Θυμησες που φωτιζονται, παραδοση που συνεχιζεται: Τα Φωτα στο Ορμενιο ν. Εβρου
[Γεννημένη και μεγαλωμένη στο Ορμένιο του νομού Έβρου, η Χρυσούλα Ιωαννίδου διετέλεσε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας και σήμερα, παράλληλα με τις αγροτικές της ασχολίες, καταπιάνεται με τη διαφύλαξη της τοπικής προφορικής ιστορίας, με πιο πρόσφατο πόνημά της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).
Με αφορμή τα Φώτα, η κ. Ιωαννίδου μάς προσκαλεί να συμμετάσχουμε στον εορτασμό τους στο Ορμένιο ν. Έβρου. Μέσα από τις αφηγήσεις της, αναδύονται οι συνήθειες του χωριού, τα τελετουργικά πριν και μετά την εορτή, οι μικρές αλλά ουσιαστικές πράξεις που προσδίδουν νόημα και συνέχεια στον εορτασμό τους. Μάς μεταφέρει στο παρελθόν, τότε που ο παπάς του χωριού αγίαζε ένα προς ένα τα σπίτια, μεταφέροντας το Φως και την ευλογία σε κάθε νοικοκυριό, ενώ οι νοικοκυρές, πιστές σε ένα έθιμο βαθιά ριζωμένο στη λαϊκή ευσέβεια, προνοούσαν να ετοιμάσουν φιλέματα, υποδεχόμενες τον αγιασμό με γενναιοδωρία.
Ιδιαίτερη μέριμνα δινόταν, όπως μας θυμίζει, και στον αγιασμό των ζώων της οικογένειας, στοιχείο που φανέρωνε τη στενή σχέση του ανθρώπου με τη γη και τα πλάσματα που τον συνδράμουν. Η πράξη αυτή, φορτισμένη με συμβολισμούς, αποσκοπούσε στην εξασφάλιση καλών σοδειών και πλούσιας παραγωγής, επιβεβαιώνοντας την πίστη ότι το ιερό διατρέχει όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής.]
Στο χωριό μου, τα Φώτα τα λένε και Φωτά. Την παραμονή των Φώτων, λοιπόν, γινόταν αυστηρή νηστεία, ενώ και ο παπάς του χωριού, αφού έκανε τη λειτουργία, έπαιρνε λίγο αγιασμό και ξεκινούσε να γυρνάει το χωριό, μαζί με τον βοηθό του. Ο βοηθός του κρατούσε ένα μπακιρτσάκι (ένα μικρό χάλκινο σκεύος) με τον αγιασμό, είχε επίσης κρεμασμένο στον ώμο του έναν τουρβά και κρατούσε και μία βέργα, την οποία στήριζε στον ώμο του. Στη βέργα περνούσαν οι νοικοκυραίοι τα λουκάνικα που ετοίμαζαν για να δώσουν στον παπά ως φίλεμα. Στον τουρβά έβαζαν, επίσης, όλα τα υπόλοιπα φιλέματα, όπως γλυκιά πίτα, ριτσέλι, λουκούμια κ.ά.
Σε αυτό το σημείο, να πούμε ότι τα λουκάνικα τα έφτιαχναν οι ίδιες οι νοικοκυρές από κρέας γουρουνιού. Έπρεπε να πλύνουν καλά τα έντερα του γουρουνιού, για να τα γεμίσουν και να κάνουν τα λουκάνικα. Ψιλοκόβανε το κρέας με ένα μικρό τσεκούρι και χωριστά ψιλοκόβανε και χοιρινό λίπος. Όλα μαζί τα έβαζαν στη συνέχεια σε μια λεκάνη και πρόσθεταν αλάτι, πιπέρι, ρίγανη και αρκετό ψιλοκομμένο πράσο. Αφού ζύμωναν αυτό το μείγμα καλά, άρχιζαν σιγά σιγά να γεμίζουν τα έντερα, ενώ παράλληλα είχαν έτοιμο ένα μακρύ ξύλο κρεμασμένο στο ταβάνι, όπου περνούσαν τα λουκάνικα απευθείας εκεί για να στεγνώνουν. Τα είχαν κρεμασμένα σε ένα κρύο δωμάτιο και μέχρι τα Φώτα δεν έτρωγαν λουκάνικα.

Τα λουκάνικα τα μαγείρευαν με διάφορους τρόπους. Μαγείρευαν όσπρια με ρύζι στο ταψί κι έβαζαν κι ένα λουκάνικο μέσα για να νοστιμίσει περισσότερο –«ίσα ίσα για μυρωδιά», έλεγε η γιαγιά μου. Οι οικογένειες τότε ήταν πολυμελείς, οπότε αν έτρωγαν όλοι από ένα λουκάνικο, θα τελείωναν πολύ γρήγορα και γι’ αυτό, έριχναν λίγα κομμάτια στο τηγάνι και μόλις έβλεπαν ότι ήταν έτοιμα, έριχναν και αυγά και γινόταν έτσι μία νόστιμη και χορταστική ομελέτα. Μερικές φορές έψηναν μόνο λουκάνικα στα κάρβουνα της σόμπας ή στον φούρνο. Όσο περνούσαν οι μέρες και στέγνωναν τα λουκάνικα, άρχιζαν να τα τρώνε και ωμά, μιας και είχαν γίνει σαν σαλάμι αέρος. Επίσης, οι νοικοκυρές τα μαγείρευαν με κόκκινο νηστίσιμο τραχανά και πράσο στο ταψί. «Νόστιμο το φαγητό;» ρωτούσε η γιαγιά. «Νόστιμο, νόστιμο, να γλείφεις τα δάχτυλά σου», απαντούσαμε. Τα λουκάνικα τα μαγείρευαν οι νοικοκυρές την ημέρα των Φώτων, αφού πρώτα έδιναν στον παπά που περνούσε για να φωτίσει το σπίτι και την οικογένεια.
Ο παπάς περνούσε και φώτιζε όλο το σπίτι, με την κάθε νοικοκυρά να παίρνει αγιασμό και να συμπληρώνει μετά με νερό το μπακιρτσάκι, για να είναι πάντα γεμάτο. Αφού έφευγε ο παπάς, η νοικοκυρά πήγαινε να αγιάσει τον στάβλο, το κοτέτσι και το μαντρί, και άφηνε λίγο αγιασμό για να τον ανακατέψει με τα πίτουρα, ώστε να αγιαστούν και τα ζώα. Τότε, για να έχει το σπίτι κοτόπουλα, έπρεπε κάποιες κότες να γίνουν κλώσες όπως έλεγαν. Έτσι, πίστευαν ότι έπρεπε να βάλουν τον παπά να καθίσει έστω και λίγο στο σπιτικό τους, για να γίνουν και οι κότες κλώσες.
Την ημέρα των Φώτων οι νοικοκυρές, με γυάλινα μπουκαλάκια που είχαν μέσα ένα κλωνάρι αποξηραμένο βασιλικό, πήγαιναν στην εκκλησία και έπαιρναν τον «μεγάλο» αγιασμό, που τον είχαν για φάρμακο και τον κρατούσαν για όλον τον χρόνο. Μόλις λιγόστευε, πρόσθεταν λίγο νερό, ώσπου να γεμίσουν και πάλι το μπουκάλι.
Την ημέρα των Φώτων, ως τη δεκαετία του ’50, ο παπάς έριχνε τον σταυρό σε μια μικρή λιμνούλα που υπήρχε πίσω από τον σταθμό του τρένου στο Ορμένιο, ώσπου μία χρονιά πνίγηκε αυτός που βούτηξε. Από τότε και έως τώρα ο παπάς ρίχνει τον σταυρό σε μπακίρι μέσα στην εκκλησία. Την ημέρα των Φώτων εκκλησιαζόταν όλο το χωριό, με το ίδιο να συμβαίνει ακόμα και τώρα. Είναι μια μεγάλη γιορτή. Τα Φώτα τα περιμέναμε πώς και πώς, για να φύγουν οι καλικάντζαροι, να αγιαστούν τα νερά και να τελειώσουν οι «αλτές βραδές».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
