Εκατο χρονια απο την εγκατασταση στο Ορμενιο: Ιστορικη τεκμηριωση και προφορικη μαρτυρια
[Η κ. Σταματία Φωτιάδου είναι Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών και Κέντρο Θρακολογίας της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία που πραγματοποίησε στο πλαίσιο των επετειακών εκδηλώσεων «Ορμένιο, ένας αιώνας πριν», την Κυριακή 10 Αυγούστου στο ΚΑΠΗ Ορμενίου, σε διοργάνωση της Δημοτικής Κοινότητας Ορμενίου και την υποστήριξη του Δήμου Ορεστιάδας, της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Ορμενίου «Βελισάριος». Η κ. Φωτιάδου με την ομιλία της αυτή, φωτίζει, εστιάζοντας βέβαια στο Ορμένιο, λίγο καλύτερα τα της αποχώρησης συνόλου των ελληνικής καταγωγής κατοίκων της Βουλγαρίας, των κατοίκων της Ανατολικής Ρωμυλίας όπως λέμε, σημαντικός αριθμός των οποίων ζει και στον νομό Ροδόπης, και για τους λόγους φυγής τους, πλην του τύπου της «εθελούσιας αποχώρησης», της βαθιάς θλίψης και του μεγάλου πόνου της εξόδου τους, ελάχιστα είχαμε συνειδητοποιήσει. Οφείλουμε, επίσης, να διευκρινίσουμε ότι η ομιλία αυτή είναι ένα μικρό τμήμα της πολύμηνης έρευνας που η κ. Φωτιάδου διεξήγε και εντάσσεται στο ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο “Digital Historical Paths in Bulgaria and Greece”, το οποίο χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της δράσης “NextGenerationEU” και υλοποιείται υπό τον συντονισμό του Ινστιτούτου Βαλκανικών Σπουδών και Κέντρου Θρακολογίας της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών στη Σόφια. Τέλος, σύμφωνα με την ερευνήτρια, είναι απαραίτητο να αναφέρουμε ότι η συγκεκριμένη ανακοίνωσή της υπήρξε καρπός συνεργασίας της με τις κ. Χρυσούλα Ιωαννίδου και Πετρούλα Μολδοβανίδου, κατοίκους Ορμενίου, που είχαν την προθυμία να αφηγηθούν τις ιστορίες των προγόνων τους όπως επίσης και με την κ. Ηρώ Δροσίδου, που συνέβαλλε καθοριστικά στην καταγραφή και βιντεοσκόπηση των βίντεο, τα οποία είναι διαθέσιμα προς παρακολούθηση στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας μας.]
Επέλεξα η σημερινή παρουσίαση να ξεκινήσει με έναν κάπως αντισυμβατικό τρόπο, που αναδεικνύει ταυτόχρονα τους δύο κύριους πυλώνες στους οποίους διεξήχθη η έρευνα: αφενός, ο κύριος κορμός της έρευνας στηρίχθηκε στις δικές σας προφορικές μαρτυρίες· αφετέρου, επιχειρήσαμε να εντάξουμε τα προσωπικά βιώματα και τη συλλογική μνήμη των κατοίκων του χωριού μέσα σε ένα ιστορικά τεκμηριωμένο πλαίσιο. Στο πλαίσιο αυτό, θα παρακολουθήσουμε ένα απόσπασμα από τη συνέντευξη που μας παραχώρησε η κ. Χρυσούλα Ιωαννίδου, σχετικά με την πληθυσμιακή σύνθεση του Ορμενίου και τις ρίζες των κατοίκων του [VIDEO 0:00:00-0:03:17, απόσπασμα συνέντευξης με την κ. Χρυσούλα Ιωαννίδου].
Όπως μας αναφέρει η κ. Χρυσούλα Ιωαννίδου, το Ορμένιο αποτελεί έναν τόπο με ιδιαίτερα σύνθετο πληθυσμιακό χαρακτήρα. Οι περισσότεροι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν εκεί τη δεκαετία του 1920, κυρίως ως αποτέλεσμα εξαναγκασμένης μετακίνησης λόγω πολεμικών συγκρούσεων ή βάσει διακρατικών συμφωνιών που καθόριζαν την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών. Αργότερα, ο πληθυσμός του χωριού εμπλουτίστηκε περαιτέρω με γάμους ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής. Η σημερινή ομιλία όμως θα επικεντρωθεί στις δύο πολυπληθέστερες ομάδες προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο κατά τη δεκαετία του 1920: τους Έλληνες της Βουλγαρίας, και πιο συγκεκριμένα τις ελληνικές οικογένειες που προέρχονταν από τα χωριά Όρεσετς και Εφραίμ. Στόχος μας είναι να παρακολουθήσουμε τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν στην αναγκαστική αναχώρησή τους από τις εστίες τους και τη μετεγκατάστασή τους στην Ελλάδα.
Η μετακίνηση αυτή συνέβη μέσα σε ένα πλαίσιο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αποτέλεσε μέρος μιας τεράστιας μετακίνησης πληθυσμών ανάμεσα σε Ελλάδα και Βουλγαρία. Θα μπορούσαμε να σταθούμε σε πολλά επιμέρους θέματα. Ωστόσο, ακούγοντας τις μαρτυρίες σας, αποφάσισα να επικεντρωθούμε σε δύο βασικά ερωτήματα: Γιατί αναγκαστήκατε να φύγετε; Και με ποιον τρόπο φύγατε; Η έρευνα δίνει έμφαση στη «στιγμή της απόφασης»: στη στιγμή που οι οικογένειές σας καλούνταν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες, καταθέτοντας επίσημες δηλώσεις και αιτήσεις εκποίησης της περιουσίας τους, ώστε να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στην Ελλάδα και συγκεκριμένα, εδώ, στο Ορμένιο.

«Στους Κοζλιουτζιώτες ήρθαν από πέρα “μπεγιαντζήδες” και τους έβγαλαν από τα σπίτια»*
Ας ξεκινήσουμε από το παρόν και ας δώσουμε τον λόγο στους απογόνους των Ελλήνων της Βουλγαρίας, που μας μιλάνε τόσο για την κατάσταση που επικρατούσε στο Εφραίμ όσο και στο Όρεσετς ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 [VIDEO 0:03:18-0:04:28, απόσπασμα συνέντευξης με την κ. Πετρούλα Μολδοβανίδου].
Σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία που μας παραχώρησε η κ. Πετρούλα Μολδοβανίδου για τους Έλληνες κατοίκους του Κόζλουτζα (σήμερα Όρεσετς) μεταφέρω τα ακόλουθα:
«Στους Κοζλιουτζιώτες [αναφέρεται στους Έλληνες κατοίκους που έμεναν στο Όρεσετς τη δεκαετία του 1920] ήρθαν από πέρα “μπεγιαντζήδες” και τους έβγαλαν από τα σπίτια. Η μάνα μου εκεί που κάθονταν, αυτοί πήγαν και πήραν τα δωμάτια [ενν. του σπιτιού]. Τώρα μπορούσαν να ζήσουν [οι Έλληνες] με τους ξένους, εγώ εδώ και εσύ εκεί μέσα στο ίδιο σπίτι; Δεν μπορούσαν να ζήσουν μαζί με τους Βούλγαρους σε ένα σπίτι. Τότε υπήρχε και φτώχεια, δεν μπορούσε κανείς εύκολα να φτιάξει καινούριο σπίτι. Τους έβγαλαν από μέσα, τους είπαν “Άιντε Έλληνες είστε, να φύγετε να πάτε στην Ελλάδα”. Και έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν για την Ελλάδα».
Η κ. Πετρούλα, στην αφήγησή της, χρησιμοποιεί μια λέξη-κλειδί που μας βοηθά να ξετυλίξουμε το νήμα των γεγονότων: «μπεγιαντζήδες». Τι σημαίνει όμως αυτή η λέξη; Αρχικά, ακούγοντάς την, θα μπορούσε κανείς να την εκλάβει ως παρατσούκλι ή ιδιωματισμό. Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται για ελληνοποιημένη μορφή της βουλγάρικης λέξης “безанци” (bezantsi), που σημαίνει «πρόσφυγες». Ποιοι ήταν, λοιπόν, αυτοί οι μπεγιαντζήδες στους οποίους αναφέρεται η κ. Πετρούλα; Σύμφωνα με τις προφορικές μαρτυρίες –και όχι μόνο της ίδιας, αλλά και άλλων γυναικών που ακούσαμε– ήταν εκείνοι που, με την εχθρική τους στάση απέναντι στους Έλληνες που ζούσαν στα χωριά της Βουλγαρίας, συνέβαλαν καθοριστικά στην απόφαση πολλών οικογενειών να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Οι μαρτυρίες περιγράφουν παρενοχλήσεις, απειλές, εκφοβισμό και γενικευμένο κλίμα ανασφάλειας, που τελικά οδήγησαν τους Έλληνες της περιοχής στην αναγκαστική προσφυγιά.
Ας αλλάξουμε χρόνο και τόπο τώρα, και ας μεταφερθούμε από το παρόν και τις μαρτυρίες σας για το Ουρούμκιοϊ και τo Κόζλουτζα για την περίοδο 1925 και εξής, στη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη, στην περίοδο ανάμεσα 1920-1924. Γιατί μας ενδιαφέρει τι επικρατούσε στην περιοχή εκείνη την περίοδο; Θυμίζω ότι προσπαθούμε να βρούμε τι ήταν αυτοί οι μπεγιαντζήδες.
Μέχρι το 1913, η Δυτική Θράκη αποτελούσε ακόμη τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και χαρακτηριζόταν από πολυεθνικότητα: Έλληνες, Βούλγαροι, μουσουλμάνοι, Εβραίοι και Αρμένιοι ζούσαν σε μικτές κοινότητες. Όμως, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), μετά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, η περιοχή παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βουλγαρία, σύμμαχος των ηττημένων Κεντρικών Δυνάμεων, βρέθηκε σε δυσμενή θέση, ενώ η Ελλάδα συγκαταλέχθηκε στις νικήτριες δυνάμεις. Με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (1919), η Δυτική Θράκη πέρασε αρχικά υπό τη διοίκηση των Συμμάχων της Ελλάδας (Γαλλία και Βρετανία), για να αποδοθεί επισήμως στην Ελλάδα το 1920 με τη Συμφωνία του Σαν Ρέμο.

«Μέχρι τον Ιούνιο του 1923, μόλις 200 δηλώσεις μετανάστευσης είχαν κατατεθεί από ελληνικές οικογένειες από όλη τη Βουλγαρία»
Σε μια από τις διατάξεις της Συνθήκης του Νεϊγύ προβλεπόταν και η εκούσια μετανάστευση των Ελλήνων της Βουλγαρίας και των Βουλγάρων της Ελλάδας. Η σύμβαση περί μετανάστευσης πληθυσμών επέτρεπε σε μέλη «φυλετικών, θρησκευτικών ή γλωσσικών» μειονοτήτων να μεταναστεύσουν ελεύθερα, χάνοντας την παλαιά ιθαγένεια που είχαν και αποκτώντας αυτήν της χώρας προορισμού, με δικαίωμα φυσικά και αποζημίωσης της ακίνητης περιουσίας που άφηναν πίσω τους. Η ιδέα της μετανάστευσης όμως δεν ήταν καθόλου ελκυστική επιλογή για τους Έλληνες της Βουλγαρίας, και όπως θα δούμε στη συνέχεια, μόνο εθελούσια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, τα κτήματά τους, τις περιουσίες τους και τον τρόπο ζωής που είχαν συνηθίσει, για να έχουν ένα αβέβαιο μέλλον στην Ελλάδα ήταν μια απόφαση που όπως καταλαβαίνετε ήταν πολύ δύσκολο να παρθεί. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από το γεγονός ότι κατά τους πρώτους μήνες εφαρμογής της Συνθήκης, μέχρι τον Ιούνιο του 1923, μόλις 200 δηλώσειςμετανάστευσης είχαν κατατεθεί από ελληνικές οικογένειες από όλη τη Βουλγαρία. Τα πράγματα όμως θα αλλάξουν δραματικά τους επόμενους μήνες. Πώς;
Στη Θράκη, ήδη από το 1920, πολλοί Βούλγαροι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να φεύγουν για τη Βουλγαρία, καθώς δεν ένιωθαν ασφαλείς υπό τη νέα ελληνική διοίκηση. Αν και τα πρώτα δύο χρόνια (1920-1922) κύλησαν χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις, η κατάσταση άλλαξε ραγδαία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τρεις βασικοί παράγοντες διαμόρφωσαν το κλίμα εκείνης της περιόδου και συνέβαλαν καθοριστικά στις πιέσεις που δέχθηκαν οι πρόγονοί σας να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους:
—Πρώτον, η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο προκάλεσε ευρύτερη αποδιοργάνωση στον ελληνικό στρατό. Αυξήθηκαν κατακόρυφα τα φαινόμενα λιποταξίας, ιδιαίτερα μεταξύ των Βουλγάρων κληρωτών, πολλοί από τους οποίους δεν ήθελαν να καταταγούν και διέφευγαν στη Βουλγαρία για να το αποφύγουν.
—Δεύτερον, την ίδια περίοδο, στη Θράκη δρούσαν βουλγαρικές και τουρκικές αντάρτικες ομάδες, που ανατίναζαν ή κατέστρεφαν κρίσιμες υποδομές, όπως η σιδηροδρομική γραμμή Κομοτηνής – Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολης). Μέσα στο κλίμα αυτό, στις αρχές του 1923, η ελληνική διοίκηση διέταξε τον εκτοπισμό Βουλγάρων κατοίκων από ευαίσθητες περιοχές που θεωρούνταν ύποπτοι. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, περίπου 1.500-2.000 οικογένειες να μεταφερθούν βίαια στη Θεσσαλία, την Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου, ενώ κάποιοι πρόλαβαν να διαφύγουν εγκαίρως στη Βουλγαρία.
—Τρίτον, η άφιξη δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη στην περιοχή δημιούργησε τεράστιο στεγαστικό πρόβλημα. Τα σπίτια και τα κτήματα των εκτοπισμένων Βουλγάρων από τη Θράκη επιτάχθηκαν για να στεγάσουν τους πρόσφυγες, ενώ πολλές ήταν και οι χιλιάδες Ελλήνων προσφύγων που πήγαν στη Μακεδονία και έχριζαν αποκατάστασης. Όταν λίγους μήνες αργότερα επιτράπηκε η επιστροφή των εκτοπισμένων, αυτοί βρήκαν τα σπίτια τους κατειλημμένα από Έλληνες πρόσφυγες, ενώ τα αγροκτήματά τους είχαν μείνει ακαλλιέργητα, καθιστώντας δύσκολη την επιβίωσή τους.
Όλα τα παραπάνω οδήγησαν στο εξής: Εκεί που το 1919 είχαμε μια διάταξη περί εθελούσιας μετανάστευσης από τη Συνθήκη του Νεϊγύ, που ούτε οι Έλληνες της Βουλγαρίας ή οι Βούλγαροι της Ελλάδας δεν ήθελαν να χρησιμοποιήσουν, το 1923 παρατηρείται μια «εκτίναξη» σε αριθμό αιτήσεων μετανάστευσης από την πλευρά των Βουλγάρων. Δεκάδες χιλιάδες Βούλγαροι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και ήρθαν στη Βουλγαρία. Όλοι αυτοί που περιγράψαμε μόλις, ήταν οι λεγόμενοι «μπεγιαντζήδες».

«Σε πολλές περιοχές εφαρμόστηκαν συστηματικές πρακτικές εκφοβισμού με στόχο την απομάκρυνση των Ελλήνων από τα σπίτια και τις κοινότητές τους»
Οι άνθρωποι αυτοί, που κατέφυγαν στη Βουλγαρία με την πεποίθηση ότι είχαν εκδιωχθεί άδικα από τα σπίτια και τις περιουσίες τους στη Θράκη από τους Έλληνες, υιοθέτησαν εχθρική στάση απέναντι στους Έλληνες που ζούσαν ήδη στη Βουλγαρία. Αυτό το κλίμα αντιπαράθεσης ενίσχυσε την ένταση σε περιοχές της Βουλγαρίας με μικτό πληθυσμό και συνέβαλε στην πίεση που οδήγησε πολλούς Έλληνες της Βουλγαρίας να εγκαταλείψουν μαζικά τα σπίτια τους το 1924-1925. Μετά την άφιξη άνω των 30.000 χιλιάδων Βουλγάρων προσφύγων στη Βουλγαρία το δεύτερο μισό του 1924, περίπου 25.000 Έλληνες υπέβαλαν αιτήσεις μετανάστευσης, ενώ 10.000 από αυτούς ρευστοποίησαν τις περιουσίες τους πριν αναχωρήσουν.
Σε πολλές περιοχές, ιδιαίτερα όπου εγκαταστάθηκαν Βούλγαροι πρόσφυγες από τη Θράκη, εφαρμόστηκαν συστηματικές πρακτικές εκφοβισμού με στόχο την απομάκρυνση των Ελλήνων από τα σπίτια και τις κοινότητές τους. Στο Πλόβντιβ, εξαγριωμένος όχλος επιτέθηκε στο Ελληνικό Προξενείο, φωνάζοντας ανθελληνικά συνθήματα και πετώντας πέτρες. Οι Βούλγαροι πρόσφυγες απαγόρευαν τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και αυθαιρέτως καταλάμβαναν περιουσίες και δήμευαν σοδειές. Στο Κούκλεν (Κούκλαινα) και στο Βόντεν (Βοδενό) η κατάσταση ήταν ακόμη πιο εκρηκτική: ένοπλες ομάδες προσφύγων περικύκλωναν τα χωριά, διέδιδαν λίστες με ονόματα Ελλήνων προς εκτέλεση και εξαπέλυαν επιθέσεις. Βομβιστικές επιθέσεις σε ελληνικά σπίτια και εκβιασμοί οδήγησαν εκατοντάδες οικογένειες να εγκαταλείψουν τα χωριά τους το φθινόπωρο του ίδιου έτους. Η ίδια κατάσταση εντοπίζεται και στο Ασένοβγκραντ (Στενήμαχος), Μπάνια, Νεσέμπαρ (Μεσημβρία).
Το 1925, η ελληνική κυβέρνηση άρχισε να λαμβάνει επείγοντα μέτρα για την ταχεία αναχώρηση πληθυσμών από μικρές πόλεις και χωριά. Οι Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας ναύλωσαν καράβια για να μεταφερθούν στην Ελλάδα, ενώ οι κάτοικοι του Καβακλί και του Ασένοβγκραντ ταξίδεψαν με τρένο. Οι περισσότεροι πρόσφυγες αναχώρησαν μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου του 1925. Σε αυτήν τη κατηγορία ανήκει και το Εφραίμ (Ουρούμκιοϊ). Για το Εφραίμ οι μαρτυρίες σας δείχνουν ότι όλο το χωριό έφυγε σε μια νύχτα. Πώς έγινε αυτό; Σύμφωνα με τα αρχεία που βρέθηκαν στα Κεντρικά Κρατικά Αρχεία της Βουλγαρίας βλέπουμε το εξής: Στο Εφραίμ, 160 οικογένειες υπέβαλαν συλλογική επιστολή μετανάστευσης. Περίπου 1.100 άτομα αναφέρεται ότι αναχώρησαν τον Αύγουστο του 1925. Η συλλογική αυτή δράση δείχνει ότι η απόφαση της προσφυγιάς αντιμετωπίστηκε ως συλλογική απόφαση και όχι απλώς ατομική επιλογή. Πολλές από αυτές τις οικογένειες εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, αποτελώντας την πρώτη οργανωμένη ομάδα Ελλήνων μεταναστών από τη Βουλγαρία.
«Οι προφορικές μαρτυρίες δείχνουν ότι οι κάτοικοι του Κόζλουτζα ήταν πιο διστακτικοί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους»
Ενώ η εικόνα που έχουμε για το Ουρούμκιοϊ είναι αρκετά ξεκάθαρη, γνωρίζουμε τα πλαίσια και τις συνθήκες υπό τις οποίες αποφασίστηκε η αναχώρηση των Ελλήνων, γνωρίζουμε ότι υπήρξε συλλογική απόφαση, επηρεασμένη από τη γενικότερη κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την περίοδο σε πόλεις και χωριά με μικτό πληθυσμό, η περίπτωση του Κόζλουτζα παρουσιάζεται πιο χαοτική. Οι οικογένειες από το Κόζλουτζα αποτέλεσαν τελικά τη δεύτερη μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα στο νέο χωριό, αλλά η εγκατάστασή τους πραγματοποιήθηκε σταδιακά και μεμονωμένα, σε μικρές οικογενειακές μονάδες.
Οι προφορικές μαρτυρίες δείχνουν ότι οι κάτοικοι του Κόζλουτζα ήταν πιο διστακτικοί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Παρέμειναν όσο περισσότερο μπορούσαν, μέχρι που τελικά η αυξανόμενη καταπίεση και η ανασφάλεια τούς ανάγκασαν να φύγουν. Το πρώτο επιβεβαιωμένο αρχείο που τεκμηριώνει ένα τέτοιο περιστατικό φέρει ημερομηνία 11 Μαρτίου 1925: πρόκειται για τηλεγράφημα που εστάλη από το Καβακλί προς τον Πρόεδρο της Μικτής Ελληνοβουλγαρικής Επιτροπής Μετανάστευσης στη Σόφια. Το έγγραφο αναφέρει ότι στις 9 του μηνός, έφτασε στο Καβακλί ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Εργατικής Γης, ο οποίος επισκέφθηκε στη συνέχεια και το χωριό Κόζλουτζα. Εκεί δήλωσε στους παρόντες Έλληνες υποψήφιους μετανάστες ότι, ως φιλοξενούμενοι πλέον στις πρώην ιδιοκτησίες τους, θα έπρεπε να αποχωρήσουν μέχρι το τέλος του μήνα. Η δήλωση αυτή από ένα τόσο υψηλόβαθμο στέλεχος ενίσχυσε την αίσθηση ατιμωρησίας στους Βούλγαρους πρόσφυγες, οι οποίοι αντέδρασαν με αυξημένη βία. Αντίστοιχα γεγονότα τεκμηριώνονται και στα αρχεία της Α΄ Υποεπιτροπής της Μικτής Ελληνοβουλγαρικής Επιτροπής στη Σόφια, η οποία ήταν αρμόδια για τις δηλώσεις μετανάστευσης και τις εκκαθαρίσεις περιουσιών από το Κόζλουτζα. Ένας φάκελος περιγράφει διαφωνία μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων εκπροσώπων σχετικά με την έγκριση 28 εκπρόθεσμων αιτήσεων εκκαθάρισης που είχαν υποβάλει Έλληνες κάτοικοι του χωριού. Χωρίς αυτήν την υπόθεση, θα γνωρίζαμε ελάχιστα για τις συνθήκες που επικρατούσαν εκεί.
Σε απάντηση του αιτήματος της Επιτροπής για εξηγήσεις σχετικά με την καθυστέρηση υποβολής των αιτήσεων, οι αιτούντες επικαλέστηκαν περιστατικά βίας, λεηλασιών και παρενόχλησης. Ανέφεραν τρεις περιπτώσεις δολοφονιών: η πρώτη στις 29 Σεπτεμβρίου 1923, η δεύτερη στις 22 Σεπτεμβρίου 1925 και η τρίτη στις 7 Σεπτεμβρίου 1927. Τα αρχεία δεν παρέχουν περισσότερες λεπτομέρειες για τα πρόσωπα ή τα κίνητρα των εγκλημάτων, όμως η ελληνική πλευρά τα χρησιμοποίησε ως τεκμήρια καταπίεσης και κινδύνου για τον πληθυσμό.
Η μαρτυρία της κ. Χρυσούλας Ιωαννίδου ρίχνει φως στη δολοφονία του 1925 και τις συνέπειές της στον Πέτρο Ιβάνοβ, τότε πρόεδρο του Κόζλουτζα (γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την υπογραφή του σε έγγραφα μετανάστευσης του 1926). Η κ. Ιωαννίδου μας αφηγείται πως
«ο Πέτρος ξυλοκοπήθηκε από τις βουλγαρικές αρχές σε μια προσπάθεια να του αποσπάσουν πληροφορίες για το έγκλημα. Τον άφησαν αιμόφυρτο έξω από το σπίτι του. Η μητέρα του, Μαβρούντου, μόλις τον βρήκε σε αυτήν την κατάσταση, χτύπησε την καμπάνα της εκκλησίας –μια παραδοσιακή πρακτική ειδοποίησης της κοινότητας– για να σημάνει συναγερμό. Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να εντοπίσουν ποιος το είχε κάνει, αλλά κανείς από τους χωριανούς δεν πρόδωσε τη Μαβρούντου. Απογοητευμένος και αντιλαμβανόμενος πως η θέση του είχε γίνει πια αβάσταχτη, ο Πέτρος Ιβάνοβ αποφάσισε τελικά να εγκαταλείψει το Κόζλουτζα».
Δεν είναι σαφές αν αυτό το περιστατικό επηρέασε και τις υπόλοιπες οικογένειες να εγκαταλείψουν το χωριό. Ωστόσο, ο ίδιος φάκελος περιλαμβάνει αρχεία εκκαθάρισης κληρονομιάς και για τις 28 οικογένειες, τα οποία προσφέρουν σημαντική εικόνα για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν όταν έπρεπε να αποφασίσουν αν θα έμεναν ή θα έφευγαν. Οι αποφάσεις αυτές ήταν συχνά επώδυνες και σπάνια ομόφωνες, με εντάσεις και διαφωνίες να προκύπτουν ακόμη και εντός της ίδιας οικογένειας.
Ας επιστρέψουμε στο παρόν και ας ακούσουμε τι θυμούνται οι απόγονοι αυτών των οικογενειών [VIDEO 0:04:28-Μέχρι τέλους, απόσπασμα συνέντευξης με την κ. Πετρούλα Μολδοβανίδου]. Οι μαρτυρίες μάς μεταφέρουν τις εξής εικόνες: οικογένειες που έφευγαν με κάρα, φορτωμένα με ό,τι πολύτιμο μπορούσαν να πάρουν –τα ζώα τους, σπιτικά υπάρχοντα, γεωργικά εργαλεία. Κάποιοι άφησαν πίσω αγαπημένα πρόσωπα, συνήθως κόρες, με τις οποίες επανενώθηκαν χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής. Από την ανάλυση μάλιστα 28 φακέλων από το Κόζλουτζα προκύπτει ότι τουλάχιστον 11 οικογένειες χωρίστηκαν ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Σε πολλές περιπτώσεις, ένας άνδρας
–συνήθως γιος και κληρονόμος του αποθανόντος πατέρα– ξεκινούσε τη διαδικασία μετανάστευσης και υπέβαλε αίτηση εκκαθάρισης της περιουσίας. Η χήρα μητέρα, άλλα αδέλφια ή κόρες έμεναν πίσω. Για τις γυναίκες που αποφάσιζαν να μείνουν πίσω, λίγα είναι γνωστά: αν ήταν παντρεμένες με Βούλγαρους, ή αν η παραμονή τους οφειλόταν σε λόγους όπως η φροντίδα ηλικιωμένων συγγενών που δεν ήθελαν να φύγουν.

Η αυστηρά καθορισμένη διαδικασία της μετακίνησης
Πριν όμως πραγματοποιηθεί η μετακίνηση, έπρεπε να ακολουθηθεί μια αυστηρά καθορισμένη διαδικασία. Ο υποψήφιος μετανάστης όφειλε να υποβάλει δήλωση μετανάστευσης στην αρμόδια τοπική Υποεπιτροπή. Δικαίωμα υποβολής αίτησης είχαν όσοι είχαν συμπληρώσει το 18ο έτος. Οι ανήλικοι περιλαμβάνονταν στη δήλωση του αρχηγού της οικογένειας, ενώ η δήλωση του συζύγου κάλυπτε και τη σύζυγο. Για όσους δεν διέθεταν ακίνητη περιουσία, η αναχώρηση έπρεπε να γίνει αμέσως. Αντιθέτως, όσοι είχαν ακίνητα υποχρεώνονταν να αποχωρήσουν εντός τριών μηνών από την εκποίησή τους.
Οι υποψήφιοι μετανάστες είχαν το δικαίωμα να μεταφέρουν την κινητή τους περιουσία –έπιπλα, σκεύη, είδη ιματισμού, αγροτικά εργαλεία και ζώα. Η ακίνητη περιουσία όμως έπρεπε να εκποιηθεί εντός προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος· διαφορετικά, η Μικτή Επιτροπή αναλάμβανε τη ρευστοποίησή της. Η διαδικασία ξεκινούσε με την κοινοποίηση στα χωριά για την επερχόμενη εκποίηση. Έρχονταν δηλαδή κάποιοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής και ενημέρωναν τους κατοίκους του χωριού για τη διαδικασία που μπορούσαν να ακολουθήσουν και τοιχοκολλούσαν ανακοινώσεις στο χωριό. Οι υποψήφιοι μετανάστες υπέβαλλαν αιτήσεις ρευστοποίησης, όπου καταγραφόταν λεπτομερώς η περιουσία τους (είδος, θέση, περιοχή, αιτούμενη αποζημίωση). Οι Υποεπιτροπές επαλήθευαν την ύπαρξη και το ιδιοκτησιακό καθεστώς, ενώ τοπογράφοι μετρούσαν τα κτήματα και εκτιμούσαν την αξία τους. Η αποτίμηση βασιζόταν στην κατηγοριοποίηση του χωριού σε «καλό», «μέτριο» ή «κακό», με τα χωριά Εφραίμ και Όρεσετς να κατατάσσονται στην τελευταία κατηγορία, γεγονός που επηρέαζε και το ύψος της αποζημίωσης.
Η επιλογή του Ορμενίου ως τόπος εγκατάστασης έγινε επίσης με διαφορετικό τρόπο τόσο για τους Έλληνες του Ουρούμκιοϊ όσο και για τους Έλληνες από το Κόζλουτζα. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες σας, αναφέρετε ότι για να αποφασίσουν οι Έλληνες από το Ουρούμκιοϊ, έστειλαν πρώτα κάποια επιτροπή στην περιοχή για να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση και να αποφασίσει ποιο μέρος ήταν κατάλληλο για εγκατάσταση. Διαφορετική φαίνεται όμως ότι ήταν η διαδικασία της επιλογής του Ορμενίου για εκείνους που ήρθαν από το Κόζλουτζα. Αυτοί φαίνεται πως έκριναν «με το μάτι», όταν έφταναν, ότι η γη ήταν γόνιμη αρκετά για να τους προσφέρει τα απαραίτητα. Ένας άλλος επιπλέον παράγοντας που φαίνεται να έπαιξε καθοριστικό ρόλο ήταν η εγγύτητα που είχε το Ορμένιο με το Κόζλουτζα, που είναι πραγματικά πολύ πιθανό να συνέβη, γιατί πολλοί ήταν τότε εκείνοι που επέλεγαν τη νέα τους πατρίδα σύμφωνα με το πόσο κοντά ήταν από την περιοχή που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και οι Καραγατσιανοί, που επέλεξαν την Ορεστιάδα για τον ίδιο λόγο το 1923.
Κλείνοντας, συνήθως σε τέτοιου είδους ομιλίες, ο ομιλητής επιχειρεί να εξάγει κάποια συμπεράσματα ή αποτελέσματα, εγώ όμως θεωρώ ότι το να βγάλω συμπεράσματα είναι μια διαδικασία περιττή, καθώς εσείς οι ίδιοι αντανακλάται τα συμπεράσματα όλης αυτής της ιστορίας που προσπάθησα να διηγηθώ εν συντομία. Θα καταλήξω μόνο στο καθαρά ανθρωπιστικό, και όχι ιστορικό, συμπέρασμα, πως πίσω από αυτές τις επίσημες διαδικασίες, τις επιτροπές και τις εκτιμήσεις περιουσιών, ξεδιπλώνονται ανθρώπινες ιστορίες και προσωπικά βιώματα, που το να τα παγιδεύσεις σε ένα «ιστορικό επιστημονικό συμπέρασμα» το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να μειώσουμε τη σπουδαιότητά τους. Αυτό αντίστοιχα αποδεικνύει όμως και το πόσο σημαντικές είναι οι προσωπικές σας αφηγήσεις, που βοηθούν την ιστορία να πάψει να είναι «ξύλινη» και να γίνεται πιο ανθρώπινη και άμεση.
* Οι μεσότιτλοι προστέθηκαν για διευκόλυνση στην ανάγνωση.
**Για την παραχώρηση του κειμένου της ομιλίας προς δημοσίευση, τις θερμές μας ευχαριστίες στην κ. Φωτιάδου, μιας και στη Θράκη, για την ιστορία της, έχουμε πολλά ακόμη να μάθουμε και να κατανοήσουμε.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
