«Μακαρι, Χαρη Μιχαλοπουλε, να συνεχισεις να μας χαριζεις παρηγορητικα αποτυπωματα ποιητικης αγαπης»

Χάρης Μιχαλόπουλος, «Φωτογραφικός θάλαμος», Κάπα Εκδοτική, Αθήνα 2025, σ. 64.

Ωστόσο, είπε [ο Σωκράτης], είναι σωστό να συλλογιζόσαστε και τούτο· πως αν η ψυχή είναι αλήθεια αθάνατη, έχει ανάγκη από φροντίδα… Αν λοιπόν είναι αθάνατη, δεν υπάρχει γι᾽ αυτήν άλλος τρόπος ν᾽ αποφύγει τα δεινά, ούτε να βρει σωτηρία, παρά να γίνει όσο μπορεί καλύτερη. Η ψυχή δεν έχει τίποτε μαζί της πηγαίνοντας στον Άδη, παρά μονάχα
την παιδεία της και τον τρόπο της ζωής που έκανε…

Φίλε μου, αυτό είναι το μέλημα του θεού. Από τη μεριά μας πάμε κοντά, με τον τρόπο
του Ομήρου, να δούμε εάν πραγματικά υπάρχει μια αλήθεια σε αυτό που λέμε.

Αυτός ο αρχέγονος και αμόλυντα ζωοποιός τρόπος του Ομήρου, που –κατά Πλάτωνα–παίρνει στοργικά τις ψυχές μας από το χεράκι και τις σεργιανάει στις ανατρεπτικές αύρες της αλήθειας, της κάθαρσης και της φροντίδας είναι η αιτιώδης αφορμή για το αποψινό μας συναπάντημα. Ο ποιητής μας, ο Χάρης των ευαισθησιών και των τρυφερών ραψωδιών της καρδιάς μας, εξέδωσε τη νέα του ποιητική συλλογή, που την τιτλοφορεί «Φωτογραφικός θάλαμος». Κι επειδή, όπως θα ’λεγε κι ο Αλέξης Πολίτης, ποίηση και παραμύθι συνταυτίζονται απόλυτα και συλλειτουργούν πανομοιότυπα, θα ξεκινήσω την εισήγησή μου με τη διήγηση μιας ιστορίας. Θα μου πείτε ότι είναι λίγο ανορθόδοξη η επιλογή μου αυτή. Μήπως, όμως, ανορθόδοξες και ανερμήνευτες δεν είναι και οι υπόγειες διαδρομές, που βαδίζοντάς τες οι ποιητές εγγράφουν ανεξίτηλα συνθήματα στις καρδιές μας;

Γυρίζω, λοιπόν, μαγικά το ρολόι του χρόνου πίσω στο 2016 και σας μεταφέρω στον παρακείμενο της Τσανακλείου χώρο του Δημοκρίτειου Βιβλιοπωλείου, όπου παρουσιάζεται η τότε νεοεκδοθείσα ποιητική συλλογή του Χάρη με τίτλο «Δεν έρχονται» (Μανδραγόρας, 2015). Η γνωριμία μου με τον Χάρη και τον αδερφό του τον Ανδρέα ανάγεται στο μακρινό έτος του 2006, κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως Προέδρου της Πολιτιστικής Επιχείρησης του Δήμου μας.

Εδράζεται δε, σε μία βαθειά αλληλοεκτίμηση, που γίνεται ακόμη ισχυρότερη από το 2014 και εντεύθεν. Τότε –ως Πρόεδρος του ΔΗΠΕΘΕ της πόλης μας– συμπράττω με το Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας και οι συνέργειές μας δημιουργούν μικρές πνευματικές οάσεις. Και ο Χάρης είναι πάντα εκεί. Διαρκώς εν εγρηγόρσει, με το πλατύ κι ολόκαρδο χαμόγελό του, ανταποκρίνεται ασμένως και ολοθύμως στα καλέσματά μου, για να παράξουμε κύκλους επιστημονικών αναζητήσεων, στους οποίους θα είχαν πρόσβαση δωρεάν συμμετοχής και οι απλοί πολίτες αυτού του τόπου. Να επισημανθεί, βέβαια, ότι αγνοώ παντελώς την ποιητική, συγγραφική του υπόσταση. Παρακινημένη, λοιπόν, εκείνο το βράδυ από μια επιτακτική αίσθηση ηθικού χρέους και απόδοσης, διά της παρουσίας μου, απέραντης ευγνωμοσύνης στον Χάρη για όλην αυτήν τη δημιουργική συμπόρευση, προσήλθα στην εκδήλωση, έχοντας, όμως, ως μανιακό ακόλουθό μου τη μέγγενη ενός δυσβάσταχτου άγχους. Η παρουσίαση ξεκινούσε στις 7 κι εγώ στις 8.15 έπρεπε να είμαι στο Δημοτικό Συμβούλιο, καθώς εκείνο το βράδυ ψηφιζόταν ο προϋπολογισμός του Δήμου, που θεωρείται η κορυφαία σε σπουδαιότητα συνεδρίαση του κάθε έτους. Κυριευμένη από τη συναισθηματική πίεση του αδυσώπητα γοργού ρυθμού παρέλευσης του χρόνου και, ταυτόχρονα, της αταλάντευτης πεποίθησής μου ότι η αποχώρηση εν μέσω μιας εν εξελίξει εκδήλωσης αποτελεί κατάφωρη προσβολή στο πρόσωπο των ομιλητών, πιστέψτε με, δεν άκουσα τίποτε από τα υπέροχα –εξ όσων διάβασα εκ των υστέρων– που ειπώθηκαν εκείνο το βράδυ. Ούτε καν τα ποιήματα που αναγνώστηκαν. 8.10 ο τελευταίος εισηγητής απόσωσε τον λόγο του κι εγώ, κραδαίνοντας το βιβλίο μου –άνευ αφιερώσεως παρακαλώ, αφού δεν προλάβαινα–, έφυγα, προκειμένου να είμαι εγκαίρως παρούσα στην επίμαχη συνεδρίαση.

Ποίηση, κατ’ εμέ, είναι η φροντίδα της ψυχής μας με την αναπόδραστη άνοδό μας προς τ’ άστρα της πληρότητας και των ονείρων, ακριβή προσφορά προς τον καθένα μας κάποιων αλαφροΐσκιωτων που χαράζουν στο χαρτί μαύρα κι αλλόκοτα σημάδια τρυφερότητας κι αγάπης και που τους ονομάζουμε ποιητές. Το αν θα δεχτούμε ή όχι το ολβιόδωρο χάδι της γραφής τους στις ψυχούλες μας είναι εσωτερική υπόθεση του καθενός μας. Γι’ αυτό το αλλόκοτο και ανορθόγραφο, εν σχέσει με τα κοινώς και λογικώς ειωθότα, ποιητικό χάδι του Χάρη είμαι απόψε εδώ. Γιατί το εύδρομο ταξίδι στον ποιητικό του γαλαξία συνεχίζεται με τον ίδιο καλλίμορφο τρόπο και στον “Φωτογραφικό θάλαμο”

Έφτασα στην αίθουσα καθυστερημένη και ασθμαίνοντας κάθισα στη θέση μου, ανάμεσα σε δύο συναδέρφους, που, σημειωτέον, ουδεμία σχέση είχαν με τη λογοτεχνία, πολλώ δε μάλλον με τις ευαισθησίες των ποιητικών της εκφάνσεων. Απαλλαγμένη, πλέον, πλήρως από το προηγηθέν ισοπεδωτικό των πάντων άγχος μου, άρχισα να παρακολουθώ τα διαδραματιζόμενα. Κι εκεί, εν μέσω ενός καταιγισμού αριθμολογικών και οικονομολογικών παραθέσεων και αντεγκλήσεων, έπιασα να φυλλομετρώ το πόνημα του Χάρη. Κι από την αμεριμνησία των άτεγκτα ορθολογικών στιγμών, βρέθηκα ξάφνου τυλιγμένη ολάκερη από τον εσώκλειστο άνεμο ενός άλλου κόσμου: αυτού της ευρυθμίας της τρυφεράδας και της μελωδικότητας των συναισθημάτων. Δηλαδή, των –κατά Πλάτωνα– συστατικών μερών της ψυχής: μελωδία και ρυθμός! Το ένα ποίημα διαδεχόταν το άλλο κι εγώ αντάμωνα με τα μύχια της ψυχής μου, μέσω της γραφής του Χάρη, που ξεπηδούσε από το χάρτινο ποιητικό του σύμπαν, ως άλλη «σειρήνα και σήμαντρο» συγκίνησης και δακρύων. Και καθώς οι αριθμοί χόρευαν ως απόηχος γύρω μου, εγώ τους αγνοούσα κι, ενδίδοντας πλέρια στο ήθος και στον τρόπο του ποιητή, δεν μπόρεσα να ελέγξω τα δάκρυά μου, που άρχισαν αυτόβουλα και καθαρτήρια να κυλούν. Οι δύο συνάδερφοι που κάθονταν δίπλα μου, αναστατωμένοι, με ρώτησαν τι μου συμβαίνει. Κι όταν τους ανταπάντησα τίποτα, απλά συγκινήθηκα διαβάζοντας ποιήματα, με ρώτησαν αποσβολωμένοι αν χάζεψα εντελώς. Κι εγώ, εκείνη τη στιγμή, αναλογιζόμουνα τον Πλάτωνα και τη θέση του περί ψυχής που σας προανέφερα κι έδωσα ενδόμυχα τον δικό μου, προσωπικό ορισμό του περιεχομένου της ποίησης. Τον ορισμό μιας αναγνώστριας, γιατί υπό την ιδιότητα αυτή συμμετέχω απόψε στο πάνελ της παρουσίασης. Ποίηση, λοιπόν, κατ’ εμέ, είναι η φροντίδα της ψυχής μας με την αναπόδραστη άνοδό μας προς τ’ άστρα της πληρότητας και των ονείρων, ακριβή προσφορά προς τον καθένα μας κάποιων αλαφροΐσκιωτων που χαράζουν στο χαρτί μαύρα κι αλλόκοτα σημάδια τρυφερότητας κι αγάπης και που τους ονομάζουμε ποιητές. Το αν θα δεχτούμε ή όχι το ολβιόδωρο χάδι της γραφής τους στις ψυχούλες μας είναι εσωτερική υπόθεση του καθενός μας.

Γι’ αυτό το αλλόκοτο και ανορθόγραφο, εν σχέσει με τα κοινώς και λογικώς ειωθότα, ποιητικό χάδι του Χάρη είμαι απόψε εδώ. Γιατί το εύδρομο ταξίδι στον ποιητικό του γαλαξία συνεχίζεται με τον ίδιο καλλίμορφο τρόπο και στον «Φωτογραφικό θάλαμο». «Ποίηση», λέει ο Χάρης μας, «είναι να χαϊδεύεις τον πόνο κι εκείνος να σου λέει ευχαριστώ». Και του απευθύνει του ποιητή γενναιόδωρα ευχαριστώ ο πόνος μας, ακριβώς γιατί τον νοιάζεται, του δίνει υπόσταση και τον λυτρώνει με το δάκρυ που κυλά από τις κόγχες των ματιών των αναγνωστών του. Για τον πόνο, λοιπόν, για τον έρωτα, για τη νοσταλγία της μνήμης και του αποχωρισμού, για τις ματαιώσεις της ύπαρξής μας, για την κακουργία που μαίνεται γύρω μας, για την ελπίδα της αντίστασης κόντρα στα μοχθηρώς σύγχρονα τεκταινόμενα, για ζωές ακυρωμένες, για απόκρυφα όνειρα του επιλήσμονα εαυτού μας, για την κοινωνική ευθύνη έγερσης του ενεργού πολίτη-ποιητή, για κορμιά που άνω θρώσκουν, καθώς αγαπιούνται κι ευωδιάζουν επάρκεια κι αποδοχή, για τις γενεθλιακές μας καταβολές, που μας θωρακίζουν διά παντός με τη σοφία της μεγαλόδωρης αγάπης και του άσβεστου καημού, συνάμα και για μύρια τόσα άλλα μάς μιλάει αυτή η συλλογή ποιημάτων. Αναδεύοντας ο ποιητής αριστοτεχνικά, με τις χρωματιστές του υγρές λέξεις, μέσα στον «Φωτογραφικό θάλαμό» του τα νερά της ενθύμησης των θριάμβων και των πτώσεων της ύπαρξής μας, παίρνει στοργικά αγκαλιά τις ψυχές μας και τις αποκαθάρει με το κλάμα μας.

Αναρωτιέμαι χρόνια τώρα: ποια καλόγνωμη μοίρα ευλόγησε με τέτοιο τάλαντο γραφιάδες σαν τον Χάρη και καταφέρνουν να σμιλεύουν στο χαρτί τους καημούς και τα πάθια μας, εκφράζοντάς τους ωσάν να είμαστε εμείς; Πώς μπορούν με τόση ευκολία να μπαινοβγαίνουν στους κόσμους των σκιών και του φωτός και να τους αποτυπώνουν με τόση ενάργεια κι ευθυβολία; Η ευχή μου στον ποιητή της καρδιάς μας; Να συνεχίσει να μας χαρίζει παρηγορητικά αποτυπώματα ποιητικής αγάπης. Για να μην απομείνουμε χωρίς τόπο να στεριώνουμε τις ψυχές μας. Για να βρίσκουμε έγγραφα αποκούμπια τις νύχτες που δεν θα έχουν σφυγμό ανθρωπιάς. Για να μη στερέψει το σύμπαν μας –όπως θα ’λεγε κι ένας άλλος ποιητής– “από ομορφιά και όνειρα”

Θα κλείσω τη μικρή μου αυτή τοποθέτηση με μία εκ βαθέων εξομολόγηση. Στη συλλογή «Δεν έρχονται» υπάρχουν δύο ποιήματα, το «Εξ αδιαιρέτου» και το ομότιτλο «Δεν έρχονται», που δεν κατάφερα ποτέ να τα απαγγείλω, γιατί πνίγομαι κάθε φορά από τους λυγμούς μου. Στην αρχή, θρηνώντας όλους τους αγαπημένους μου που έχουν φύγει για το μακρινό επέκεινα και εν συνεχεία, εδώ και τριάμισι χρόνια, σπαράσσοντας για την απώλεια της μαμάς μου. Στον «Φωτογραφικό θάλαμο» υπάρχει ένα ποίημα, τιτλοφορούμενο «Γενεθλιακό», που εντάσσεται κι αυτό πανηγυρικώς στη χορεία όλων όσων εγείρουν τους ολολυγμούς και τους ολοθυρμούς μου. Ένα ποίημα, που σιγοψιθυρίζει στη μητέρα, στην οποία απευθύνεται, και συνάμα και στη μητέρα τη δική μου και υποθέτω και πολλών άλλων, εκείνα που απορρέουν από τη σήμανση της αγάπης που κάποτε μας χαρίστηκε τόσο αφειδώλευτα και της οριστικά αμετάκλητης ένσαρκης απώλειάς της. Και με αφορμή όλα αυτά, αναρωτιέμαι χρόνια τώρα: ποια καλόγνωμη μοίρα ευλόγησε με τέτοιο τάλαντο γραφιάδες σαν τον Χάρη και καταφέρνουν να σμιλεύουν στο χαρτί τους καημούς και τα πάθια μας, εκφράζοντάς τους ωσάν να είμαστε εμείς; Πώς μπορούν με τόση ευκολία να μπαινοβγαίνουν στους κόσμους των σκιών και του φωτός και να τους αποτυπώνουν με τόση ενάργεια κι ευθυβολία; Η ευχή μου στον ποιητή της καρδιάς μας; Να συνεχίσει να μας χαρίζει παρηγορητικά αποτυπώματα ποιητικής αγάπης. Για να μην απομείνουμε χωρίς τόπο να στεριώνουμε τις ψυχές μας. Για να βρίσκουμε έγγραφα αποκούμπια τις νύχτες που δεν θα έχουν σφυγμό ανθρωπιάς. Για να μη στερέψει το σύμπαν μας –όπως θα ’λεγε κι ένας άλλος ποιητής– «από ομορφιά και όνειρα».

Γιατί η πραγματικότητα γύρω μας είναι πια μια αδηφάγα Μέδουσα, που κατατρώει τα σωθικά των ευαισθησιών μας. Γιατί, ποιητή μου, έχουμε αδυσώπητη ανάγκη από σοφούς αλλοπαρμένους σαν εσένα. Γιατί οι ποιητικές σου συλλογές, γεμάτες –όπως χαρακτηριστικά γράφεις– από «καυστικές λέξεις, εκρηκτικά συναισθήματα, εύφλεκτες σκέψεις, διαβρωτικά βιώματα» είναι τα προσωπικά μας απάγκια, εκεί που κουρνιάζουμε κάθε που βραδιάζει και στερεύουμε από απαντοχές κι ελπίδα. Σου προσφέρουμε το αντίδωρο της ευγνωμοσύνης μας. Καλό του ταξίδι του μαγικού «Φωτογραφικού θαλάμου» σου, που είναι πια ολονών μας! 

*Η Σοφία Μενεσελίδου είναι επιστημονική συνεργάτης του Δημάρχου Κομοτηνής και φιλόλογος. Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του Χάρη Μιχαλόπουλου, «Φωτογραφικός θάλαμος» (Κάπα Εκδοτική, 2025), που διοργανώθηκε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, στο πλαίσιο των δράσεών της που υλοποιούνται με την ΚΟΙΝΣΕΠ «Κομοτηνή Εν Δράσει», το Δημοκρίτειο Βιβλιοχαρτοπωλείο, την Κάπα Εκδοτική και τον «Παρατηρητή της Θράκης», την Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025, στο Τσανάκλειο Μέγαρο – Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής.

Μπορείτε να διαβάσετε το αναλυτικό ρεπορτάζ της εκδήλωσης εδώ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.