Σταυρουλα Ντινουδη, «Το βιβλιο της Χρ. Ιωαννιδου αποτελει εναν φορο τιμης στη γυναικεια υπαρξη»

Χρυσούλα Ιωαννίδου, «Ιστορίες Γυναικών – Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο», Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη, Νεκτάριος Μουρδικούδης επιμ., εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2025, σ. 152.

Όταν ο αυτοκράτορας Θεόφιλος είδε την Κασσιανή, της είπε: «Από τη γυναίκα προέρχονται όλα τα κακά», αναφερόμενος στο προπατορικό αμάρτημα, δεν περίμενε όμως να του απαντήσει: «αλλά και από τη γυναίκα προέρχονται όλα τα καλά». Από την παραπάνω ιστορία γίνεται κατανοητός ο σημαντικός ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία μας. Οι γυναίκες μπορεί να κατηγορούνται, να θεωρούνται πληγή, πηγή δεινών, ατίθασες και άναρχες, όμως ταυτόχρονα είναι πηγή καλών, κυοφορούν και χαρίζουν τη ζωή, διαπαιδαγωγούν τις νέες γενιές, μοιράζουν τρυφερότητα, αγάπη, στοργή και πλέον διεκδικούν τον σεβασμό και τη θέση που τις αρμόζει.

Σ’ αυτό το βιβλίο παρουσιάζονται ανάγλυφα 49 ιστορίες γυναικών που έζησαν στον απόηχο της μετανάστευσης, της προσφυγιάς, του πολέμου και της κοινωνικής κατακραυγής. Κοινό σημείο σε αυτές τις ιστορίες είναι το Ορμένιο, το χωριό που υποδέχθηκε όσες ήρθαν για μια καλύτερη ζωή από το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια, αλλά και όσες γεννήθηκαν εκεί και αναγκάστηκαν να φύγουν ή να μείνουν και, ταυτόχρονα, να υπομείνουν όσα τους έφερε η μοίρα τους. 

Η ζωή των προσφύγων του 1930 δεν ήταν εύκολη, δυστυχώς έγινε ακόμα πιο δύσκολη κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου όταν οι κοινότητες χωρίστηκαν σε δύο «κατηγορίες» κατοίκων, τους αντάρτες και τους ΜΑΫδες. Αυτοί οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους και να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα σε μια άλλη περιοχή. Δεν ήταν όμως εύκολες και οι συνθήκες, όπως επίσης και ο τρόπος διαβίωσης. Πολλές δεκαετίες πίσω η χώρα ήταν αρκετά φτωχή και στηριζόταν στον πρωτογενή τομέα, τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Φυσικά, δεν υπήρχε ακόμη η τεχνολογική εξέλιξη που διευκόλυνε τις εργασίες των γεωργών, όλες οι εργασίες γίνονταν χειρονακτικά. Οι γυναίκες, όπως θεωρούνταν απόλυτα φυσιολογικό εκείνη την εποχή, καθώς η οικογένεια τότε είχε πατριαρχική δομή, ήταν επιβαρυμένες με τις γεωργικές εργασίες, τη φροντίδα του σπιτιού και τη φροντίδα των παιδιών.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην ιστορία της γιαγιάς Παναγιώτας, αφού όσο ξεδιπλώνεται το νήμα της ζωής της γίνεται παράλληλα και μια καταγραφή της λαϊκής παράδοσης και των εθίμων της περιοχής. Ειδικότερα, αναφέρεται η σημασία που έδινε στα εννιά φαγητά των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, το Ψυχοσάββατο πριν τις Απόκριες, το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων, η Καθαρά Δευτέρα, η Μεγάλη Πέμπτη που ήταν η μέρα που έπρεπε να γίνουν τα τσουρέκια για το Πάσχα, το Ψυχοσάββατο του Αγίου Πνεύματος που ετοίμαζε πάλι ψωμί, σιτάρι και κάποια πίτα, αλλά και η γιορτή της Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού, ημέρα γιορτής του γιου της –εκείνη την ημέρα πάντα κερνούσε μπακλαβά. Επομένως, μαζί με τη ζωή της μαθαίνουμε και τις παραδόσεις του χωριού

Όταν γεννιόταν ήταν «κτήμα» του πατέρα τους, όταν αργότερα παντρεύονταν γινόταν «κτήμα» του συζύγου και των πεθερικών τους. Αν ήταν τυχερές και ο σύζυγός τους ήταν καλός άνθρωπος, η ζωή τους δεν ήταν τόσο δύσκολη. Πολλές φορές οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης ή ο πόλεμος οδηγούσαν στον θάνατο του συζύγου, τότε κάποιες αναγκάζονταν να παντρευτούν ξανά για να επιβιώσουν, άλλες, αν ήταν τυχερές και τις δέχονταν τα πεθερικά τους, έμεναν μαζί τους, όμως υπήρξαν και περιπτώσεις που τα πεθερικά έδιωξαν τη νύφη μετά τον θάνατο του γιου τους. 

Οι γυναίκες που παρουσιάζονται στο βιβλίο ανήκουν και στις δύο κατηγορίες, κάποιες υπήρξαν τυχερές με τους συζύγους τους, κάποιες άτυχες, κάποιες γεννήθηκαν στο Ουρούμκιοϊ ή το Κόζουλτζια, άλλες στο Ορμένιο, κάποιες παντρεύτηκαν μόνο μία φορά, κάποιες παντρεύτηκαν και δεύτερη φορά. Μερικές από αυτές ήταν αγαπημένες με τους συζύγους τους, μερικές βίωσαν τον πόνο και την ενδοοικογενειακή βία από την πρώτη στιγμή. Όμως, η βία έχει πολλά πρόσωπα και διαφορετικούς τρόπους για να προσεγγίσει τους ανθρώπους, δείχνει το άσχημο πρόσωπό της με την πρώτη ευκαιρία. Οι γυναίκες αυτές ένιωσαν την ασχήμια αυτή στη ζωή τους, όλες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τη βία, την απώλεια, τον θάνατο, την προσφυγιά και τη μετανάστευση. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την 1η ιστορία της γιαγιάς Κάλλιως:

[…] Πότε ακριβώς έμαθαν ότι και ο γιος τους Γιουβάν’ς σκοτώθηκε, δεν ξέρω. Σίγουρα τον Ιανουάριο του 1948 δεν ήταν πια στα κοντινά λημέρια των ανταρτών. Τον είχαν στείλει με άλλους πολλούς προς τη Δράμα, εκεί όπου γίνονταν οι περισσότερες μάχες. «Η Κάλλιω για τον Γιουβάν’ δεν έκανε ποτέ μνημόσυνο» λέει ο εγγονός της Χρήστος, ο πατέρας μου. Όλα τα εγγόνια από τους γιους της ήταν ορφανά. Ποιον να κλάψει πρώτα; Την Τόνω, τον Χρήστο, τον Γιουβάν’; Τι απέγινε ο Γιουβάν’ς; Τον έθαψαν ή τον άφησαν εκεί όπου τον σκότωσαν και τον έφαγαν τα αγρίμια; Η Κάλλιω πότε μοιρολογούσε, πότε τραγουδούσε, κανείς δεν καταλάβαινε. Καθόταν ώρες ατέλειωτες με τον συμπέθερο, τον πατέρα της Τόνως. Κάπνιζαν και έλεγαν τα βάσανά τους. Και ο συμπέθερός της είχε χάσει όλα του τα παιδιά και τη γυναίκα του. Μεγαλύτερο πόνο είχε εκείνος από αυτήν.

Το παρόν βιβλίο κατόρθωσε να συγκεράσει την καταγραφή της ιστορίας με την καταγραφή της παράδοσης. Όπως ξεδιπλώνεται το νήμα της ζωής αυτών των γυναικών, οι αναγνώστες κάνουν βουτιά στην ιστορία. Η ιστορία του ξεριζωμού αλλά και οι μνήμες από τον πόνο που προκάλεσε ο Εμφύλιος πόλεμος αφήνουν το στίγμα τους στην ψυχή των αναγνωστών. Ωστόσο, η γραφή προχωράει ακόμα πιο βαθιά, δεν φοβάται να φέρει στην επιφάνεια τον πόνο της γυναικείας φύσης που εκδιώχθηκε, τρομοκρατήθηκε και βιάστηκε. Ένας πόνος που δεν έσβησε ποτέ

Όπως διακρίνεται από το παραπάνω απόσπασμα, η απλή γλώσσα που διατηρεί τα προφορικά στοιχεία αναδεικνύει τη μορφή των απομνημονευμάτων στο κείμενο. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται εικόνες στο μυαλό των αναγνωστών, που διευκολύνουν την ταύτισή τους με τους πρωταγωνιστές των ιστοριών και εγείρουν συναισθήματα στις ψυχές τους. Παράλληλα, έχει επιλεχθεί η γραμμική αφήγηση με αναδρομές και προλήψεις, οι οποίες εμπλουτίζουν το κείμενο και εντείνουν την αγωνία του αναγνώστη, διευκολύνοντας ταυτόχρονα την αφήγηση. Παραθέτω ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα από την 20η ιστορία της Πέτρως:

[…] Επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι της οικογένειας ότι ο Κυριάκος έχασε τη ζωή του. Η Πέτρω τον έκλαψε, πόνεσαν τα σωθικά της, αλλά ο θάνατος δεν έχει επιστροφή. Όταν ήρθε ο καιρός για να φύγουν, πήγε στον τάφο του παιδιού της και τον μοιρολόγησε για τελευταία φορά. Τον αποχαιρέτησε και ευχήθηκε γρήγορα να γυρίσουν πίσω, για να συνεχίσει να ανάβει ένα κερί στον τάφο του. Όμως, ήταν η τελευταία πραγματικά φορά που άναψε κερί στον Κυριάκο της. Δεν θα ξαναγύριζαν ποτέ πίσω.

Έμεινε η Πέτρω να έχει παρηγοριά την κόρη της Χρυσούλα. Λίγα χρόνια μετά από την εγκατάστασή τους στο χωριό, έγιναν τα αρραβωνιάσματα της Χρυσούλας. Χάρηκε η Πέτρω για την κόρη της. Θα την πάντρευε και θα αποκτούσε εγγόνια. Θα χαιρόταν με αυτά και θα λιγόστευε ο πόνος του παλικαριού της. Η Πέτρω έκανε όνειρα, όμως ο Θεός είχε άλλα σχέδια.

Εκείνα τα χρόνια της δεκαετίας του 1930, το να μείνει έγκυος μια γυναίκα, εκτός γάμου, ήταν μεγάλη ντροπή και για αυτήν και για την οικογένειά της. Η Χρυσούλα έμεινε έγκυος. Πώς να το πει στη μάνα της; Πώς να ντροπιάσει την οικογένειά της; Άκουγε ότι οι γυναίκες, που ήθελαν να αποβάλουν, έβραζαν ζουκούμ’ και έπιναν το ζουμί. Αυτό αποφάσισε να κάνει και η Χρυσούλα. Όμως, αντί να αποβάλει, δηλητηριάστηκε και πέθανε.

Από το κείμενο δεν λείπει η περιγραφή, η οποία εκ φύσεως είναι υπεύθυνη για τη διακοπή της ροής, τη δημιουργία εικόνων και την παράταση της αγωνίας του αναγνώστη. Η περιγραφή χαρίζει δυναμική στον λόγο, καθώς επικεντρώνεται στις λεπτομέρειες που χρειάζεται ο αναγνώστης για να συμπάσχει με τους ήρωες. Παράλληλα με την αφήγηση εναλλάσσεται ο ευθύς λόγος, που προσδίδει στο κείμενο μία θεατρικότητα, έτσι το κείμενο κερδίζει ζωντάνια και «ξεκουράζεται» ο αναγνώστης, χαρακτηριστικά παραθέτω ένα απόσπασμα από την 25η ιστορία της Στάνως:

[…] Ήρθε το τηλεγράφημα ότι ο Γιώργος σκοτώθηκε. Κανένας δεν ήθελε να πάει το άσχημο μαντάτο στους γονείς του και τη γυναίκα του. Μία βδομάδα αργότερα, ο πεθερός της μεγάλης κόρης της αποφάσισε να πάει να τους το πει. Μπήκε στο σπίτι με σκυμμένο το κεφάλι. «Τι έχεις;» τον ρώτησαν. «Έπαθε κάτι η Μαρία μας;» «Όχι, η Μαρία δεν έπαθε τίποτα. Άλλο ήρθα να σας πω. Ο Γιώργος σκοτώθηκε».

Στην τύχη, μετά από χρόνια, βρέθηκε ο τάφος του Γιώργου. Κάποιοι από το χωριό υπηρετούσαν εκεί και τον βρήκαν. Του Γιώργου τα οστά τα έφεραν, αρκετά χρόνια μετά, στο χωριό, όπου και κηδεύτηκε με τιμές ήρωα. Μετά την κηδεία, ο δάσκαλος πήγε στη Στάνω και της είπε: «Κυρία Στάνω, ο γιος σας είναι ήρωας». Και η χαροκαμένη μάνα απάντησε: «Τι το θέλω δάσκαλε που είναι ήρωας, εγώ έχασα το παιδί μου». Έτσι, η γιαγιά Στάνω έσφιξε τα δόντια και προσπαθούσε να παρηγορεί τη νύφη της και να φροντίζει την εγγονή της.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην ιστορία της γιαγιάς Παναγιώτας, αφού όσο ξεδιπλώνεται το νήμα της ζωής της γίνεται παράλληλα και μια καταγραφή της λαϊκής παράδοσης και των εθίμων της περιοχής. Ειδικότερα, αναφέρεται η σημασία που έδινε στα εννιά φαγητά των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, στο Ψυχοσάββατο πριν τις Απόκριες, στο Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων, στην Καθαρά Δευτέρα, στη Μεγάλη Πέμπτη που ήταν η μέρα που έπρεπε να γίνουν τα τσουρέκια για το Πάσχα, στο Ψυχοσάββατο του Αγίου Πνεύματος που ετοίμαζε πάλι ψωμί, σιτάρι και κάποια πίτα, αλλά και στη γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, ημέρα γιορτής του γιου της –εκείνη την ημέρα πάντα κερνούσε μπακλαβά. Επομένως, μαζί με τη ζωή της μαθαίνουμε και τις παραδόσεις του χωριού.

Είμαστε τυχεροί ως αναγνώστες που διαβάζουμε την ιστορία τους και μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να παραμείνουμε συνδεδεμένοι με την ιστορία του τόπου, την παράδοση και τις μνήμες αυτών των ηρωικών γυναικών, που αποτελούν αξιέπαινα παραδείγματα προς μίμηση για τις κατοπινές γενιές χάρη στα ψυχικά αποθέματα, τη δύναμη, το κουράγιο και την αξιοπρέπεια που έδειξαν όταν αντιμετώπισαν τη ζωή. Ευχαριστούμε θερμά την κ. Χρυσούλα Ιωαννίδου για αυτό το έργο, την κατάθεση ψυχής αυτών των γυναικών. Το βιβλίο της αποτελεί έναν φόρο τιμής στη γυναικεία ύπαρξη

Το παρόν βιβλίο κατόρθωσε να συγκεράσει την καταγραφή της ιστορίας με την καταγραφή της παράδοσης. Όπως ξεδιπλώνεται το νήμα της ζωής αυτών των γυναικών, οι αναγνώστες κάνουν βουτιά στην ιστορία. Η ιστορία του ξεριζωμού αλλά και οι μνήμες από τον πόνο που προκάλεσε ο Εμφύλιος πόλεμος αφήνουν το στίγμα τους στην ψυχή των αναγνωστών. Ωστόσο, η γραφή προχωράει ακόμα πιο βαθιά, δεν φοβάται να φέρει στην επιφάνεια τον πόνο της γυναικείας φύσης που εκδιώχθηκε, τρομοκρατήθηκε και βιάστηκε. Ένας πόνος που δεν έσβησε ποτέ.

Οι περισσότερες από αυτές τις γυναίκες –αν όχι όλες– γνώριζαν τη θέση της γυναίκας στην εποχή τους και συμβιβάστηκαν για να καταφέρουν να επιβιώσουν. Δεν διεκδίκησαν κάτι περισσότερο από την επιβίωση με αξιοπρέπεια, έτσι υποτάχθηκαν στις κοινωνικές επιταγές και διέπρεψαν στους ρόλους τους, γυναίκα, σύζυγος, μάνα, νύφη, εργάτρια, νοικοκυρά, κ.ά. Όπως υποτάχθηκαν και ανέχθηκαν τη βία και τον πόνο, την προδοσία του συζύγου, την απιστία, τις φωνές, την εξάντληση, τον βιασμό των κοριτσιών τους από προηγούμενο γάμο, τον βιασμό των ίδιων από βούλγαρους στρατιώτες, τον πόνο του θανάτου αγαπημένων προσώπων. Η γυναικεία φύση, πόσο αξιοθαύμαστη είναι. Πόσο πόνο μπορεί να αντέξει; Πόση λύπη; Πόση στεναχώρια; Πόσα δεινά είναι γραμμένα σ’ αυτές τις σελίδες και πόση πίκρα μαζεμένη επιφύλασσε η ζωή γι’ αυτές τις ηρωίδες που έζησαν ξενιτεμένες με τόση αξιοπρέπεια.

Είμαστε τυχεροί ως αναγνώστες που διαβάζουμε την ιστορία τους και μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να παραμείνουμε συνδεδεμένοι με την ιστορία του τόπου, την παράδοση και τις μνήμες αυτών των ηρωικών γυναικών, που αποτελούν αξιέπαινα παραδείγματα προς μίμηση για τις κατοπινές γενιές χάρη στα ψυχικά αποθέματα, τη δύναμη, το κουράγιο και την αξιοπρέπεια που έδειξαν όταν αντιμετώπισαν τη ζωή. Ευχαριστούμε θερμά την κ. Χρυσούλα Ιωαννίδου για αυτό το έργο, την κατάθεση ψυχής αυτών των γυναικών. Το βιβλίο της αποτελεί έναν φόρο τιμής στη γυναικεία ύπαρξη.

*Η Σταυρούλα Ντινούδη είναι φιλόλογος και διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ. Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου της Χρυσούλας Ιωαννίδου, «Ιστορίες Γυναικών – Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο» (Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη, Νεκτάριος Μουρδικούδης επιμ., εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2025), που διοργανώθηκε από την Ομάδα Γυναικών Ορμενίου, τη Λέσχη Ανάγνωσης «Μπλε Αλώνι Ορμενίου» και τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, την Κυριακή 10 Αυγούστου 2025, στο ΚΑΠΗ Ορμενίου.

Μπορείτε να δείτε ολόκληρο το ρεπορτάζ εδώ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.