Πρωτοχρονιατικα παραδοσιακα σχεδιασματα
Για μια ακόμη φορά γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά, το τέλος ενός χρόνου και την αρχή ενός νέου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα τεχνητό χρονολογικό όριο, το οποίο ωστόσο έχει περιβληθεί με έθιμα, δοξασίες, προλήψεις και τελετουργίες, όπως συμβαίνει με όλες τις «πρωτοχρονιές» όλων των λαών του κόσμου, όποτε κι αν αυτές προσδιορίζονται, καθώς για τον άνθρωπο του λαού σηματοδοτεί τη διάβαση από μια κατάσταση σε μια άλλη, από μια περίοδο της ζωής και της δράσης του στην επόμενη. Και είναι αυτά ακριβώς τα περάσματα που ο άνθρωπος θέλει να περιχαρακώσει με τις διαβατήριες τελετουργίες, διότι σκέφτεται ακόμη με έναν πρωταρχικά αρχέγονο τρόπο, που του επιβάλλει να νιώθει αγωνία και φόβο μπροστά στο νέο και να επιζητεί να το επηρεάσει συνειρμικά και συμβολικά ώστε να είναι ευμενές προς αυτόν, τα αγαπημένα του πρόσωπα και την εν γένει δραστηριότητά του.
Έτσι, βλέπουμε πολλά έθιμα να διατηρούνται, όπως λ.χ. τα σχετικά με το ποδαρικό ή τα κάθε λογής γούρια, άλλα να υιοθετούνται και να εδραιώνονται, και άλλα να εισάγονται ως νέα πολιτιστικά πρότυπα, μέσω της ραγδαίας πλέον ενημέρωσης που φέρνουν στην ατομική και συλλογική ζωή μας το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα οποία οφείλεται η καταιγίδα των πληροφοριών που κατακλύζει την καθημερινότητά μας. Μπορεί η τεχνολογική πρόοδος και η επιστημονική εξέλιξη να συντελούν ώστε ο άνθρωπος να νιώθει όλο και πιο ανεξάρτητος από τη φύση και τους όρους της, με συνέπεια τα έθιμα και οι τελετουργίες του να αποκλίνουν από την κοσμολογική τους φύση και να συγκλίνουν στον ψυχαγωγικό και κοινωνικό μετασχηματισμό τους, ωστόσο η δεισιδαιμονία και η πρωταρχική ανασφάλεια απέναντι στις ραγδαίες και αδυσώπητες αλλαγές της καθημερινότητάς μας ελλοχεύουν πάντα στο υποσυνείδητό του.
Σε όλα αυτά στηρίζονται τα ποικίλα έθιμα της Πρωτοχρονιάς, όσο κι αν αλλάζουν και εκκοσμικεύονται από χρόνο σε χρόνο, όσο κι αν η πολιτιστική παγκοσμιοποίηση τείνει να εξαλείψει επιμέρους εθνικές διαφοροποιήσεις και ιδιαιτερότητες, ομογενοποιώντας ακόμη και τις πατροπαράδοτες εθιμικές εκδηλώσεις. Και βέβαια, ως έθιμα σχετίζονται άμεσα με την αίσθηση τού συνανήκειν, τη βασική συνεκτική αντίληψη κάθε κοινότητας και τη βίωση της ταυτότητας. Διότι ταυτοτικής σημασίας είναι κατά βάση τα έθιμα, τα οποία είτε αναπαριστάνουμε μέσω εκδηλώσεων των πολιτιστικών συλλόγων μας, αν έχουν εκπέσει με το πέρασμα του χρόνου, είτε συνεχίζουμε να κρατούμε ζωντανή την τέλεσή τους από χρονιά σε χρονιά, όπως λ.χ. συμβαίνει με τη βασιλόπιτα και το εθιμικά τυχερό για το σπίτι, την οικογένεια και την εργασία, ή ακόμη και την ομαδική προσπάθεια και δράση, το τελετουργικό κόψιμό της.
Αποτελούν λοιπόν οι γιορτές, και μάλιστα αυτές του Δωδεκαημέρου, στις οποίες ανήκει και η Πρωτοχρονιά, όχι μόνο αργίες και ευκαιρίες ανάπαυσης και ψυχαγωγίας, αλλά και χρονικά σημεία εξέχοντα, στην κυκλική πορεία και αίσθηση του χρόνου που δημιουργεί στον άνθρωπο η εναλλαγή εποχών, εορτών και φυσικών ή κοινωνικών καταστάσεων. Σημεία και όρια που λειτουργούν ως φάροι, ως ορόσημα και νοητά τοπόσημα στη ζωή και τη δράση μας. Γι’ αυτό και τις περιμένουμε με προσδοκία, επιζητώντας να τις γιορτάσουμε παραδοσιακά και ξεχωριστά, κάθε χρονιά.
Αν δούμε τις ελληνικές εορτές του Δωδεκαημέρου, θα παρατηρήσουμε ότι συνεχίζουν να διατηρούν, παρά τις ποικίλες αλλοιώσεις και τις διάφορες οθνείες επιδράσεις, τα δύο βασικά χαρακτηριστικά που είχαν και στον παλαιότερο «παραδοσιακό» λαϊκό πολιτισμό μας: είναι χριστοκεντρικές και οικογενειοκεντρικές. Το πρώτο χαρακτηριστικό σχετίζεται με το γεγονός ότι και στους τρεις βασικούς εορτολογικούς σταθμούς του Δωδεκαημέρου, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα, η λατρευτική βάση σχετίζεται με σημαντικά γεγονότα της ζωής του Χριστού, τη Γέννηση, την Περιτομή και τη Βάπτισή Του. Και ανάλογος είναι ο εορτασμός, που σε σχετικά έθιμα οδηγεί, όπως άλλωστε εκφράζεται και με τα κάλαντα κάθε γιορτής, τα οποία συνεχίζουν να τραγουδούν παιδιά και έφηβοι, κι ας έχουν πολλά αλλάξει στην εθιμοταξία τους. Το δε δεύτερο χαρακτηριστικό των εορτών του Δωδεκαημέρου έχει να κάνει με τη στροφή προς την οικογένεια και την αναδόμηση των παραδοσιακών δεσμών της, μέσω κοινών ενεργειών και εκδηλώσεων, μέσω των εορταστικών τραπεζιών, της ανταλλαγής δώρων και ευχών, και της εθιμικά καθορισμένης συγκέντρωσης των μελών της, εν μέσω μάλιστα των σημερινών συνθηκών που δίνουν την εικόνα μιας ολέθριας χαλάρωσης των παραδοσιακών δεσμών της ελληνικής οικογένειας.
Τα έθιμα αυτά δεν αποτελούν μόνο εκφράσεις ομαδικής λαϊκής θρησκευτικότητας, ούτε απλοϊκές τελετουργικές απαντήσεις στις πρωταρχικές αγωνίες των παραδοσιακών αγροτοκτηνοτροφικών κοινωνιών. Είναι συνάμα και αποκρυσταλλώσεις ταυτότητας και πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, αυτό που μας ξεχωρίζει και συνάμα μας συνδέει, μέσω της συναίσθησης και του σεβασμού της διαφορετικότητας, με τους άλλους ανθρώπους, ιδιαίτερα στις σύγχρονές μας πολυπολιτιστικές και πολυθρησκευτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες.
«Τα έθιμα δεν αποτελούν μόνο εκφράσεις ομαδικής λαϊκής θρησκευτικότητας, ούτε απλοϊκές τελετουργικές απαντήσεις στις πρωταρχικές αγωνίες των παραδοσιακών αγροτοκτηνοτροφικών κοινωνιών. Είναι συνάμα και αποκρυσταλλώσεις ταυτότητας και πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, αυτό που μας ξεχωρίζει και συνάμα μας συνδέει, μέσω της συναίσθησης και του σεβασμού της διαφορετικότητας, με τους άλλους ανθρώπους, ιδιαίτερα στις σύγχρονές μας πολυπολιτιστικές και πολυθρησκευτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες»
Αυτά ισχύουν και για την Πρωτοχρονιά, τη μεσαία από τις γιορτές του Δωδεκαημέρου, παρά το γεγονός ότι είναι ο πλέον αποϊεροποιημένος εορτολογικός σταθμός της εορταστικής αυτής περιόδου, ο μόνος που από τον λαό επενδύεται με την πιο χαλαρή θρησκευτικότητα και την πιο αυξημένη ψυχαγωγική κοσμικότητα. Αυτή η πραγματικότητα, έντονη και αισθητή στη δωδεκαημερίτικη εορταστική καθημερινότητά μας μάς δίνει νομίζω ένα βασικό μήνυμα: ότι η διακριτή και στέρεη επιβίωσή μας, μέσα σε έναν τεχνολογικά εκβαρβαριζόμενο κόσμο, με την ηλεκτρονική γραφειοκρατία να κυριαρχεί ως μέσο πλέον διατήρησης και παγίωσης της κάθε εξουσίας και σε αντικατάσταση της πρόσληψης του κόσμου ως δημιουργίας και κτίσης, και με τους άρχοντες του κόσμου να διακηρύσσουν την έναρξη της μετανθρώπινης εποχής, σχετίζεται άμεσα και με τη στάση μας απέναντι στις εθιμικές αυτές μορφές, άρα με τη δι’ αυτών διατήρηση της ταυτότητας και της εθνικής και πολιτιστικής ιδιοπροσωπίας μας.
Η διαπίστωση αυτή είναι που εξηγεί γιατί είναι σπουδαίο και σημαντικό να προσπαθούμε, στο μέτρο του δυνατού, να κρατούμε τις παραδόσεις μας και να διακηρύσσουμε, μέσω αυτών, την ελληνορθόδοξη ταυτότητα του πολιτισμού μας. Κάτι που μπορεί να γίνει, αφενός μεν μέσω της διατήρησης όσων από τις παλαιότερες εθιμικές μορφές μπορούν να επιβιώσουν στις μέρες μας, έστω και μετασχηματισμένες και αφετέρου, διά της ενσωμάτωσης όσων νέων και ξενόφερτων εθιμικών εκδηλώσεων υιοθετούμε, σε ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο, στο γενικότερο πλαίσιο της πολιτιστικής, θρησκευτικής και εθνικής μας ταυτότητας.
Το κυριότερο δε, οι αρχές αυτές να περνούν έμπρακτα και στα νεότερα μέλη της κοινωνίας μας, κάτι που μόνο στο πλαίσιο της οικογένειας μπορεί να γίνει. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να γιορτάζουμε τις εορτές του Δωδεκαημέρου σε ένα οικογενειακό περιβάλλον. Κάτι που πρωτίστως έχει να κάνει με την Πρωτοχρονιά, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, είναι η πλέον κοσμική, η πλέον αποϊεροποιημένη από τις μεγάλες αυτές μέρες εορτολογική περίσταση. Είναι συνεπώς ανάγκη σήμερα να μαζεύουν οι μεγαλύτεροι τους νεότερους γύρω τους, να προσφέρουν αγάπη και στοργή, να αξιοποιούν τα έθιμα ως αφετηρία σύσφιξης και όχι χαλάρωσης των δεσμών και των αισθημάτων, πρωτίστως αντιμετωπίζοντας τα σχετικά έθιμα όχι ως παρωχημένα απολιθώματα, πηγές και προξένους οπισθοδρόμησης, αλλά ως ευκαιρίες δόμησης και καλλιέργειας των ανάλογων συναισθημάτων.
«Οι εορτές του Δωδεκαημέρου αποτελούν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για αντιμετώπιση όσων στην αγχώδη καθημερινότητά μας μάς απομακρύνουν και μας αποξενώνουν, μια συλλογική απάντηση στην επιβεβλημένη ψηφιακή βαρβαρότητα, στη μηχανική κυριαρχία, στην απομόνωση που φέρνει η αλόγιστη χρήση και κατάχρηση της κατανάλωσης τόσων τεχνολογικών εφαρμογών όσων δεν χρειαζόμαστε και δεν μπορούμε μετά λόγου γνώσεως να χειριστούμε αποτελεσματικά. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, αφήνοντας τις μηχανές και τις ποικίλες ηλεκτρονικές εφαρμογές να κυριαρχούν στην καθημερινότητά μας –πόσω μάλλον στις εορταστικές περιόδους της ζωής μας–, απεμπολούμε ουσιαστικά τον βασικό συνδετικό κρίκο της κοινωνίας μας και οδηγούμαστε σε έναν από κάθε πλευρά ευάλωτο απομονωτισμό, που μας μεταβάλλει σε εύκολα χειραγωγούμενα πιόνια ενός αλόγιστου και ανεξέλεγκτου ψηφιακού μετασχηματισμού της ζωής μας»
Από την άποψη αυτή, οι εορτές του Δωδεκαημέρου αποτελούν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για αντιμετώπιση όσων στην αγχώδη καθημερινότητά μας μάς απομακρύνουν και μας αποξενώνουν, μια συλλογική απάντηση στην επιβεβλημένη ψηφιακή βαρβαρότητα, στη μηχανική κυριαρχία, στην απομόνωση που φέρνει η αλόγιστη χρήση και κατάχρηση της κατανάλωσης τόσων τεχνολογικών εφαρμογών όσων δεν χρειαζόμαστε και δεν μπορούμε μετά λόγου γνώσεως να χειριστούμε αποτελεσματικά. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, αφήνοντας τις μηχανές και τις ποικίλες ηλεκτρονικές εφαρμογές να κυριαρχούν στην καθημερινότητά μας –πόσω μάλλον στις εορταστικές περιόδους της ζωής μας–, απεμπολούμε ουσιαστικά τον βασικό συνδετικό κρίκο της κοινωνίας μας και οδηγούμαστε σε έναν από κάθε πλευρά ευάλωτο απομονωτισμό, που μας μεταβάλλει σε εύκολα χειραγωγούμενα πιόνια ενός αλόγιστου και ανεξέλεγκτου ψηφιακού μετασχηματισμού της ζωής μας.
Νομίζω ότι δεν κινδυνεύουμε από τις ποικίλες τεχνολογικές κατακτήσεις, αλλά από τη χρήση τους. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί αντίπαλό μας, που μάλιστα μπορεί να εξελιχθεί σε χρήσιμο εργαλείο βελτίωσης της ζωής μας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα την αξιοποιήσουμε. Και αυτή η παρατήρηση ξαναφέρνει στο προσκήνιο την πάντοτε επίκαιρη συζήτηση για την αξία ενός ηθικού κανόνα και κώδικα στη χρήση των τεχνολογιών αιχμής, μια υπόθεση που οι τεχνοκράτες μπορεί να απορρίπτουν με βδελυγμία, καθώς έχουν τη λανθασμένη εντύπωση ότι με τα μέσα αυτά θα κυριαρχήσουν στην κοινωνία, ενώ στην πραγματικότητα υποδουλώνονται και οι ίδιοι στα εργαλεία τους, ωστόσο είναι σήμερα πιο αναγκαία από ποτέ.
Στην πορεία αυτή, που μπορεί να τοποθετήσει τα πράγματα στην ορθή τους βάση, οι εορτές του Δωδεκαημέρου, τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά και τα Φώτα αποτελούν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για αναστοχασμό, ανασύνταξη και επαναπροσδιορισμό στόχων, ιεραρχήσεων και μελλοντικών δράσεων. Αρκεί να τις αξιοποιήσουμε και να τις γιορτάσουμε ουσιαστικά, μια διαδικασία στην οποία τα παραδοσιακά έθιμα και οι σύγχρονοί μας μετασχηματισμοί, οι μετεξελίξεις και οι ανανεώσεις τους, αποτελούν ιδιαιτέρως πρόσφορα μέσα.
Αυτή είναι, νομίζω, και η ουσιαστική αξία των εορτών, κάτι που η Πρωτοχρονιά με τον διαβατήριο, αλλά και εναρκτήριο μιας νέας περιόδου, χαρακτήρα της, μας δηλώνει και μας υποσημειώνει. Αρκεί να μη μείνουμε στην επιφάνεια και στον τύπο, αλλά να αξιοποιήσουμε στην καθημερινότητά μας το βαθύτερο μήνυμα εθίμων και τελετουργιών, που μπορεί να φαίνονται παρωχημένες, ανούσιες, ακόμη και αφελείς, εμπερικλείουν όμως ήθος και πείρα πολλών γενεών, και εκεί βρίσκεται σήμερα η κυριότερη αξία τους και η βασική χρηστική τους λειτουργικότητα.
*Ο Μανόλης Γ. Βαρβούνης είναι Καθηγητής Λαογραφίας στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του ΔΠΘ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
