«Μνημη Φωτη Κοντογλου – Εξηντα χρονια απο την κοιμηση του»
—Γεώργιος Χρ. Τσιγάρας, «Ο διάλογος εικόνας και λόγου στο έργο του Φώτη Κόντογλου»
—Κωνταντίνος Δ. Σεραφειμίδης, «Όψεις της κοσμικής ζωγραφικής του Φώτη Κόντογλου: απεικονίζεις ανθρώπινων τύπων και χώρων»
[Σε συνέχεια του αφιερώματος του ΠτΘ στην ημερίδα με τίτλο «Μνήμη Φώτη Κόντογλου – Εξήντα χρόνια από την κοίμησή του», που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής στα μέσα του Ιουλίου, στο Τσανάκλειο Μέγαρο – Δημοτική Βιβλιοθήκη (βλ. σχετικό ρεπορτάζ εδώ), και τη δημοσίευση της ομιλίας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Παντελεήμονα (βλ. σχετικά εδώ), φιλοξενούνται στο σημερινό φύλλο οι ομιλίες του Καθηγητή και Προέδρου του ΤΙΕ/ΔΠΘ κ. Γεωργίου Χρ. Τσιγάρα και του μεταδιδακτορικού ερευνητή κ. Κωνσταντίνου Δ. Σεραφειμίδη, που έχουν κοινό θεματική πυρήνα και τίτλους: «Ο διάλογος εικόνας και λόγου στο έργο του Φώτη Κόντογλου» και «Όψεις της κοσμικής ζωγραφικής του Φώτη Κόντογλου: απεικονίζεις ανθρώπινων τύπων και χώρων» αντίστοιχα.]
Γεώργιος Χρ. Τσιγάρας, «Στὸν Φώτη Κόντογλου ὀφείλεται ἡ ἀλλαγὴ τοῦ βλέμματος τοῦ σύγχρονου Ἕλληνα»
Οἱ τραγικὲς συνέπειες τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ δημιούργησαν μιὰ νέα κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ κατάσταση. Καταρρέοντας στὴν προκυμαία τῆς Σμύρνης ἡ «Μεγάλη Ἰδέα», ξεκίνησε μιὰ περίοδος ἀναζήτησης τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητας, ἡ ὁποία ἔχει καταγραφεῖ στὴν ἱστορία τῶν ἰδεῶν ὡς «ἀναζήτηση τῆς ἑλληνικότητας».
Στοὺς προβληματισμοὺς τοῦ Μεσοπολέμου σημαίνοντα ρόλο διαδραμάτισε ὁ Φώτης Κόντογλου, μιὰ ἰδιαίτερη περίπτωση λογοτέχνη καὶ ζωγράφου στὴν πολιτισμικὴ ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ 20οῦ αἰώνα.
Τὸ συγγραφικὸ καὶ καλλιτεχνικὸ ἔργο τοῦ Κόντογλου παρουσιάζουν μεγάλη συγγένεια. Τὰ κείμενά του εἶναι γεμᾶτα μὲ εἰκόνες καὶ οἱ ζωγραφιές του ὑπομνηματίζουν τὰ κείμενα. Στὰ ἔργα του, λογοτεχνικὰ καὶ εἰκαστικά, παρελαύνουν χαρακτῆρες ποὺ τὸν ἐντυπωσιάζουν. Προσωπικὰ βιώματα καὶ ἀφηγήσεις παλαιοτέρων ἀποτελοῦν γι’ αὐτὸν πηγὴ ἔμπνευσης, ἐνῶ εἶναι ἐμφανὴς ἡ προσπάθειά του μὲ τὸν λόγο καὶ τὴν εἰκόνα νὰ διασώσει στὴ συλλογικὴ μνήμη ἀνθρώπινους τύπους τῆς Μικρασίας, νὰ διασώσει μνῆμες ποὺ χάθηκαν τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1922. Αὐτὸ εἶναι τὸ «θρηνητικὸ συναξάρι» του. Θρηνεῖ γιὰ τὴν ἀπώλεια τῶν μικρασιατικῶν τόπων, γιὰ τὸν χαμὸ τῶν ἀνθρώπων, τὴν ἀπώλεια τῶν μορφῶν ζωῆς.
Ἡ μνήμη συμπλέκεται μὲ τὴ νοσταλγία. Νοσταλγοῦσε τὸ Ἀϊβαλί, νοσταλγοῦσε τὸν χῶρο, τὸ τοπίο. Κυρίως, ὅμως, νοσταλγοῦσε τοὺς ἀνθρώπους, τὴ σχέση τους μὲ τὸν τόπο καὶ τὴ θάλασσα. Οἱ λήσταρχοι καὶ οἱ ἥρωες συμβιώνουν μὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἀνατολῆς. Ἀφηγεῖται τὴ ζωὴ τῶν βοσκῶν καὶ τῶν ψαράδων, καὶ ταυτόχρονα ζωγραφίζει τὶς μορφές τους. Στὸ νοσταλγικὸ βιβλίο του «Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου», περιγράφοντας τὸν τόπο του, ζωγραφίζει τὸν χῶρο καὶ τοὺς ἀνθρώπινους τύπους. Περιγράφει καὶ ζωγραφίζει τὴν Ἁγία Παρασκευή, ὅπου πέρασε τὰ παιδικά του χρόνια, καὶ τὸν θεῖο του παπα-Στέφανο Κόντογλου. Διηγεῖται τὶς ἱστορίες Ἀϊβαλιωτῶν θαλασσινῶν, χαρακτηριστικῶν τύπων σὰν τὸν Ἀγησίλαο, τὸν μπαρμπα-Χαράλαμπο καὶ τὸν μπαρμπα-Νικόλα, ἐνῶ ταυτόχρονα τοὺς σχεδιάζει ἄλλους ἀπὸ μνήμης καὶ ἄλλους ὅπως τοὺς φαντάστηκε.
Παρὰ τὴ μεγάλη του ἀγάπη γιὰ τὴ θάλασσα, ταξίδευε μὲ τὰ βιβλία, ἀντὶ μὲ τὰ καράβια. Ζωγράφιζε καὶ ἔγραφε γιὰ βάρκες καὶ καράβια, γιὰ ἱστορίες κουρσάρων καὶ ληστῶν, γιὰ γέρους ναυτικοὺς καὶ γιὰ μακρινοὺς τόπους ἐξωτικοὺς καὶ παραμυθένιους. Ὅπως ἀφηγεῖται τοὺς τόπους αὐτούς, ἔτσι καὶ τοὺς ζωγραφίζει. Τὸν ἐντυπωσίαζαν οἱ διηγήσεις τῶν θαλασσινῶν, οἱ ἐμπειρίες τους ἀλλὰ καὶ τὰ καμώματά τους· προσπαθοῦσε ὅμως νὰ δεῖ πέρα ἀπὸ τὰ καμώματά τους. Ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τοὺς ληστές, ταξιδεύει νοερὰ μὲ τοὺς θαλασσινοὺς καὶ τοὺς κουρσάρους, ἄλλοτε θαυμάζοντας τὴν ἀνδρειοσύνη τους καὶ ἄλλοτε στηλιτεύοντας τὶς πράξεις τους.
Ὡς συγγραφέας καὶ ζωγράφος ὁ Κόντογλου «βλέπει». Παρατηρεῖ τοὺς ἀνθρώπινους τύπους, παρατηρεῖ τὴ φύση, ποὺ τὴ βλέπει ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἁπλὰ καὶ μοναχικὰ φυτὰ σὲ ἄνυδρους τόπους, τὰ ἄγρια ἄνθη τῆς ἑλληνικῆς φύσης, ἕνα μικρὸ δένδρο, τὸ σχῆμα ἑνὸς βράχου, μιὰ κοιλότητα τοῦ ἐδάφους περιγράφονται στὰ κείμενά του, τὰ μεταφέρει καὶ στὴ ζωγραφική του.
Εἰκονογραφικοὺς τύπους ποὺ βλέπει κανεὶς νὰ παριστάνονται μὲ τὸν χρωστήρα του, περιγράφονται στὸ κείμενο τῆς «Πονεμένης Ρωμιοσύνης», αὐτὸ τὸ ἐμβληματικὸ ἔργο ποὺ παραπέμπει στὸν πόνο καὶ στὸν ἡρωισμό, συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ ἔργου τοῦ Κόντογλου. Σὲ στενὴ συνάφεια μὲ τὰ παραπάνω βρίσκεται ὁ πίνακας μὲ τίτλο «Ὁ Μακεδονομάχος» (1926). Τὸ μελαγχολικὸ πρόσωπο τοῦ νεαροῦ Μακεδονομάχου θυμίζει τὸν Ἅγιο Δημήτριο ἢ τὸν Ἅγιο Γεώργιο. Ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ εὐγένεια τῆς ἔκφρασης τῆς μορφῆς συνδυάζεται μὲ τὴν ἔκδηλη γενναιότητα. Σὲ ἕναν ἄλλο πίνακά του μὲ θέμα: «Κώστας Σδράβος ἐκ Σαμαρίνας τῆς Ἠπείρου» (1933), ὁ Κόντογλου ἀπεικονίζει μὲ τὴν ἴδια σοβαρότητα ποὺ ὑποδηλώνει καὶ τὸν πόνο, τὴ μορφή, τὴν ὁποία ἀποδίδει μὲ ἔνταση, ἐνῶ ἔκδηλα εἶναι καὶ τὰ λαϊκὰ στοιχεῖα.
Ὁ Κόντογλου ἀντιμετωπίζει τὴ ζωγραφικὴ μὲ τὴν τιμιότητα καὶ τὴν εὐαισθησία ἑνὸς καλλιτέχνη. Μπορεῖ νὰ δέχεται ἐπιδράσεις ἀπὸ τὸν Θεοτοκόπουλο, ὅπως φαίνεται στὰ ἔργα του «Μετέωρα», καὶ «Νικόλαος Χρυσοχόος», μπορεῖ νὰ ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὴ μεταβυζαντινὴ τέχνη, ὅμως ποτὲ δὲν μιμήθηκε καμιά. Στὸ ἔργο του «Νικόλαος Χρυσοχόος» (1924), μετὰ τὸ ταξίδι τοῦ Κόντογλου στὸ Ἅγιον Ὄρος, οἱ βυζαντινὲς ἐπιδράσεις δὲν εἶναι τόσο ἐμφανεῖς ὅπως θὰ ἀναμενόταν, ὅσο εἶναι τὰ στοιχεῖα τῆς τέχνης τοῦ Θεοτοκόπουλου.


Προτείνει τὸν συγκερασμὸ τῆς παράδοσης μὲ τὴ σύγχρονη τέχνη. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῶν ἀντιλήψεών του ἀποτελεῖ ἡ μνημειακή του σύνθεση «Οἱ Πρόσφυγες, ἢ ἡ κοιλάδα τοῦ Κλαθμῶνος», στὴν ὁποία ἀποτυπώθηκε μὲ τραγικὸ τρόπο ἡ συμφορὰ τῆς Μικρασίας, ἐνῶ χρησιμοποιήθηκε ὡς πρότυπο ἡ παράσταση τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων τῆς Σεβάστειας. Ἡ σχηματοποίηση καὶ τὰ ἔντονα περιγράμματα τῶν μορφῶν καὶ οἱ δύο γεροντικὲς μορφὲς ποὺ κρατοῦν τὸν ἡμιθανῆ νέο, ἀνάμνηση ἀπὸ τὴν Ἁποκαθήλωση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἐπιδράσεις ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ τέχνη.
Ὁ Κόντογλου ἀντιλήφθηκε νωρὶς τὴν ἀξία τῆς μεταβυζαντινῆς ζωγραφικῆς, τὴν ὁποία ἐκτίμησε κατὰ τὴν παραμονή του στὸ Ἅγιον Ὄρος. Γοητεύτηκε ἀπὸ τὴν τέχνη τοῦ Θεοφάνη καὶ τοῦ Φράγκου Κατελάνου, ἔργα τῶν ὁποίων ἀντέγραψε. Ἡ ἐπίδραση τῆς τέχνης τους εἶναι ἐμφανὴς στὴν ἔκδοση «Ἡ τέχνη τοῦ Ἄθω» (1923). Ἀπὸ τὰ σχέδια αὐτὰ φαίνεται ὅτι ὁ Κόντογλου ἀντιγράφει μὲ πιστότητα τὰ θέματα ποὺ ἐπιλέγει σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Λουδοβίκο Θείρσιο, ὁ ὁποῖος ἀντέγραψε τὰ ψηφιδωτὰ τῆς Μονῆς Δαφνίου σύμφωνα μὲ τὴ δική του ἀντίληψη, αὐτὴ τῶν Ναζαρηνῶν.
Μεταπολεμικὰ καὶ μέχρι τὸν θάνατό του ἀφοσιώθηκε στὴν ἁγιογραφία γιατὶ σ’ αὐτὴν εὕρισκε τὴ λύτρωσή του. Καὶ τὸ ἐξηγεῖ: «Μονάχα αὐτὴ ἡ τέχνη θρέφει τὴν ψυχή μου μὲ τὶς βαθειὲς καὶ μυστηριώδεις δυνάμεις της, αὐτὴ σβήνει τὴ δίψα ποὺ αἰσθάνομαι μέσα στὴν ξερὴ ἔρημο ποὺ μᾶς ζώνει».
Στὸν Φώτη Κόντογλου ὀφείλεται ἡ ἀλλαγὴ τοῦ βλέμματος τοῦ σύγχρονου Ἕλληνα. Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Κόντογλου μάθαμε ὅτι ἡ εἰκόνα εἶναι μιὰ «ζῶσα βίβλος», εἶναι ἡ ἀπεικόνιση τοῦ δόγματος, εἶναι παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν. Μὲ τὰ γραπτὰ καὶ τὴ ζωγραφική του ὑπενθύμισε ὅτι ἡ εἰκόνα δὲν εἶναι ἁπλὰ ἕνα ἔργο τέχνης μὲ θρησκευτικὴ θεματογραφία, δὲν εἶναι μόνο χρῶμα, μόνο φῶς. Τὰ σχήματα καὶ τὰ χρώματα, τὸ φῶς καὶ ἡ μορφὴ ἀποτελοῦν μέσα γιὰ τὴ μορφοποίηση τοῦ ἐνανθρωπησθέντος ἄχρονου, ἀσχημάτιστου καὶ ἀνίδεου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα εἶναι τὸ μέσον γιὰ νὰ πραγματωθεῖ ἡ κατὰ Χριστὸν ζωὴ καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Κωνταντίνος Δ. Σεραφειμίδης, «Ὁ Φώτης Κόντογλου ἀνέδειξε τὴ σημασία τῆς βυζαντινῆς παράδοσης στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα, συμβάλλοντας στὴν ἀνανέωση τῆς εἰκαστικῆς ἔκφρασης»
Ὁ Φώτης Κόντογλου ὑπῆρξε μιὰ πολυσχιδὴς μορφὴ τῆς νεοελληνικῆς τέχνης. Μέσα ἀπὸ τὸ ζωγραφικὸ καὶ συγγραφικὸ ἔργο του ἀνέδειξε τὴ σημασία τῆς βυζαντινῆς παράδοσης στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα, συμβάλλοντας στὴν ἀνανέωση τῆς εἰκαστικῆς ἔκφρασης. Πρωτοστάτησε στὴ στροφὴ τῆς νεοελληνικῆς τέχνης πρὸς τὶς ἀρχὲς τῆς βυζαντινῆς ζωγραφικῆς, τὶς ὁποῖες ἐπανερμήνευσε δημιουργικά, ἐνσωματώνοντας στὴν εἰκαστική του γλῶσσα καὶ χαρακτηριστικὰ τῆς λαϊκῆς τέχνης. Ἂν καὶ σήμερα εἶναι, κυρίως, γνωστὸς γιὰ τὸ ἁγιογραφικό του ἔργο, ἡ κοσμική του ζωγραφικὴ ἀποτελεῖ ἐπίσης ἕνα ἰδιαίτερα ἀξιόλογο μέρος τῆς καλλιτεχνικῆς του δημιουργίας.
Ἤδη ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1920 –καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸ 1926 καὶ ἑξῆς– ὁ Κόντογλου υἱοθέτησε συστηματικὰ τὴ βυζαντινὴ τεχνοτροπία στὰ κοσμικὰ ἔργα του. Ἱστορικὰ ἐπεισόδια, πορτρέτα συγχρόνων του καὶ μυθολογικὲς ἀναφορὲς ἀποδόθηκαν μέσα ἀπὸ τὴ χαρακτηριστικὴ «βυζαντινὴ ματιά» ποὺ διαμόρφωσε τὸ προσωπικό του ὕφος. Ἡ κατεύθυνση αὐτὴ βρῆκε πληρέστερη καὶ πιὸ ὥριμη ἔκφραση σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἐμβληματικά του ἔργα, τὶς τοιχογραφίες ποὺ φιλοτέχνησε στὸ Δημαρχιακὸ Μέγαρο Ἀθηνῶν (1937-1939).
Οἱ τοιχογραφίες ἐκτείνονται σὲ δύο αἴθουσες, σὲ ἕνα ἑνιαῖο ζωγραφικὸ σύνολο μήκους περίπου 28 μέτρων. Ἡ θεματολογία τῶν παραστάσεων ἀντλεῖται ἀπὸ τὴ μυθολογία καὶ τὴν ἱστορία, συνθέτοντας ἕνα εἰκαστικὸ πανόραμα μορφῶν καὶ γεγονότων. Μυθικοὶ ἥρωες, ἀρχαῖοι φιλόσοφοι καὶ στρατηγοί, βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες ἀλλὰ καὶ ἀγωνιστὲς τοῦ 1821 συνυπάρχουν στοὺς τοίχους τοῦ Δημαρχείου, σὲ μιὰ πρωτότυπη σύνθεση ποὺ προβάλλει τὴ διαχρονία τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ.
Ὁ τρόπος ὀργάνωσης τῶν παραστάσεων, μὲ τὴ διάκρισή τους σὲ δύο ζῶνες, παραπέμπει στὴ δομὴ τῶν βυζαντινῶν καὶ μεταβυζαντινῶν εἰκονογραφικῶν προγραμμάτων. Στὴν ἀνώτερη ζώνη τοποθετήθηκαν ὁλόσωμες μορφὲς ἡρώων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καλύπτοντας ὅλες τὶς ἐποχές, ἀπὸ τοὺς μυθικοὺς χρόνους ἕως τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Στὴ χαμηλότερη ζώνη, φιλοτεχνήθηκαν ἀφηγηματικὲς σκηνὲς ἱστορικοῦ καὶ μυθολογικοῦ περιεχομένου.
Παρὰ τὴ θεματικὴ ποικιλία ποὺ χαρακτηρίζει τὶς συνθέσεις, ὁ Κόντογλου ἐνσωμάτωσε τὶς μυθολογικὲς καὶ ἱστορικὲς μορφὲς ἀλλὰ καὶ κάθε ἱστορούμενο γεγονὸς στὸ ὕφος τῆς βυζαντινῆς εἰκαστικῆς παράδοσης, ἐπιδιώκοντας μιὰ αἰσθητικὴ ἑνότητα ποὺ ἀναδεικνύει τὴ διαχρονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αὐτὸς ὑπῆρξε, πιθανότατα, καὶ ὁ ἰδεολογικὸς πυρῆνας τοῦ ἔργου: ἡ εἰκαστικὴ ἔκφραση τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅπου ἡ βυζαντινὴ ὀπτικὴ λειτουργεῖ ὡς συνδετικὸς κρίκος ἀνάμεσα στὶς ἐποχές, φέρνοντας σὲ δημιουργικὸ διάλογο τὴ βυζαντινὴ εἰκαστικὴ παράδοση μὲ τὴν ἀρχαία καὶ τὴ νεότερη ἱστορία.
Ἀπὸ τεχνοτροπικὴ ἄποψη, στὸ παράδειγμα τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ Δημαρχιακοῦ Μεγάρου Ἀθηνῶν, ὁ ζωγράφος ἐνσωματώνει στὴν κοσμική του ζωγραφικὴ τὴν παραδοσιακὴ τεχνικὴ τῆς νωπογραφίας (fresco). Στὰ ἔργα αὐτὰ ἐμφανίζονται τὰ ἴδια μορφοπλαστικὰ γνωρίσματα ποὺ χαρακτηρίζουν καὶ τὴν ἁγιογραφική του παραγωγή: στενὲς φόρμες, μικρὴ κλίμακα, αὐστηρὰ περιγράμματα καὶ λιτὴ χρωματικὴ παλέτα, μὲ γήινες, θαμπὲς ἀποχρώσεις, συγγενικὲς πρὸς ἐκεῖνες τῶν βυζαντινῶν εἰκόνων. Ἀντὶ γιὰ ἔντονες χρωματικὲς ἀντιθέσεις, προτιμοῦσε μιὰ ἤπια τονικότητα ποὺ ἀνεδείκνυε τὸ σχέδιο καὶ τὴν καθαρότητα τῆς μορφῆς.
Εἰκονογραφικά, οἱ μορφὲς ἱστορήθηκαν, κυρίως, σὲ μετωπικὴ στάση ἢ σὲ τρία τέταρτα, μὲ συγκρατημένες κινήσεις, μεγάλα ἀμυγδαλωτὰ μάτια, μικρὸ στόμα καὶ εὐρὺ μέτωπο, χαρακτηριστικὰ ποὺ παραπέμπουν ἄμεσα στὰ εἰκαστικὰ παραδοσιακὰ πρότυπα τῆς ὀρθόδοξης ἁγιογραφίας.
Ὅσον ἀφορᾶ τὸν ζωγραφικὸ χῶρο, ἡ ἀπόδοσή του βασίστηκε σὲ ἐπίπεδη, δισδιάστατη ἐπιφάνεια, χωρὶς προοπτικὸ βάθος ἢ συγκεκριμένο σημεῖο φυγῆς. Οἱ σκηνὲς ὀργανώθηκαν μὲ ὑπερυψωμένα ἐπίπεδα καὶ οἱ μορφὲς τοποθετήθηκαν σὲ αὐτὸν μὲ σαφήνεια, σχεδὸν θεατρικά. Ἡ φύση ἀποδόθηκε σχηματικὰ καὶ συμβολικά. Τὰ τοπία περιλαμβάνουν ἀπότομες, γωνιώδεις βραχώδεις ἐπιφάνειες καὶ ἐπίπεδους ὄγκους, ἐνῶ τὰ βουνὰ μοιάζουν «κρυσταλλικά», μὲ ἔντονες γεωμετρικὲς γραμμές.
Στὸ πλαίσιο αὐτό, ἡ καλλιτεχνικὴ ἰδιοφυΐα καὶ ἡ καινοτομία του Κόντογλου, ὅπως ἤδη φάνηκε, ἔγκειται στὸ ὅτι ἐπανέφερε τὴ βυζαντινὴ τέχνη στὸ προσκήνιο τῆς σύγχρονης εἰκαστικῆς ἔκφρασης, ὑπερβαίνοντας τὶς προκαταλήψεις ποὺ τὴ θεωροῦσαν «παρωχημένη» ἢ «ἀντιαισθητική», ὄχι μόνο γιὰ τὴ θρησκευτικὴ ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὴν κοσμικὴ θεματολογία. Μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο του, κατέδειξε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ εἰκαστικὴ παράδοση δὲν εἶναι ἕνα στατικὸ παρελθόν, ἀλλὰ ἕνα ζωντανό, δημιουργικὸ πεδίο, ἱκανὸ νὰ ἀνανεώνεται καὶ νὰ συνομιλεῖ μὲ τὶς ἰδεολογικὲς καὶ αἰσθητικὲς ἀναζητήσεις τοῦ παρόντος.


Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι, παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Κόντογλου ἀπέρριπτε τὶς δυτικὲς μοντερνιστικὲς τάσεις, ἡ ἐπιλογή του νὰ ἐπαναφέρει στὸ προσκήνιο τὴ βυζαντινὴ εἰκαστικὴ παράδοση, μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς ἄρνησης τοῦ νατουραλισμοῦ, τῆς ἀφαιρετικότητας στὴ σύνθεση καὶ τῆς προσήλωσης σὲ συμβολικὲς μορφές, παρουσιάζει συγγένεια μὲ ὁρισμένα βασικὰ αἰτήματα τῆς μοντέρνας τέχνης, ὅπως ἡ ρήξη μὲ τὸν ρεαλισμό, ἡ ἀναζήτηση ἐσωτερικοῦ νοήματος καὶ ἡ κριτικὴ ἐπαναπροσέγγιση τῆς παράδοσης ὡς δημιουργικοῦ ἐκφραστικοῦ ἐργαλείου.
Ὡστόσο, γιὰ τὸν Κόντογλου, ἡ βυζαντινὴ τέχνη δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνα ἐκφραστικὸ μέσο μὲ σύγχρονες δυνατότητες, ἀλλὰ ἐνσάρκωνε μιὰ ὁλοκληρωμένη κοσμοθεωρία καὶ μετέδιδε ἕνα διαχρονικὸ πολιτισμικὸ νόημα. Μέσα ἀπὸ τὶς ἀπεικονίσεις μορφῶν καὶ τόπων, ὁ Κόντογλου πρόβαλε τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμὸ ὡς ἕνα συνεχὲς καὶ ἐξελισσόμενο σύνολο, τὸ ὁποῖο διατρέχει καὶ ἀποτυπώνεται ἐξίσου στὶς μορφὲς τῶν ἁγίων, τῶν ἡρώων, τῶν φιλοσόφων, τῶν λογίων καὶ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τῆς καθημερινότητας. Ἡ ὀπτικὴ αὐτή, ποὺ διαπερνᾶ τὸ σύνολο τοῦ ἔργου του, παραμένει ἐπίκαιρη, καθὼς ἀναδεικνύει τὴν ἱκανότητα τῆς τέχνης νὰ διαφυλάσσει τὴν παράδοση, νὰ τὴν ἐπεξεργάζεται δημιουργικὰ καὶ νὰ τὴ φέρνει σὲ διάλογο μὲ τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς ἰδεολογικὲς ἀναζητήσεις τοῦ σύγχρονου κόσμου.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
