σημαίνει ευθύνη, έρωτας ή αξιοπρέπεια. Έτσι, η αφήγηση αποκτά μια πολυεστιακή δυναμική, που επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί τη σχετικότητα των επιλογών: αυτό που σε έναν χαρακτήρα εμφανίζεται ως τυχοδιωκτισμός, σε έναν άλλον μπορεί να λειτουργεί ως αναγκαία στρατηγική αυτοσυντήρησης. Η γραφή της Κουτρουμπάκη αποφεύγει να επιβάλει αξιολογικές ιεραρχήσεις∙ αντίθετα, παρατηρεί τους ήρωές της καθώς κινούνται ανάμεσα σε αντικρουόμενες εσωτερικές και κοινωνικές δυνάμεις.
Στο πλαίσιο αυτό, οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος διαγράφονται ως βαθιά αντιφατικές μορφές, εγκλωβισμένες σε μια συνεχή ταλάντευση ανάμεσα στον τυχοδιωκτισμό και την κοινωνική ευθύνη. Σε έναν κόσμο όπου η κοινωνική ανέλιξη δεν είναι δεδομένη αλλά επισφαλής, αρκετοί από αυτούς επιλέγουν τον δρόμο της ευκαιριακής επιβίωσης: αναζητούν την εύκολη λύση, επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τις συγκυρίες ή τους ανθρώπους, αντιμετωπίζουν τη ζωή ως ένα παιχνίδι στρατηγικής. Ο τυχοδιωκτισμός, όμως, των ηρώων της δεν παρουσιάζεται ως ηθική έκπτωση αλλά ως μηχανισμός άμυνας απέναντι στην ανασφάλεια.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οι ίδιοι χαρακτήρες δεν παύουν να βιώνουν ενοχές και αμφιβολίες. Η ευθύνη απέναντι σε ένα παιδί, έναν σύντροφο ή μια οικογένεια δημιουργεί μια εσωτερική πίεση, που έρχεται σε σύγκρουση με τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Η ανάγκη για φροντίδα συνυπάρχει με την επιθυμία για ατομική διαφυγή, γεννώντας ένα διαρκές ηθικό ερώτημα: πόσο μπορεί κανείς να επιβιώσει χωρίς να προδώσει τον εαυτό του ή τους άλλους;
Σε στιγμές κρίσης, ορισμένοι ήρωες υιοθετούν στάσεις που αγγίζουν τον αμοραλισμό, δικαιολογώντας τις πράξεις τους ως αναγκαίες ή αναπόφευκτες. Η ηθική καθίσταται σχετική και διαπραγματεύσιμη, προσαρμοζόμενη στις ανάγκες της στιγμής. Κι όμως, ακόμη και οι πιο σκληρές επιλογές δεν απαλλάσσουν τους χαρακτήρες από την ανάγκη για αποδοχή και συγχώρεση. Η επιθυμία για μια δεύτερη ευκαιρία, για έναν επαναπροσδιορισμό του εαυτού, λειτουργεί ως υπόγεια κινητήρια δύναμη της αφήγησης. Η λύτρωση δεν εμφανίζεται ως θεαματική μεταμόρφωση αλλά ως μια σιωπηλή προσπάθεια συμφιλίωσης με τις συνέπειες των ίδιων τους των επιλογών.
Καθοριστικό ρόλο στην απόδοση αυτού του κοινωνικού και ψυχικού τοπίου διαδραματίζει η ίδια η γλώσσα της αφήγησης. Η γραφή της Κουτρουμπάκη χαρακτηρίζεται από μια ρέουσα, μη επιτηδευμένη φυσικότητα, που αποφεύγει τη λογοτεχνική επίδειξη. Η γλώσσα δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει μέσω περίτεχνων συντακτικών σχημάτων· αντίθετα, μοιάζει να αναδύεται οργανικά από την καθημερινή ομιλία των προσώπων. Η απλότητα αυτή δεν συνιστά ένδεια εκφραστικών μέσων αλλά συνειδητή αφηγηματική στρατηγική, που υπηρετεί τον ρεαλισμό, μειώνοντας την απόσταση ανάμεσα στον αναγνώστη και τους χαρακτήρες.
Οι διάλογοι, σύντομοι και κοφτοί, λειτουργούν ως ζωντανές μονάδες δράσης και όχι ως επεξηγηματικά παρεμβλήματα της αφήγησης. Η «στακάτη» δομή τους αναπαράγει τον ρυθμό της καθημερινής συνομιλίας και επιτρέπει στους χαρακτήρες να αυτοπροσδιορίζονται μέσα από τον λόγο τους. Έτσι, η δραματικότητα προκύπτει όχι από την αφηγηματική περιγραφή αλλά από τη σύγκρουση φωνών, από την ίδια τη γλωσσική τους αντιπαράθεση.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά στο έργο η ενσωμάτωση στοιχείων της ποντιακής διαλέκτου. Η χρήση της ντοπιολαλιάς προσδίδει γλαφυρότητα στον λόγο και ενισχύει την αυθεντικότητα των χαρακτήρων, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως δείκτης συλλογικής μνήμης και πολιτισμικής ταυτότητας. Δεν πρόκειται για φολκλορικό διακοσμητικό στοιχείο αλλά για φορέα εμπειρίας: μέσα από αυτήν μεταφέρονται τρόποι σκέψης και αξιακά συστήματα που δύσκολα αποδίδονται στη νεοελληνική κοινή.
Στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία παρατηρείται άλλωστε, τα τελευταία χρόνια, μια επαναξιολόγηση των διαλεκτικών μορφών λόγου. Η χρήση τοπικών ιδιωμάτων λειτουργεί ως αντίσταση στη γλωσσική ομογενοποίηση και αναδεικνύει περιφερειακές ταυτότητες που συχνά απουσιάζουν από τον επίσημο λόγο. Στην περίπτωση της ποντιακής, η λογοτεχνική αξιοποίησή της αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς φέρει έντονα ιστορικά και βιωματικά φορτία, διασώζοντας ταυτόχρονα αρχαϊκά στοιχεία της ελληνικής γλώσσας. Η ενσωμάτωσή της στο αφηγηματικό σώμα συμβάλλει όχι μόνο στη διατήρηση της πολιτισμικής μνήμης αλλά και στη διεύρυνση των εκφραστικών δυνατοτήτων της σύγχρονης πεζογραφίας.
Ο πρωταγωνιστής
Ο κεντρικός ήρωας, ο Δομήνικος (ο Ντόμης), δεν συγκροτείται απλώς ως μια κοινωνική φιγούρα που κινείται ανάμεσα στον τυχοδιωκτισμό και την ανάγκη για προσωπική ανέλιξη, αλλά ως ένα υποκείμενο που φέρει μέσα του ένα άρρητο, κληρονομημένο τραύμα. Το ίδιο του το όνομα λειτουργεί ως μια διαρκής υπενθύμιση μιας ζωής που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ: ο Ντόμης κουβαλά το όνομα του θείου του, ενός νεκρού του Εμφυλίου, ενός «χαμένου γιου» της οικογένειας που σκοτώθηκε πριν προλάβει να ζήσει, να δημιουργήσει, να αποκτήσει κοινωνική υπόσταση. Στο επίπεδο της ψυχολογικής ανάγνωσης, η ονοματοδοσία αυτή δεν είναι ουδέτερη· συνιστά μια μορφή ασυνείδητης ταύτισης με τον νεκρό, μια μεταβίβαση ανεκπλήρωτης ζωής από τη μία γενιά στην άλλη.
Ο Ντόμης δεν φέρει απλώς ένα όνομα, επιφορτίζεται με μια εντολή ύπαρξης. Εκεί όπου ο πρώτος Δομήνικος δεν πρόλαβε, ο δεύτερος καλείται σιωπηρά να ολοκληρώσει τη διακοπείσα πορεία του. Μέσα σ’ αυτό το πρίσμα, η εμμονική του προσκόλληση στο χαρτί και στο ρίσκο παύει να είναι μια απλή εκδήλωση τυχοδιωκτισμού ή κοινωνικής φιλοδοξίας. Το παιχνίδι μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό υπέρβασης της μοίρας, σε μια φαντασιακή απόπειρα επανεγγραφής της οικογενειακής ιστορίας, σε μια αγωνιώδη διεκδίκηση του δικαιώματος να κατακτήσει εκείνη τη θέση στον κόσμο που ο νεκρός συνονόματός του στερήθηκε βίαια. Ο Ντόμης παίζει όχι μόνο για να ξεφύγει από την κοινωνική του θέση, αλλά για να αναμετρηθεί με μια προδιαγεγραμμένη απώλεια∙ παίζει σαν να επιχειρεί, σε κάθε παρτίδα, να ανατρέψει έναν θάνατο που έχει ήδη εγγραφεί στο ίδιο του το όνομα.
Σε αυτήν τη διαδικασία καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η μορφή της γιαγιάς Κερεκής, της οποίας η σχεδόν ανεξήγητη επιείκεια απέναντι στις παρεκτροπές και τις αποτυχίες του εγγονού της αποκτά ιδιαίτερο ψυχολογικό βάθος. Η στάση της δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως μια συμβατική γιαγιαδίστικη τρυφερότητα. Αντίθετα, φαίνεται να εγγράφεται στο πλαίσιο ενός πένθους που δεν έχει ολοκληρωθεί ποτέ. Ο Ντόμης, φορέας του ονόματος του νεκρού γιου της, λειτουργεί για εκείνη ως μια μορφή συμβολικής επιστροφής. Γίνεται ο ζωντανός αποδέκτης μιας μητρικής φροντίδας που δεν μπόρεσε να προσφερθεί στον πραγματικό Δομήνικο. Η ανοχή της, η απροθυμία να τον τιμωρήσει, η σχεδόν προστατευτική της κατανόηση μπορούν να ιδωθούν ως μια ασυνείδητη προσπάθεια επανόρθωσης, ως μια συναισθηματική επένδυση σε έναν αντικαταστάτη που καλείται να καλύψει το τραύμα της απώλειας.
Αυτή η ιδιότυπη σχέση δημιουργεί για τον ήρωα μια βαθιά αντιφατική ψυχική συνθήκη. Από τη μία πλευρά, η αγάπη και η επιείκεια της γιαγιάς του ενισχύουν ένα αίσθημα εκλεκτότητας, μια αδιόρατη πεποίθηση ότι η ζωή του είναι, κατά κάποιον τρόπο, οφειλόμενη, ότι του έχει δοθεί για να εκπληρώσει έναν σκοπό που υπερβαίνει την ατομική του ύπαρξη. Από την άλλη, το βάρος του ονόματος και η σιωπηρή προσδοκία να δικαιώσει μια χαμένη ζωή τον εγκλωβίζουν σε μια διαρκή ανάγκη απόδειξης.
Μέσα από αυτήν την οπτική, ο τυχοδιωκτισμός του, η ροπή προς τον αμοραλισμό και η εμμονική επιδίωξη κοινωνικής ανόδου δεν εμφανίζονται ως απλές ατομικές επιλογές, αλλά ως εκδηλώσεις μιας βαθύτερης ψυχικής οικονομίας που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ενοχή και τη μεγαλομανία. Το ρίσκο μετατρέπεται σε τρόπο ύπαρξης, ενώ η νίκη στο χαρτί αποκτά τον χαρακτήρα μιας συμβολικής νίκης απέναντι στην Ιστορία. Κάθε κερδισμένη παρτίδα μοιάζει να δικαιώνει όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και τον νεκρό συνονόματό του. Κάθε ήττα επανενεργοποιεί την ενοχή της επιβίωσης και υπενθυμίζει το χρέος απέναντι σε μια ζωή που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Και ίσως, γι’ αυτό δεν μπορεί ποτέ πραγματικά να εγκαταλείψει το παιχνίδι: γιατί σε κάθε παρτίδα διακυβεύεται όχι μόνο το παρόν του, αλλά και η μνήμη ενός νεκρού που εξακολουθεί να ζει μέσα από αυτόν.
Το διακείμενο
Η μορφή αυτή επιτρέπει έναν γόνιμο παραλληλισμό τόσο με τον ήρωα του «Παίκτη» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι όσο και με τον Νούση από τον «Χορό των Ρόδων» του Αντώνη Σουρούνη. Αν ο ντοστογιεφσκικός χαρτοπαίκτης είναι ένας τραγικός ήρωας της ψυχολογικής εξάρτησης, εγκλωβισμένος σε μια σχεδόν μεταφυσική σχέση με την τύχη, και ο Νούσης, ένας κοσμοπολίτης νομάς, ένας επαγγελματίας παίκτης που περιπλανιέται από καζίνο σε καζίνο, ο Ντόμης καταλαμβάνει μια διαφορετική, βαθιά κοινωνική θέση. Δεν παίζει για την έξαψη ούτε για την ελευθερία της περιπλάνησης· παίζει για να αλλάξει τη μοίρα του. Εκεί όπου ο Νούσης οργανώνει το ρίσκο ως τρόπο ζωής μέσα σε μια διεθνή κοινότητα παικτών, μετατρέποντας τον τζόγο σε επάγγελμα και σε μορφή υπαρξιακής αυτονομίας, ο Ντόμης παραμένει εγκλωβισμένος στη φαντασίωση της ανόδου: κάθε στοίχημα αποτελεί μια απόπειρα κοινωνικής μετάλλαξης, μια συμβολική διεκδίκηση εξουσίας απέναντι σε έναν κόσμο που τον έχει ήδη τοποθετήσει στο περιθώριο.
Οι τρεις αυτοί χαρακτήρες συγκροτούν, κατά κάποιον τρόπο, μια τυπολογία του χαρτοπαίκτη στη νεότερη λογοτεχνία: στον Ντοστογιέφσκι ο τζόγος είναι ψυχικό πάθος, στον Σουρούνη υπαρξιακή στάση, ενώ στην Κουτρουμπάκη μετατρέπεται σε κοινωνική στρατηγική.
Το μυθιστόρημα δεν αφηγείται απλώς τις ζωές ορισμένων ανθρώπων αλλά διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικές συνθήκες και οι προσωπικές ανάγκες διαμορφώνουν ηθικές στάσεις. Μέσα από τη χειμαρρώδη γραφή της, τους κοφτούς διαλόγους και τη δημιουργική χρήση της ποντιακής διαλέκτου, η Κουτρουμπάκη κατορθώνει να ανασυστήσει έναν ολόκληρο κοινωνικό κόσμο με τους δικούς του κώδικες επικοινωνίας και μνήμης, προσφέροντας ένα έργο που ισορροπεί ανάμεσα στην κοινωνική παρατήρηση και την ψυχολογική ενδοσκόπηση.
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
