Λιγες σκεψεις για την Αrt Athina 2025
—«Οι ελίτ του τόπου κάνουν παιχνίδι, σχεδόν αποκλειστικά, μπερδεύοντας την τέχνη με το επιχειρείν και τη διαφήμιση»
Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Μίλαν Κούντερα
[Λίγες εβδομάδες μετά την αυλαία της διεθνώς αναγνωρισμένης και μιας από τις μακροβιότερες εικαστικές διοργανώσεις της Ευρώπης, της Art Athina, θεσμού που εδώ και αρκετές δεκαετίες καθρεφτίζει τη σύγχρονη ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία, οι εντυπώσεις αρχίζουν να αποκρυσταλλώνονται. Είναι πάντα χρήσιμη η απόσταση λίγων ημερών, για να αποστασιοποιηθεί κανείς από τη λάμψη του γεγονότος και να επανεξετάσει όσα είδε και όσα εννόησε. Στη φετινή διοργάνωση συμμετείχε και ο «δικός μας» Αλεξανδρουπολίτης, «βετεράνος» δημιουργός Πασχάλης Αγγελίδης, σε συνεργασία με την γκαλερί Art Tower, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά την ενεργή παρουσία και τη διαρκή συνεισφορά του στον χώρο των εικαστικών.
Με αφορμή, λοιπόν, τη φετινή Art Athina και τον διάλογο που αναζωπυρώνεται γύρω από την κατάσταση της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, επιλέγουμε να αναδημοσιεύσουμε στο παρόν ορισμένες σκέψεις του κ. Μάνου Σ. Στεφανίδη, όπως αυτές δημοσιεύτηκαν στον προσωπικό του λογαριασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σκέψεις σύντομες ως προς την έκταση, αλλά βαθύτατες ως προς τη σημασία και το περιεχόμενό τους.
Ο κ. Στεφανίδης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είναι διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μετεκπαιδεύτηκε στο Kunstmuseum του Düsseldorf και στο Smithsonian Institution της Washington DC, ενώ επί 25 χρόνια υπηρέτησε ως επιμελητής της Εθνικής Πινακοθήκης. Από το 2004 διδάσκει Ιστορία της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, και παράλληλα έχει διατελέσει επιφυλλιδογράφος και αρθρογράφος σε σημαντικές εφημερίδες και περιοδικά, ενώ έχει οργανώσει πολυάριθμες εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Οι σκέψεις του που κατατίθενται και εδώ δεν αφορούν μόνο τους ειδικούς του χώρου. Αφορούν όλους μας. Γιατί μέσα από τη δική του αναδρομή στον θεσμό της Art Athina και τον προγενέστερο θεσμό των «Πανελληνίων Καλλιτεχνικών Εκθέσεων», αναδύεται μια ζωντανή τοιχογραφία της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα, από την ελπιδοφόρα ατμόσφαιρα της Μεταπολίτευσης και τη δημιουργική έξαρση των δεκαετιών του ’60 και του ’70, έως τη σημερινή εποχή της αμηχανίας και της «παρακμής».
Στο κείμενό του, ο κ. Στεφανίδης δεν περιορίζεται σε μια απλή αποτίμηση της φετινής έκθεσης. Μέσα από την αντιπαραβολή τού τότε και του τώρα, προχωρεί σε μια βαθύτατα κριτική επισκόπηση του τρόπου με τον οποίο η τέχνη αντανακλά την ίδια την κοινωνία μας. Έτσι, η Art Athina καθίσταται καθρέφτης όχι μόνο της τέχνης, αλλά και της κοινωνικής μας πραγματικότητας.]

Η Art Athina, που πρωτολειτούργησε το 1993, είναι ασφαλώς η κορυφαία εικαστική εκδήλωση της χώρας, η οποία αντικατέστησε επιτυχώς τον παλαιότερο θεσμό των «Πανελληνίων Καλλιτεχνικών Εκθέσεων», και πολύ ορθά προσελκύει πλήθος επισκεπτών, επειδή λειτουργεί ως «βιτρίνα», αλλά και στάθμη της σύγχρονης τέχνης μας. Είναι, μάλιστα, ωραία η συγκυρία που έφερε τη δημοφιλή Art Athina πάλι στο Ζάππειο, εκεί δηλαδή που διεξάγονταν τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά οι περίφημες «Πανελλήνιες Καλλιτεχνικές Εκθέσεις». Έχω λόγο που αναφέρω τις «Πανελλήνιες Εκθέσεις», γιατί θέλω λίγο να συγκρίνω το τώρα με το τότε, μήπως και εξαχθούν κάποια, διαφωτιστικά συμπεράσματα.
Η τέχνη την περίοδο της Μεταπολίτευσης – «Πανελλήνιος Καλλιτεχνική Έκθεσις»
Σας καλώ να μεταφερθούμε νοερά μισόν αιώνα πίσω και να δούμε πώς ήταν η ελληνική τέχνη το 1975. Τότε, που διοργανώθηκε στο Ζάππειο η τελευταία, η ΙΓ΄ «Πανελλήνιος Καλλιτεχνική Έκθεσις», υπό την αιγίδα πλέον του νεοσύστατου υπουργείου Πολιτισμού και όχι από το υπουργείο Παιδείας, όπως συνέβαινε από την έναρξή της, στα 1938. Βρισκόμαστε, λοιπόν, έναν χρόνο μετά την πτώση της δικτατορίας, δηλαδή στην πιο εύφορη περίοδο της Μεταπολίτευσης. Είναι τότε που πολλοί και σημαντικοί αυτοεξόριστοι καλλιτέχνες επιστρέφουν στην Ελλάδα, όπως ο Βλάσης Κανιάρης ή ο Νίκος Κεσσανλής, αλλά και ο Γιάννης Τσαρούχης με τον Αλέξη Ακριθάκη, ο Μέμος Μακρής με τη σύζυγό του Ζιζή, ο Δημήτρης Περδικίδης, ενώ άλλοι διαπρέπουν στο εξωτερικό, όπως ο Κουνέλλης, ο Σκλάβος, ο Μάριος Πράσινος, ο Τζων Κριστοφόρου, ο Στάμος, ο Φιλόλαος ή ο Τάκις. Αλλά και στην ημεδαπή ξεχωρίζουν ακόμη με τη λάμψη τους τα μεγάλα ονόματα της γενιάς του ’30, δηλαδή ο Γκίκας, ο Ν. Εγγονόπουλος, ο Γ. Ζογγολόπουλος, ο Σπύρος Βασιλείου, ο Διαμαντόπουλος, η Βάσω Κατράκη, ο Α. Τάσσος, ο Χρήστος Καπράλος, ο Γιάννης Σπυρόπουλος, ο Λουκόπουλος, ο Γιάννης Παππάς κ.ά. Δηλαδή μυθικά ονόματα, τα οποία πάντως αντιπαρατίθενται προς τους μοντερνιστές της γενιάς του ’60, όπως είναι ο Μίμης Κοντός, ο Π. Ξαγοράρης, η Μπία Ντάβου, ο Δανιήλ, ο Β. Σκυλλάκος, ο Γιάννης Μίχας, η Όπυ Ζούνη, ο Κώστας Τσόκλης κ.ά. Ενδιάμεσα ξεχωρίζουν κάποιοι σπουδαίοι ζωγράφοι του τελάρου, που ισορροπούν ανάμεσα στις δύο μεγάλες ομάδες που προανέφερα. Αυτοί είναι ο Δεκουλάκος, ο Κοκκινίδης, ο Χρίστος Καράς, ο Φασιανός, ο Μυταράς, ο Κανακάκις, ο Γιώργος Μήλιος, ο Καραβούζης, ο Θεοφυλακτόπουλος, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Σταύρος Ιωάννου, ο Κυριάκος Κατζουράκης, ο Παύλος Σάμιος, ο Μιχάλης Μακρουλάκης, ο Θανάσης Στεφόπουλος και αρκετοί άλλοι.
Παράλληλα, στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών δεσπόζουν ακόμη μεγέθη όπως εκείνα του Παντελή Πρεβελάκη, του Νίκου Νικολάου, του Γιάννη Μόραλη, του Γιώργου Μαυροΐδη, αλλά και του Παναγιώτη Τέτση, ή των γλυπτών Γιώργου Νικολαΐδη και Δημήτρη Καλαμάρα. Να μην ξεχάσω τη Ρένα Παπασπύρου, πρώτη γυναίκα καθηγήτρια της Σχολής. Επίσης, στη Σχολή Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης που ιδρύθηκε πολύ αργότερα, τη δεκαετία του ’90, υπηρέτησαν οι αείμνηστοι Ιάσων Μολφέσης, Βαγγέλης Δημητρέας, Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, Γιώργος Γκολφίνος, Κυριάκος Κατζουράκης, ενώ έχουν αφυπηρετήσει η Τέτα Μακρή, ο γλύπτης Φώτης, οι ζωγράφοι Γιάννης Φωκάς και Κυριάκος Μορταράκος, ο φωτογράφος Γιώργος Κατσάγγελος. Χρειάζεται να συνεχίσω;
Δίπλα σ’ όλα αυτά τα λαμπρά ονόματα πορεύονται και σπουδαίοι τεχνοκριτικοί ή ιστορικοί της τέχνης, όπως είναι ο Τώνης Σπητέρης, ο Άγγελος Προκοπίου, η Ελένη Βακαλό, ο Γιώργος Μουρέλος, η Έφη Φερεντίνου, ο Αλέξανδρος Ξύδης, ο Γιώργος Πετρής, ο Δημήτρης Παπαστάμος, ο Νίκος Αλεξίου, ο Κώστας Σταυρόπουλος, η Μαρία Κοτζαμάνη, ο Χρύσανθος Χρήστου, ο Άγγελος Δεληβορριάς, ο Νίκος Ζίας κ.ά. Νεότεροι όλων, οι πρόωρα χαμένοι Βεατρίκη Σπηλιάδη, Έφη Στρούζα και Χάρης Καμπουρίδης. Δεν ξεχνώ, βέβαια, τους Στέλιο Λυδάκη, Εμμανουήλ Μαυρομμάτη και Νίκο Χατζηνικολάου, οι οποίοι παραμένουν μάχιμοι. Επίσης, την ίδια περίοδο δεσπόζουν στον χώρο οι ιστορικές γκαλερί Ζυγός του Φραντζή Φραντζεσκάκη, η Ώρα του Ασαντούρ Μπαχαριάν, οι Νέες Μορφές της Τζούλιας Δημακοπούλου –εμπνεύστριας της Art Athina– η Αίθουσα Τέχνης Αθηνών (πρώην Hilton) της Μαριλένας Λιακοπούλου και, βέβαια, ο πρωτοπόρος Δεσμός του Μάνου Παυλίδη και της Έπης Πρωτονοταρίου. Είναι ενδεικτικό ότι ο «Ζυγός» εξέδιδε το εξαιρετικό, ομώνυμο περιοδικό, ενώ η αντιστασιακή «Ώρα» το περίφημο ετήσιο «Χρονικό» της.
Μια δεκαετία αργότερα, ο δημοσιογράφος της «Καθημερινής» Αντώνης Μπουλούντζας τόλμησε να στήσει ένα νεανικό περιοδικό που άφησε εποχή, τα «Εικαστικά». Στα δύο αυτά περιοδικά, τον «Ζυγό» και τα «Εικαστικά», ντεμπουτάραμε όλοι μας, νεοσσοί τότε, και είμαστε υπόχρεοι για αυτό. Επίσης, τότε δεν υπήρχε σοβαρή εφημερίδα που να μη διέθετε στήλη τεχνοκριτικής. Ενδεικτικά, θυμίζω την Ντόρα Ρογκάν στην «Καθημερινή», τον αείμνηστο Χάρη Καμπουρίδη στα «Νέα», τη Μαρία Μαραγκού στην «Ελευθεροτυπία», την αφεντιά μου στο «αντί» κ.ο.κ.
Η σύγκριση τού τότε με το σήμερα είναι απογοητευτική από κάθε πλευρά. Η τέχνη ενδιαφέρει όλο και λιγότερους –εκτός των «πυροβολημένων», καθώς έχει εξοριστεί από τα σχολεία, από τα ΜΜΕ, ή εκτός κι αν κανένας παλαβός βανδαλίσει έργο, αλλά και από την τρέχουσα πολιτική και τους πολιτικούς. Εξαιρώ τους μεγαλοπαράγοντες του πλούτου, οι οποίοι συχνά χρησιμοποιούν την τέχνη σαν «πλυντήριο». Με την κάθε έννοια. Έχετε ποτέ ακούσει να αναφέρονται όλοι, συλλήβδην, οι φορείς της εξουσίας στην τέχνη και στον πολιτισμό, κατά τις εκάστοτε εξαγγελίες τους; (Έβλεπα γελώντας στην Art Athina να περιφέρονται άγνωστες μεταξύ αγνώστων και να εκλιπαρούν για μία χειραψία ή μια φωτογραφία, αφενός, η κ. Μενδώνη με την κ. Παναγιωταρέα –αρνητικές φιγούρες για τον σύγχρονο πολιτισμό– και αφετέρου, η κ. Κεραμέως, που ως υπουργός παιδείας μείωσε τα καλλιτεχνικά μαθήματα στην εκπαίδευση. Οι δολοφόνοι στον τόπο του εγκλήματος).

Η φετινή διοργάνωση της Art Athina
Πήγα, λοιπόν, στην Art Athina και φέτος –και μάλιστα δύο φορές– και χάρηκα όλο αυτό το πολύχρωμο πανηγύρι, αλλά και το γεγονός ότι συνάντησα παλιούς φίλους κι ανθρώπους με τους οποίους έχουμε συνυπάρξει, εύκολα ή δύσκολα, επί δεκαετίες. (Δεν είναι ποτέ συμπαθής ο τεχνοκριτικός, ακόμη κι αν γράφει θετικά). Όπως θα έλεγε κι η Μαρία Μαραγκού, είμαστε, θέλουμε δεν θέλουμε, μια οικογένεια, όλοι εμείς οι «πυροβολημένοι» με τα εικαστικά, δεν γίνεται αλλιώς. (Δεν είμαστε και πολλοί, άλλωστε). Όμως, διερωτώμαι ειλικρινά: Ποια είναι τα ανάλογα ονόματα σήμερα, σε σχέση με αυτά του παρελθόντος, που μόλις προανέφερα; Ποιοι είναι εκείνοι οι δημιουργοί που θα αναλάβουν, για λογαριασμό και της εποχής και της γενιάς τους, την ευθύνη της ιστορίας τού αύριο; Ακόμη περισσότερο, ποιοι είναι οι λόγοι αυτής της εξόφθαλμης υποχώρησης; Γιατί ελλείπουν τόσο δραματικά τα μεγάλα μεγέθη; Μα, επειδή το ίδιο ισχύει –η λειψυδρία προσώπων– και σε κάθε άλλο τομέα και της τέχνης αλλά και της επιστήμης, της οικονομίας ή της πολιτικής. Της κοινωνίας γενικότερα, θα έλεγα. Αφού αυτή, εννοώ η κοινωνία, τοποθετεί τον πήχη ξεδιάντροπα, ούσα σε συνθήκη εντροπίας, όλο και πιο χαμηλά. Ώστε ο καθένας, ταμπουρωμένος στον ασήμαντο εαυτό του, να επιδιώκει ατομικιστικά το μείζον, ενώ διαθέτει το έλασσον. Από τον εκάστοτε πρωθυπουργό ως τον τελευταίο ψηφοφόρο. Δεν λέω «πολίτη» σκοπίμως, αφού, αντί για πρόσωπα και ιδέες, επιπλέουν ατομισμοί. Κι αφού το κυρίαρχο μοντέλο τής με κάθε μέσο επιβίωσης έχει διαλύσει τις ζωοποιές «παρέες», τις δυναμικές, εκείνες ομάδες που, μέσα από συγκρούσεις, συγκρίσεις αλλά και πνεύμα συναδελφικής αλληλεγγύης, προχωρούν τα πράγματα εξ ονόματος όλων των υπολοίπων. Γιατί συνηθίσαμε να βολευόμαστε στη μετριότητα, στην έκλειψη-έλλειψη του διαλόγου, δηλαδή των οδυνηρών πλην γόνιμων και νόμιμων αντιπαραθέσεων, και βέβαια επιτρέπουμε από δειλία ή από καιροσκοπισμό στους ελάχιστους να εξευτελίζουν τους θεσμούς, λειτουργώντας με μικροκομματικά και φαβοριτικά κριτήρια. Όμως, χωρίς έμπνευση και πίστη σε κάτι, χωρίς συλλογικό όραμα, δεν μπορεί να εκκολαφθεί η αληθινή δημιουργία, παρά μόνο το αυτιστικό δήθεν. Νομίζω ότι αυτή η ψηλαφητή παρακμή αγγίζει όλους και όλα. Το 1975 υπήρχε ατμόσφαιρα ελπίδας και ανάτασης. Σήμερα ισχύει το εντελώς αντίθετο. Δεν περιμένει κανείς τίποτα κι από κανέναν. Και η τέχνη καταντά πλέον φορτική υποχρέωση. Για κοσμικές φωτογραφίες. Αυτή είναι η πιο ουσιαστική ερμηνεία της αμπώτιδας που βιώνουμε εδώ και χρόνια.
Πιο συγκεκριμένα, τώρα, η φετινή Art Athina υπήρξε μια από τα ίδια, χωρίς εκπλήξεις, απολύτως προβλέψιμη –οι γνωστές αίθουσες στα γνωστά από πέρσι και πρόπερσι σημεία, με τους ίδιους πάνω κάτω εκθέτες–, μικρότερη σε μέγεθος, δηλαδή φτωχότερη, χωρίς παράλληλες εκδηλώσεις-παρεμβάσεις που θα εμπλούτιζαν θεματικά το κεντρικό γεγονός, ενώ οι ξένες γκαλερί –το βασικό ζητούμενο της όποιας επιτυχίας– ήταν πολύ λίγες. Κι ασήμαντες. Πράγμα που υπογραμμίζει θλιβερά την περιφερειακότητά μας. Κι αυτό είναι ευθύνη της κεντρικής πολιτικής περί τον πολιτισμό, που ασχολείται αποκλειστικά με… την επιστροφή των μαρμάρων, δίνοντας ένα ακόμη άλλοθι στη Βρετανία να μας εμπαίζει.
Όπως και πέρσι λοιπόν, πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσίαζαν οι πολλοί και καλοστημένοι, εναλλακτικοί χώροι με τα έπιπλα, το design ή τα επικοινωνιακά-εικαστικά projects. Ας δούμε, όμως, τη σημερινή εικόνα των εικαστικών μας πραγμάτων, όπως την εμφανίζει η πιο σημαντική foire της χώρας. Κι αυτό θα μας το πουν τα μεγάλα, σύγχρονα ονόματα που συμμετείχαν (για να επιχειρήσουμε μια σύγκριση με το παρελθόν). Η γκαλερί της Έρσης τιμά τη μνήμη του Γιάννη Τσαρούχη και του Βαγγέλη Δημητρέα, ενώ η Citronne του Γιώργου Λάππα. Η γκαλερί Art Tower τους βετεράνους[1] Αριστείδη Πατσόγλου και Πασχάλη Αγγελίδη. Η γκαλερί Καλφαγιάν εκθέτει ευφυώς τον Εδουάρδο Σακαγιάν, ασφαλώς κορυφαίο της γενιάς του, δίπλα στον αλησμόνητο Γιώργο Ιωάννου. Μπίνγκο. Στην γκαλερί Σκουφά ένα έργο του Ηλία Παπαηλιάκη, ένα του Τάσου Μαντζαβίνου κι άλλο ένα του Θανάση Μακρή δίνουν τον τόνο, όπως επίσης και στην γκαλερί Άλμα, εκτός του Ολλανδού Πατ Αντρέα, τα έργα του Μιχάλη Μανουσάκη και του Τάσου Μισούρα. Κι έπειτα;
Έπειτα, ο Μανώλης Χάρος στην γκαλερί Σιαντή, δίπλα στον επίσης βετεράνο Δημήτρη Αληθεινό και τον νεότερο Παναγιώτη Σιάγκρη. Στη συνέχεια, ο βετεράνος Γιάννης Μπουτέας, οι Γιάννης Αδαμάκος, Παντελής Χανδρής και Πάνος Χαραλάμπους (με δύο ιστορικά έργα του ’80) πλάι στον νεότερο Δημήτρη Αναστασίου να γεφυρώνουν τρεις γενιές στη Citronne, ενώ στην Breeder διακρίθηκαν η ζωγραφική του διεθνούς Γιάννη Βαρελά και οι κατασκευές της Μαργαρίτας Μυρογιάννη. Στην γκαλερί Αντωνοπούλου ξεχώρισα τον πάντα ανανεωμένο Αλέξανδρο Ψυχούλη και τη Λήδα Παπακωνσταντίνου, στην γκαλερί Καψιώτη, από τον Πειραιά, τη Λίλα Παπούλα και την Αφροδίτη Σεζένια, τον Αλέξανδρο Γεωργίου στη Ρεβέκκα Καμχή, τον Γιώργο Χαρβαλιά με έργο του ’80 και την Ελεάννα Μαρτίνου στην Μπαταγιάννη, τον ηρωικό, για πολλούς λόγους, Αντώνιο Παναγόπουλο, τη Βάλυ Νομίδου και τον Μανούσο Μανουσάκη στην Έκφραση. Επίσης, ο Ναυρίδης και η στροφή του στο τελάρο στη Ζήνα Αθανασιάδου, ο Γιάννης Αντωνόπουλος, πάντα έντιμος ζωγραφικά, στη Ματαρόα και ο ανανεωμένος Κωστής Δαμουλάκης στη Λόλα Νικολάου.
Μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση οι δύο αφηρημένες συνθέσεις της νεαρής Ελένης Τωμαδάκη –με σπουδές στο Λονδίνο–, στο χωμένο σε μια γωνιά booth της πρωτοεμφανιζόμενης Cypher από την Κυψέλη. Χειρονομιακότητα και δραματικό αίσθημα που παρέπεμπε στον Σταύρο Ιωάννου ή τον Μάκη Θεοφυλακτόπουλο. Λαμπερό χρώμα. Υπογραμμίζω πως μίλησα με τρεις ζωγράφους, οι οποίοι συμφώνησαν απολύτως με τα παραπάνω. Η γκαλερί Marginalia από την Κύπρο είχε, όπως και πέρσι, μια πολύ σοβαρή εκπροσώπηση. Μπράβο στον Μιχάλη Αναστασιάδη. Στην γκαλερί Αγκάθι, τέλος, ξεχώρισε η πολυκατασκευή ενός ιδιαίτερου δημιουργήματος του Φιλίππου Φωτιάδη, όπως και στην Αrtworx το χιούμορ κι η ευαισθησία του Κωνσταντίνου Πάτσιου. Μην ξεχάσω τον εντυπωσιακό Οιδίποδα του Γιάννη Τζερμιά, από το Κέντρο Τέχνης Μετς. Μουσειακό έργο, αλλά και το πολύ επιτυχές θεματικό-ιστορικό περίπτερο της γκαλερί της Έρσης, όπως προείπα, με τους Γιάννη Τσαρούχη, Βαγγέλη Δημητρέα, Σπύρο Βερύκιο και Μιχάλη Παρλαμά. Στο booth της γκαλερί CΑΝ – Ανδρουλιδάκη μου άρεσε το μικρό, πλην εμβληματικό, έργο του Μανόλη Μπιτσάκη και μία φωτογραφία με θαλασσινό τοπίο, που παρέπεμπε στην πνευματική ατμόσφαιρα και τη σχηματοποίηση των ελαιογραφιών του Κωνσταντίνου Παρθένη. Βλέπετε; Παντού, με άλλα λόγια, παραμονεύει η ιστορία κι αλίμονο αν την αγνοήσουμε. Θα καταλήξουμε σε έργα δήθεν και σε βαρετές, όσο κι αν φωνασκούν οι κοσμικοί και οι έμποροι, δημιουργίες που θα προσθέτουν περισσότερο αδιέξοδο στο ήδη υπάρχον. Άσχετο-σχετικό: Ονειρεύομαι μια κοινωνία που δεν θα φυλάνε μπάτσοι ή σεκιουριτάδες τους τραπεζίτες, τους πολιτικούς ή τους εφοπλιστές, αλλά τους ποιητές…
ΥΓ. Στον εμπεριστατωμένο κατάλογο που είχε την καλοσύνη χτες το βράδυ η κ. Γιάννα Γραμματοπούλου, επιτυχημένη πρόεδρος του ΠΣΑΤ (Πανελλήνιος Σύλλογος Αιθουσών Τέχνης) να μου προσφέρει, είδα ότι είχαν οργανωθεί κάποιες performances, τις οποίες πάντως δεν εντόπισα και βέβαια λυπήθηκα που έχασα τη δίωρη περφόμανς της παλιάς μου φίλης Κατερίνας Ζαχαροπούλου, αλλά και μία συζήτηση στην Αίγλη του Ζαππείου (Art Athina Art Tomorrow Talks, οργανωμένη από το TATOΪ club), μεταξύ διεθνών προσωπικοτήτων που αφορούσε στο μέλλον της σύγχρονης τέχνης. Χάρηκα ειλικρινά που την Ελλάδα εκπροσώπησαν, αφενός, η Μαρέβα Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη και αφετέρου, η Αφροδίτη Παναγιωτάκου του Ωνασείου. Δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν καλύτερες επιλογές. Τη διεύθυνση της συζήτησης είχε η Farah Nayevi, αρθρογράφος πολιτισμού των “New York Times”. Ουάου! Πάντως δεν συμμετείχαν στο πάνελ, έστω, κάποιες από τις διευθύντριες των μουσείων σύγχρονης τέχνης και των πινακοθηκών της χώρας (όλες επιλογές του διδύμου Μενδώνη – Μαρέβας) και διερωτώμαι γιατί. Όπως δεν συμμετείχαν και η πρόεδρος ή τα μέλη της καλλιτεχνικής επιτροπής που απέμεινε το βραβείο της Art Athina για τον νέο καλλιτέχνη. Όπως και κανένας γνωστός ιστορικός τέχνης της χώρας. Ελιτισμός, σνομπισμός ή κάτι χειρότερο; Συμπεράσματα: Η τέχνη και ο πολιτισμός μας, σε θεσμικό τουλάχιστον επίπεδο, γυναικοκρατούνται. Τουλάχιστον ας συμμετέχουν και οι άρρενες με ποσόστωση. Η σύγχρονη τέχνη μας και η δυναμική της δεν εκπροσωπούνται όπως θα τους άξιζε στη φετινή, τουλάχιστον, Art Athina. Οι ελίτ του τόπου κάνουν παιχνίδι, σχεδόν αποκλειστικά, μπερδεύοντας την τέχνη με το επιχειρείν και τη διαφήμιση, όπως και την επικοινωνία με το κοσμικό φαίνεσθαι. Και βέβαια, με παντελή παραμερισμό της ιστορίας, από την οποία η τέχνη μας εξαρτάται διαχρονικά. Την τιμή των όπλων διασώζουν εκείνοι οι δημιουργοί που δεν αποδέχονται αυτό το παρακμιακό κλίμα και δεν συμβιβάζονται με το κυρίαρχο μέτριο, εκείνοι οι ιστορικοί τέχνης και οι επιμελητές που παίρνουν απόσταση από τη φαντασμαγορία του θεάματος κι εκείνοι οι γκαλερίστες ή οι επιμελητές που δεν τσιμπάνε στις επιλογές και την αισθητική των αστείων, στη σοβαροφάνειά τους, στην ελίτ. Δεν είναι πολλοί αλλά κάτι είναι κι αυτό!
[1] Γράφω από μνήμης, χωρίς σημειώσεις, γι’ αυτό ας μου συγχωρεθούν οι τυχόν παραλείψεις. Επίσης, ονομάζω συμβολικά βετεράνους όσους ή όσες ηλικιακά κινούνται γύρω στα ογδόντα έτη και, προφανώς, είναι οι σύνδεσμοι ανάμεσα στο σήμερα και στο «ηρωικό» παρελθόν που εδώ μνημονεύω. Όπως η «ηρωίδα» της κεραμικής Βούλα Γουνελά ή ο Steve Gianakos, 87 ετών σήμερα, σύνδεσμος με τη μεγάλη μας καλλιτεχνική διασπορά. Όπως εξάλλου και ο φίλος μου στο τένις Νάκης Παναγιωτίδης, από τη Βέρνη (γκαλερί Ιλεάνα Τούντα). Ο επίσης βετεράνος Σταύρος Μιχαλαριάς είναι, το έχω ξαναπεί, μια κατηγορία από μόνος του.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
