«Ξυστα απο την πραγματικοτητα»

Χάρης Μιχαλόπουλος, «Φωτογραφικός θάλαμος», Κάπα Εκδοτική, Αθήνα 2025, σ. 64.

Δέκα χρόνια μετά από την προηγούμενή του ποιητική συλλογή «Δεν έρχονται» (Μανδραγόρας, 2015) και τριάντα έπειτα από την πρώτη του ποιητική κατάθεση «Ψηφιδωτό» (αυτοέκδοση, 1995), ο Χάρης Μιχαλόπουλος επανέρχεται με τη συλλογή «Φωτογραφικός θάλαμος». Πρόκειται για έργο υβριδικό, στο οποίο συνυπάρχουν τα ποιήματα του λογοτέχνη με φωτογραφίες από τόπους κι αντικείμενα, με ζωγραφικούς πίνακες, εικονίσματα αγίων, ακόμη και φύλλα από ημερήσια ημερολόγια τοίχου. Οι ενταγμένες στη συλλογή εικόνες είναι οργανικά δεμένες με τα ποιήματα, καθώς αποτελούν εναύσματα για στοχασμούς, που αναπτύσσονται σε στίχους τοποθετημένους αντικριστά στις εικόνες με τις οποίες πραγματοποιούνται οι ποιητικές συνομιλίες. Οι φωτογραφικές αυτές αποτυπώσεις συνιστούν μία ερμηνεία του «φωτογραφικού θαλάμου», η οποία συμπληρώνεται από την εγχάραξη των ποιητικών πραγματεύσεων στο φιλμ των εξωτερικών μα και των εσωτερικών ερεθισμάτων.

Η στοχαστική λειτουργία είναι κομβική στη συλλογή του Μιχαλόπουλου. Εδράζεται στην παρατήρηση, υπόκειται σε εσωτερικές διεργασίες κι εκφέρεται, συνήθως, με σκέψεις προσωπικού χαρακτήρα, χαρακτηριζόμενων κι από την εξομολογητικότητά τους. Οι αλλαγές που επιφέρει ο χρόνος προξενούν προβληματισμούς: “Δεν χωράω πια στα ρούχα, μητέρα./ Μεγάλωσα./ Μάκρυναν τα μαλλιά, τα γένια,/ τα ψέματα” (ποίημα “Γενεθλιακό”). Η μετάβαση στον κόσμο των ενηλίκων σηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας, με την παρουσία, πλάι στα σωματικά χαρακτηριστικά του ενήλικα, και των ψεμάτων

Η στοχαστική λειτουργία είναι κομβική στη συλλογή του Μιχαλόπουλου. Εδράζεται στην παρατήρηση, υπόκειται σε εσωτερικές διεργασίες κι εκφέρεται, συνήθως, με σκέψεις προσωπικού χαρακτήρα, χαρακτηριζόμενων κι από την εξομολογητικότητά τους. Οι αλλαγές που επιφέρει ο χρόνος προξενούν προβληματισμούς: «Δεν χωράω πια στα ρούχα, μητέρα./ Μεγάλωσα./ Μάκρυναν τα μαλλιά, τα γένια,/ τα ψέματα» (ποίημα «Γενεθλιακό»). Η μετάβαση στον κόσμο των ενηλίκων σηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας, με την παρουσία, πλάι στα σωματικά χαρακτηριστικά του ενήλικα, και των ψεμάτων. Ο πολυδιάστατος εαυτός αποτελείται από σπασμένα κομμάτια που συνθέτουν το «Μακάβριο παζλ» (ομότιτλο ποίημα), όχι μόνο λόγω της ποικιλίας των ανθρώπινων πτυχών, αλλά και λόγω των επίπονων πολλαπλών υποχρεώσεων. Το υλικό ξεφλούδισμα των τοίχων, των βαγονιών, το θόλωμα των τζαμιών είναι συνάμα και ξεφλούδισμα πνεύματος και ψυχής: «Σάμπως να ξεφλουδίζεται αταξίδευτη η μνήμη» (ποίημα «Στον σταθμό»). Η αποφθεγματική αυτή τελμάτωση της μνήμης συνιστά το αποτύπωμα της φθοράς και της διαρκούς κι ατελεύτητης πάλης με τον χρόνο, όπως δηλώνει η ομοηχία «πάλι-πάλη» (ποίημα «Πάλι»):

πάλι με τον χρόνο
πάλη, λέω,
με τον χρόνο
έδινα

νικήθηκα
σώμα με σώμα
αναμνήσεις και ρυτίδες
χαράζουν τον καθρέφτη

πάλι
για πάλη
και πάλι

Έτσι, ο άνθρωπος μοιάζει ανυπεράσπιστος στο πέρασμα του χρόνου, θυμίζοντας κλαδιά ανυπεράσπιστα στον άνεμο: «ξεπαγιάζουν τις νύχτες/ σφυρίζουν τη μοναξιά τους στον βοριά» και «σπάνε/ τσακίζονται/ λυγίζουν// σαν τις ζωές μας» (ποίημα «Παραθινάλια υποψία άνοιξης»). Όμως, ο χρόνος μπορεί να επιβεβαιώνει και το δέσιμο των ανθρώπων που επιμένουν να συμπορεύονται, όμοιο με το σφιχταγκάλιασμα του κισσού με το κυπαρίσσι: «Φαίνονται οι άνθρωποι που γέρασαν μαζί/ μοιάζουν με τα χρόνια ο ένας στον άλλο,/ όπως κισσός αξεδιάλυτα αγκαλιάζει κυπαρίσσι» (ποίημα «Όπως κισσός»).

Το πέρασμα του χρόνου, όμως, οδηγεί και στον αναπόδραστο θάνατο. Γιατί, από τα «βαγόνια» της ζωής και της μνήμης «πάντα ένα βαγόνι (θα) λείπει» (ποίημα «Γενεθλιακό»). Ο θάνατος, που άλλους τους έχει ήδη επισκεφθεί κι άλλους θα τους συναντήσει στο μέλλον, καθιστά επιτακτική την ανάγκη για το χάδι προς τα αγαπημένα πρόσωπα, όσο ακόμα είναι καιρός. Γιατί οι λίστες για τα ψώνια εύκολα μεταλλάσσονται σε λίστες αναμονής για την κατάβαση στον Άδη (ποίημα «Ψώνια, I»):

στοιβαγμένες οι στιγμές
η μια πάνω στην άλλη
κατάλογος
παράλογος
παραλογή
συναλλαγή
κατάβαση στον Άδη

Κι όταν ο θάνατος επελαύνει, η μοναξιά δεν πλήττει τόσο τους νεκρούς στα κοιμητήρια όσο τους εναπομείναντες πίσω, που διαπιστώνουν τη συντριβή τής πολύχρωμης παιδικής αθωότητας πάνω στα μάρμαρα των μνημάτων (ποίημα «Νανούρισμα»):

Χορταριασμένος ο καιρός από δάκρυα·
μόνο οι ασφόδελοι κρατούν παρέα
σε εκείνον τον ήχο τον παγερό απ’ το τζαμάκι
που τουρτουρίζει, όταν φυσά ο βοριάς
το ίσο κρατώντας στη μοναξιά
–όχι των νεκρών–
της δικής μας μοναξιάς·

και

καμία προσευχή δεν ωφελεί
πέφτει και σπάει
πάνω στη μαρμάρινη πλάκα
γίνεται κομμάτια, γυάλινοι βόλοι και χρωματιστοί
σαν αυτούς που παίζαμε παιδιά σε αυλές και αλάνες

Η δε ίδια μοναξιά αφορά και την αρρώστια, ιδίως όταν έρχεται σε αντιπαραβολή με τη φύση, που συνεχίζει ακάθεκτη την άνθισή της: «Η άνοιξη φέτος αποφάσισε να θριαμβεύσει ερήμην μας» (ποίημα «Ημερολόγιο Covid»).

Ακόμη κι ο ζωογόνος έρωτας στο πέρασμα του χρόνου φθείρεται και φθείρει (ποίημα «Είδωλο σε δυο κινήσεις, II»):

Δεν έμεινε τίποτα από μένα.
Μισές αλήθειες. Κι ολόκληρα ψέματα.
Δεν προλαβαίνω να τελειώσω
τις φράσεις μου.
Λυγίζω σε αγκαλιές μ’ αγκάθια
και κυλιέμαι μέχρι να
ματώσω

Η αναζήτηση του έρωτα οδηγεί σε «αγκαλιές μ’ αγκάθια», χωρίς ωστόσο να αποτρέπει το ποιητικό υποκείμενο από τη δοκιμασία του «ματώματος». Γι’ αυτό και, παρά τη σκοτεινότητά του, επιζητείται απεγνωσμένα: «ταϊσμένος με τα σκοτάδια σου/ […] έτοιμος να γκρεμιστώ στην ανύπαρκτη αγκαλιά σου» (ποίημα «Στον πιο μακρινό ουρανό»). Όταν όμως εγκαταλείπεται, εγκαθιδρύονται η απόσταση, η παραίτηση, η εγκατάλειψη κι η μοναξιά (ποίημα «Νυχτερινό»):

Πώς μεγαλώνουν τις νύχτες τα κρεβάτια των ζευγαριών
που ποτέ τους δεν αγαπήθηκαν
γίνονται δρόμοι, λεωφόροι, πολιτείες, απομακρυ-
σμένοι σταθμοί του μετρό, νυχτερινοί σταθμοί του ΚΤΕΛ σε ορεινές κωμοπόλεις
(μια σόμπα αναμμένη, ο ελεγκτής και ένα σπασμένο τζάμι)
κυλάει ανάμεσα ο Μισισιπής της σιωπής, μα δεν έχει πια γέφυρα
οι όχθες χάνουν το χώμα τους μες στη ροή

[…]
κι οι παντόφλες στην άκρη σε απόλυτη τάξη
προς τα έξω κοιτάζοντας
να μπορούν να δραπετεύσουν γρήγορα

Βέβαια, οι αναζητήσεις του Μιχαλόπουλου δεν είναι μόνο ερωτικές· είναι και εσωτερικές, και μάλιστα πολύπτυχες: αναζητήσεις νοήματος, ποίησης, ζωής. Παρά δε την επίγνωση του ανεδαφικού «ηρωισμού» που απαιτεί η κατάκτηση του ονείρου, το ποιητικό υποκείμενο επιμένει: «[…] προετοιμάζω άτακτα μα ηρωικά την επέλασή μου στο όνειρο». Ένα ανεπεξέργαστο ορμέμφυτο, γνήσιο, ηρωικό και οραματικό, διεκδικεί, σε πείσμα των αντιξοοτήτων, το δονκιχωτικό, ρομαντικό του ιδεώδες. Άλλοτε, όμως, ο Μιχαλόπουλος γίνεται περισσότερο θυμόσοφος, ενώ ενεργοποιεί και το παίγνιο και τη σκωπτικότητα. «Στην πατρίδα μου/ τα Σάββατα τρώνε ψάρι,/ τις Κυριακές κρέας με πατάτες,/ τις υπόλοιπες μέρες τρώμε ο ένας τον άλλον» (ποίημα «Περί ορέξεως»): το ρήμα «τρώω» μετακινείται από την κυριολεκτική στη μεταφορική του σημασία, αποδίδοντας ένα ποιητικό σχόλιο προβληματισμού πάνω στη διαρκή κατάρα της ελληνικής φυλής. Η σκωπτικότητα άλλοτε πηγάζει από τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα (ποίημα «Ψώνια, II»):

Γράφω τα ψώνια στο κινητό
διορθώνει τις «ελιές» σε «έλεος»
επιμένω δυο και τρεις φορές
επιμένει και ο αυτόματος διορθωτής
στο τέλος εγκαταλείπω
εντάξει
«έλεος»

πόσο πάει το κιλό;

Η θυμόσοφη και παιγνιώδης αγανάκτηση του ποιητικού υποκειμένου προσλαμβάνει, ωστόσο, και βάθος, όταν η «κοστολόγηση» του ελέους αντικρίζεται σαν σχόλιο για έναν κόσμο όπου τα συναισθήματα συνιστούν αντικείμενο αγοραπωλησίας. Σε άλλες περιπτώσεις, το σκωπτικό παίγνιο ενέχει δηκτικότητα: «10 Νοεμβρίου σήμερα./ Μνήμη Εράστου αποστόλου./ Παρά μία συλλαβή ο τόνος και θα γιόρταζαν πολλοί». Οι ωραίοι και μοιραίοι εραστές είναι, κατά το ποιητικό σχόλιο, απροσμέτρητοι!

Ο Μιχαλόπουλος αποδέχεται το άνοιγμα του ερμηνευτικού πλαισίου κι επιδιώκει τον αναγνώστη ως απελευθερωμένο συνδιαμορφωτή του μηνύματος: “Κανένας σύνδεσμος. Μόνο αυτά, αναγνώστη./ Κάνε ό,τι θέλεις ή ό,τι μπορείς. Επινόησε ό,τι χρειάζεσαι./ Δεν έχει άλλο” (ποίημα “Τα υλικά”). Γι’ αυτό, άλλωστε, “Το ποίημα γράφεται στις αγκαλιές των ξένων” (ομότιτλο ποίημα). Αλλά, με πρόσθετη παραίνεση του ποιητή προς εαυτόν, το να μένει το ποίημα ανοιχτό, όχι μόνο ερμηνευτικά αλλά για επόμενες επεξεργασίες, είναι επίσης μια ζεστή αγκαλιά για τον ίδιο τον ποιητή. Κι εδώ ανοίγει πάλι ο προβληματισμός του Μιχαλόπουλου, καθώς το σχόλιο ποιητικής προσλαμβάνει διαστάσεις κοινωνικές, υποδεικνύοντας άθυμα πως, πέρα από την αγκαλιά του ποιήματος, οι ανθρώπινες αγκαλιές είναι πια δυσεύρετες και ψυχρές

Οι πραγματεύσεις του Μιχαλόπουλου περιστρέφονται και γύρω από τον λόγο για την ίδια την τέχνη και τη λειτουργία της, με βασικό τους φορέα έναν ικανό αριθμό ποιημάτων ποιητικής που περιλαμβάνονται στη συλλογή. Οι στοχασμοί περί ποιητικής ενισχύουν εν πολλοίς τους γενικότερους ποιητικούς στοχασμούς του λογοτέχνη. «Στο ποίημα/ δεν έχει λιακάδες,/ βρέχει πάντα καρεκλοπόδαρα/ κι εσύ βρεγμένος, με σπασμένη ομπρέλα,/ προσπαθείς να ανάψεις τσιγάρο» (ποίημα «Σπασμένη ομπρέλα»): η ποίηση λοιπόν είναι όραμα, δονκιχωτικό κυνήγι του ανέφικτου, συνείδηση επίμονη κι ανυποχώρητη. Η ποίηση δεν αποφεύγει την αναμέτρηση με τα δύσκολα: «Ποίηση είναι να χαϊδεύεις τον πόνο/ κι εκείνος να σου λέει “σ’ ευχαριστώ”» (ποίημα «Χάδι»). Ποίηση όμως είναι, σύμφωνα με τον Μιχαλόπουλο, και καθετί παραμελημένο: το «λασπωμένο πάτωμα», το «λερωμένο τζάμι», το «βρόμικο πιάτο», το «μισοφαγωμένο γιαούρτι», το κουτάκι με τον καφέ που πέτρωσε στο ράφι (ποίημα «Ό,τι μένει»). Είναι επίσης η στιγμή, το στιγμιότυπο, ο χαμηλός φωτισμός, η χαμηλή ανάσα και φωνή, που αφουγκράζονται όσα ψιθυρίζει το ατμοσφαιρικό σκηνικό: «Η πόλη χαμήλωνε τα φώτα και εμείς την ανάσα μας» (ποίημα «Στιγμή. Κλικ»). Αλλά, βέβαια, η ποίηση είναι και όσα υποδεικνύει, σαν προέκταση, η ευαισθησία του αναγνώστη. Ο Μιχαλόπουλος αποδέχεται το άνοιγμα του ερμηνευτικού πλαισίου κι επιδιώκει τον αναγνώστη ως απελευθερωμένο συνδιαμορφωτή του μηνύματος: «Κανένας σύνδεσμος. Μόνο αυτά, αναγνώστη./ Κάνε ό,τι θέλεις ή ό,τι μπορείς. Επινόησε ό,τι χρειάζεσαι./ Δεν έχει άλλο» (ποίημα «Τα υλικά»). Γι’ αυτό, άλλωστε, «Το ποίημα γράφεται στις αγκαλιές των ξένων» (ομότιτλο ποίημα). Αλλά, με πρόσθετη παραίνεση του ποιητή προς εαυτόν, το να μένει το ποίημα ανοιχτό, όχι μόνο ερμηνευτικά αλλά και για επόμενες επεξεργασίες, είναι επίσης μια ζεστή αγκαλιά για τον ίδιο τον ποιητή. Κι εδώ ανοίγει πάλι ο προβληματισμός του Μιχαλόπουλου, καθώς το σχόλιο ποιητικής προσλαμβάνει διαστάσεις κοινωνικές, υποδεικνύοντας άθυμα πως, πέρα από την αγκαλιά του ποιήματος, οι ανθρώπινες αγκαλιές είναι πια δυσεύρετες και ψυχρές.

Κι όπως ο Μιχαλόπουλος επιζητά από τον αναγνώστη τη συνδιαμόρφωση του ποιητικού μηνύματος κι αισθήματος, με ανάλογο τρόπο παρεμβαίνει ο ίδιος σε άλλα δημιουργήματα τέχνης, είτε συνομιλώντας με έργα ζωγραφικής κι άλλα ποιήματα είτε εμπνεόμενος απ’ οτιδήποτε τον περιβάλλει. Έτσι, ο πίνακας του Πολ Γκογκέν «Ο χαμένος παράδεισος» και το ψηφιδωτό από τον καθεδρικό ναό του Μονρεάλε στο Παλέρμο «Έξωση των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο» δίνουν την αφορμή για να σχολιαστεί όχι ο πόνος που προκάλεσε το προπατορικό αμάρτημα, αλλά η αναγκαιότητα του πόνου αυτού, που απαλλάσσει τον άνθρωπο από την αιώνια πλήξη μιας μονίμως διευθετημένης συνθήκης. Η «μηλόπιτα με μπόλικη κανέλα», που παίρνουν μαζί τους οι πρωτόπλαστοι όταν εξορίζονται από τον παράδεισο, δεν είναι απλώς κάποια προμήθεια για τον δρόμο· είναι η διεκδίκηση της ποικιλίας και της αυτενέργειας. Η πινακίδα, πάλι, της οδού Αινείου δεν υπενθυμίζει στο ποιητικό υποκείμενο έναν ακόμη εξόριστο του ιστορικού ή μυθολογικού παρελθόντος, αλλά υποδεικνύει τον ίδιο τον ποιητικό πρωταγωνιστή ως εξόριστο σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον: «Τριγυρίζω συνέχεια στην πόλη/ κι όλο πάνω του πέφτω// εξόριστος» (ποίημα «Οδός Αινείου»). Ακόμη και σε τοίχους που ξεφλουδίζουν, ο Μιχαλόπουλος βλέπει πολιτικούς χάρτες με διακριτά τα «κράτη» πάνω τους· μόνο που η «πρωτεύουσά» τους είναι πια η απουσία και η εγκατάλειψη. Έτσι, ό,τι καταρρέει εδώ συνιστά ολόκληρο κομμάτι ζωής που αποχωρεί αμετάκλητα, μαζί με την προστατευτικότητα των γονέων και την αθωότητα της παιδικότητας. Από τις συνομιλίες δεν απουσιάζουν ούτε εκείνες με άλλα ποιήματα, όπως με το «κοφτερό» «σχεδόν ανεπαισθήτως» του Καβάφη («κι άσε με εμένα να γδέρνομαι με το κοφτερό σου/ “σχεδόν ανεπαισθήτως”») ή με τους «Ελεύθερους πολιορκημένους» του Σολωμού, όπου η Μεσολογγίτισσα μάνα, που ορκίζεται («μνέει») στα μάτια και στην πολυτιμότητά τους, προβάλλεται από τον Μιχαλόπουλο στα μάτια του ποιητικού του αφηγητή, ο οποίος αδυνατεί να αντέξει την τραγική εικόνα του πεινασμένου που σκαλίζει τον κάδο απορριμμάτων αναζητώντας τροφή («Πιάνω το ποίημα και το τυφλώνω/ […] έτσι, να μην έχει μάτια να μνέει η καταραμένη η πείνα»). Σε κάθε περίπτωση, οι συνομιλίες του Μιχαλόπουλου απηχούν τις προσωπικές του ποιητικές επιλογές είτε θεματολογικώς είτε αισθητικώς.

Η ποιητική περιπλάνηση του Μιχαλόπουλου δεν είναι παρά η εμφάνιση στον “φωτογραφικό θάλαμό” του, δηλαδή στο ποιητικό του εργαστήρι, όσων ο ποιητής συνάντησε πορευόμενος στα τοπία του περιβάλλοντός του ή στις εσωτερικές του διαδρομές. Η πορεία αυτή σηματοδοτείται από το ανασκάλεμα της πραγματικότητας και την προσέγγισή της σε βάθος. Αν ο ποιητής δηλώνει στο μότο της συλλογής του ότι περνά “ξυστά” απ’ αυτήν (“Εσύ περνάς πάντα ξυστά από την πραγματικότητα”), δεν επιδιώκει να εξομολογηθεί την επιφανειακή της προσέγγιση· υποδεικνύει, αντιθέτως, την επιλογή του να προσπεράσει τη ρεαλιστική συνθήκη, διεκδικώντας το όραμα, έστω κι αν η διεκδίκησή του τον καθιστά πολλές φορές αιθεροβάμονα. Η πίστη στο όραμα συμπυκνώνει τις επιλογές του ποιητή, περιλαμβάνοντας αμφότερες τις εξάρσεις και τις κατακρημνίσεις, και υποδεικνύοντας πως, όσες κι αν είναι οι απογοητεύσεις, ο αγώνας πάντα θα συνεχίζεται

Η ποιητική περιπλάνηση του Μιχαλόπουλου δεν είναι παρά η εμφάνιση στον «φωτογραφικό θάλαμό» του, δηλαδή στο ποιητικό του εργαστήρι, όσων ο ποιητής συνάντησε πορευόμενος στα τοπία του περιβάλλοντός του ή στις εσωτερικές του διαδρομές. Η πορεία αυτή σηματοδοτείται από το ανασκάλεμα της πραγματικότητας και την προσέγγισή της σε βάθος. Αν ο ποιητής δηλώνει στο μότο της συλλογής του ότι περνά «ξυστά» απ’ αυτήν («Εσύ περνάς πάντα ξυστά από την πραγματικότητα»), δεν επιδιώκει να εξομολογηθεί την επιφανειακή της προσέγγιση· υποδεικνύει, αντιθέτως, την επιλογή του να προσπεράσει τη ρεαλιστική συνθήκη, διεκδικώντας το όραμα, έστω κι αν η διεκδίκησή του τον καθιστά πολλές φορές αιθεροβάμονα. Η πίστη στο όραμα συμπυκνώνει τις επιλογές του ποιητή, περιλαμβάνοντας αμφότερες τις εξάρσεις και τις κατακρημνίσεις, και υποδεικνύοντας πως, όσες κι αν είναι οι απογοητεύσεις, ο αγώνας πάντα θα συνεχίζεται.

*Ο Γιάννης Στρούμπας είναι ποιητής και φιλόλογος. Το παρόν κείμενό του είναι η ομιλία του στην εκδήλωση παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του Χάρη Μιχαλόπουλου, «Φωτογραφικός θάλαμος» (Κάπα Εκδοτική, 2025), που διοργανώθηκε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, στο πλαίσιο των δράσεών της που υλοποιούνται με την ΚΟΙΝΣΕΠ «Κομοτηνή Εν Δράσει», το Δημοκρίτειο Βιβλιοχαρτοπωλείο, την Κάπα Εκδοτική και τον «Παρατηρητή της Θράκης», την Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025, στο Τσανάκλειο Μέγαρο – Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής.

Μπορείτε να διαβάσετε το αναλυτικό ρεπορτάζ της εκδήλωσης εδώ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.